ΑΠ 1097/2025
Άρειος Πάγος (Γ΄ Τμήμα)
Αριθ. 1097/2025
Πρόεδρος: Α. Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Ι. Ματσούκα, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ι. Λεκέα, Α.Μ.
Κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Προκειμένου να καταλυθεί η κυριότητα ακινήτου, την οποία αποκτά ο κληρονόμος αναδρομικώς από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής, θα πρέπει η χρησικτησία, στην οποία στηρίζει την κυριότητά του επί του κληρονομιαίου τρίτο πρόσωπο, να έχει συμπληρωθεί μέχρι τον χρόνο μεταγραφής της πράξης αποδοχής. Ειδικότερα, μέχρι τη μεταγραφή της αποδοχής, η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από τη διενέργεια αυτής, αναδρομικώς από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομίας, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα όμως μέχρι τον χρόνο της μεταγραφής [Άρθρα 974, 1045, 1846, 1192, 1193, 1198, 1199 ΑΚ].
[…] Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Για την έναρξη της εικοσαετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανέναν ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων, όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1846, 1198, 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198 ΑΚ, που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 ΑΚ εδάφια 2 έως 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομούμενου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει γι' αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσης της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.
Συνεπώς, μέχρι τη μεταγραφή της αποδοχής, η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από τη διενέργεια αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομίας, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα όμως μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (ΑΠ 947/2022, ΑΠ 281/2019).
[…]
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Α.Μ. ήταν κύριος ενός αγροκτήματος, μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, εκτάσεως περίπου δύο στρεμμάτων και κατά νεότερη και ακριβέστερη εμβαδομέτρηση λίγο παραπάνω από 2.200 τ.μ. (καθώς οι διάδικοι επικαλούνται διαφορετική επιφάνεια), ευρισκόμενου στην ... της Δ.Ε. … του Δήμου …. Δυνάμει της με αριθμό ....1984 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου …, πoυ δημοσιεύθηκε νομίμως το Σεπτέμβριο του 1995, ο κληρονομούμενος Α.Μ., που απεβίωσε το ... 1987, εγκατέστησε κληρονόμους του α) τη σύζυγο του Α. (που απεβίωσε το 2000), στην οποία άφησε την επικαρπία της κληρονομιαίας περιουσίας του καθώς και β) τα τέκνα του, Δ. (πατέρα της εφεσίβλητης, που ήδη απεβίωσε), Κ. (εκκαλούντα), Ε. και Κ. (περί των οποίων ήδη δεν πρόκειται). Στους δύο πρώτους υιούς του κατέλιπε, μεταξύ άλλων και το ανωτέρω ακίνητο, ως προς το οποίο ρητώς όριζε: "Εις του υιόν μου Δ. αφήνω... γ) το ήμισυ και το Νότιον τμήμα τον οικοπέδου μου εντός της Κοινότητας … μετά της εν αυτώ οικίας ανεγερθείσης υπό τούτου". "Εις τον υιόν μου Κ. αφήνω: α) το έτερον ήμισυ του οικοπέδου μετά της εν αυτώ οικίας μου εις …", χωρίς δηλαδή να καταλείπεται αμφιβολία ως προς την αληθή βούλησή του. Το έτος 1988, ήτοι μετά το θάνατο του διαθέτη, η τότε Κοινότητα … απαλλοτρίωσε από το προαναφερόμενο κληρονομιαίο ακίνητο, που αυτός κατέλιπε στους κληρονόμους του, έκταση 258,62 τ.μ., προς διαπλάτυνση του υφιστάμενου Κοινοτικού δρόμου …, μειώνοντας αντίστοιχα την επιφάνεια του ακινήτου της εφεσίβλητης και τέμνοντας αυτό σε δύο τμήματα, όπως αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν. Εν συνεχεία και μετά το θάνατο της επικαρπώτριας μητέρας τους, αμφότεροι οι υιοί του διαθέτη αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά ως προς το ακίνητο αυτό και ειδικότερα ο εκκαλών αποδέχθηκε, δυνάμει της με αριθμό ....2001 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου …, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, "ένα οικόπεδο που βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ. … του Δήμου … , εμβαδού 1.000 τ.μ. περίπου και καταλαμβάνει το ήμισυ και προς βορρά τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 2.000 τ.μ. περίπου, εντός του οποίου έχει χτιστεί α) παλαιά ισόγεια οικία μετά υπογείου επιφάνειας του ισογείου της 60 τ.μ. περίπου και του υπογείου της 30 τ.μ. περίπου και β) σταύλος επιφάνειας 220 τ.μ. περίπου και συνορεύει νότια με υπόλοιπο τμήμα ιδίου κληρονομούμενου που αφήνει με την παραπάνω διαθήκη του στον γιο του Δ.Μ. και με ιδιοκτησία Ε. Τ. και βόρεια, ανατολικά και δυτικά με κοινοτικό δρόμο". Επίσης, ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - πατέρας της αποδέχθηκε, δυνάμει της με αριθμό ....2001 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας συμβολαιογράφου, όπως έχει διορθωθεί και συμπληρωθεί με τη με αριθμό ....2005 Πράξη της συμβολαιογράφου …, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, "ένα οικόπεδο που βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ. … του Δήμου …, και στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο οικόπεδα, εφόσον διέρχεται κοινοτικός δρόμος ανάμεσά τους, συνολικής εκτάσεως και των δυο οικοπέδων 1.031 τ.μ. και συγκεκριμένα: 1) οικόπεδο εκτάσεως 750 τ.μ. που συνορεύει γύρωθεν βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Κ.Α.Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησίες Ε.Π. και Κ.Τ., νότια και νοτιοδυτικά με κοινοτικό δρόμο...., 2) οικόπεδο εκτάσεως 281 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν βορειοανατολικά με κοινοτικό δρόμο, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Α.Ε.Φ. και δυτικό, με κοινοτικό δρόμο", ενώ δυνάμει της με αριθμό ....2005 περιουσιακής παροχής (γονικής) δικαιώματος ψιλής κυριότητας αστικών δικαιωμάτων (οικοπέδων με κτίσματα) και αγροτικών ακινήτων της συμβολαιογράφου …, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης της μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, ενώ μετά το θάνατό του η ίδια κατέστη πλήρης κυρία αυτού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί το έτος 1988 ο εκκαλών τοποθέτησε περίφραξη ανάμεσα στα ακίνητα των διαδίκων, η οποία διατηρείται έως σήμερα και έκτοτε ο κάθε ένας κύριος του διακριτού πλέον ακινήτου του άρχισε να ασκεί νομή με διάνοια κυρίου επί του τμήματος του ακινήτου, που είχε οριοθετηθεί με την περίφραξη. Τούτο προέκυψε χωρίς καμία αμφιβολία από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ.Γ., ο οποίος έχει ιδία αντίληψη των ακινήτων και δεν εξαρτά κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης, από την ένορκη κατάθεση του Α.Μ. - υιού του εκκαλούντος, αλλά ιδίως από την ανωμοτί κατάθεση της εφεσίβλητης, η οποία κατέθεσε ότι το έτος 2005, που η ίδια απέκτησε το ακίνητο, η περίφραξη ήδη υπήρχε. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι στο τμήμα που ο εκκαλών έχει περιφράξει περικλείεται και το επίδικο τμήμα, ήτοι επιφάνεια εμβαδού 366,79 τ.μ., που αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Ζ4-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α-Ξ4-04-Ζ4 στο από 20.09.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ.Π., ήτοι αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών ήδη από το έτος 1988, που απέκτησε το ακίνητό του, άρχισε να ασκεί νομή επί μεγαλύτερου τμήματος του όλου ακινήτου και όχι μόνο επί του ημίσεως αυτού, όπως είχε οριστεί με τη διαθήκη του δικαιοπαρόχου του. Συγκεκριμένα, επί του επίδικου τμήματος είχε δημιουργήσει ένα περιφραγμένο χώρο για τις κότες του, οι οποίες δεν μπορούσαν να πάνε στο υπόλοιπο ακίνητό του αλλά και ένα χώρο καλλιέργειας οπωροκηπευτικών για τις ανάγκες της οικογένειάς του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από το δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης - αδερφό του, ο οποίος, αν και κάτοικος Αθηνών, επισκεπτόταν συχνά την …, όπου είχε χτίσει δική του κατοικία, ήδη πριν το θάνατο του πατρός τους. Ακολούθως, εφόσον ο εκκαλών ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών (και δη έως το έτος 2008) πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί σε αυτό από οποιονδήποτε, κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού του. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την ύπαρξη διαθήκης του κοινού δικαιοπαρόχου τους, δυνάμει της οποίας έκαστος αυτών κατέστη κύριος του ημίσεως του ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι διά κληρονομικής διαδοχής. Τούτο διότι με την διαθήκη έκαστος των δύο αδερφών πράγματι απέκτησε το 1/2 του όλου ακινήτου, πλην όμως από το έτος 1988 ο εκκαλών άρχισε να νέμεται στο όνομα και για λογαριασμό του και τμήμα του ακινήτου που δεν είχε αποκτήσει από τον πατέρα του, ήτοι περιφράσσοντας, καλλιεργώντας και καθαρίζοντας αυτό, όπως κατέθεσε και η εφεσίβλητη, ενώ τόσο η μητέρα τους - επικαρπώτρια του ακινήτου όσο και ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης δεν αντιτάχθηκαν στις ανωτέρω πράξεις νομής με διάνοια κυρίου αλλά αντιθέτως σιωπηρώς αποδέχθηκαν αυτές. Ειδικώς και σε ό,τι αφορά τη μητέρα - επικαρπώτρια πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή κατοικούσε έως το θάνατό της με τον εκκαλούντα, βοηθώντας αυτόν στις καθημερινές εργασίες του ακινήτου του, ήτοι τάιζε τις κότες του, φρόντιζε και καθάριζε τον κήπο του, μάζευε τα λαχανικά που αυτός καλλιεργούσε. Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι η μητέρα των αρχικών διαδίκων - επικαρπώτρια ασκούσε πράξεις νομής στο όνομα και για λογαριασμό του πατρός της εφεσίβλητης - δικαιοπαρόχου της, πλην όμως η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, καθώς αφενός ουδείς το κατέθεσε, αφετέρου ουδείς αμφισβήτησε ότι οι κότες ήταν του εκκαλούντος, ότι ο κήπος με τα κηπευτικά ήταν για τις ανάγκες της οικογένειας του εκκαλούντος και ότι μόνον ο ίδιος φύτευε σε αυτόν, ενώ - ως ήδη ελέχθη - μόνο ο εκκαλών και η οικογένειά του είχαν πρόσβαση στο επίδικο τμήμα. Τούτο δεν αναιρείται από την ύπαρξη βόθρου εντός του επίδικου τμήματος, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της κατοικίας της εφεσίβλητης, καθώς η κατασκευή του επιτράπηκε στα πλαίσια των αγαθών σχέσεων των δύο αδερφών και για να μην έχει άμεση γειτνίαση με την κατοικία της εφεσίβλητης. Άλλωστε, όπως η ίδια η εφεσίβλητη κατέθεσε, ο δικαιοπάροχος πατέρας της μετέβαινε στο επίδικο τμήμα μόνο όταν επρόκειτο να αδειάσει ο βόθρος και ουδεμία άλλη εργασία έκανε επί αυτού αλλά μόνο ο εκκαλών - θείος της έκανε εργασίες καθαρισμού και είχε πρόσβαση στο επίδικο τμήμα. […]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για πρώτη φορά το έτος 2012 η εφεσίβλητη και ο δικαιοπάροχος πατέρας της αμφισβήτησαν την κυριότητα του εκκαλούντος επί του επίδικου τμήματος, ισχυριζόμενοι ότι αυτό ανήκει στην κυριότητά τους, καθώς το απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και δη με κληρονομική διαδοχή εκ του αρχικού δικαιοπαρόχου τους Α.Μ. Ωστόσο, ως ήδη ελέχθη, πράγματι το έτος 1987 ο αρχικός διάδικος Δ.Μ. κατέστη ψιλός κύριος του ημίσεως του όλου ακινήτου και δη του τμήματός του προς το νότο, πλην όμως το έτος 1988 ο εκκαλών άρχισε να νέμεται αυτό, τόσο έναντι του ψιλού κυρίου - αδερφού του όσο και έναντι της επικαρπώτριας - μητέρας τους, ασκώντας πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και έτσι, συμπληρουμένης της εικοσαετούς συνεχούς και αδιάλειπτης νομής, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί, κατέστη κύριος αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, μετά την παραδοχή της έφεσης του εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή κυριότητας της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας (με έκτακτη χρησικτησία) του αναιρεσίβλητου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή και δεχόμενο την παραπάνω ένσταση, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1846, 1192, 1193, 1198, 1199 ΑΚ, καθόσον αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την κτήση κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία. Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, καίτοι αυτό δεν περιλαμβανόταν στο μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο, που με τη διαθήκη του πατέρα του είχε καταλειφθεί σε αυτόν (δεχόμενο έμμεσα το δικαστήριο ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα του καταλειφθέντος στον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας ακινήτου), νεμόμενος αυτό για χρονικό διάστημα 20 ετών και συγκεκριμένα από το έτος 1988 έως το έτος 2008. Δέχθηκε επίσης ότι αμφότεροι οι διάδικοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία του πατέρα τους (που απεβίωσε το έτος 1987), με συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής που συνετάγησαν και μεταγράφηκαν το έτος 2001. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, για να καταλυθεί η κυριότητα, που ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, Δ.Μ., απέκτησε στο επίδικο ως κληρονόμος του πατέρα του, με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής, η οποία επήλθε, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, θα έπρεπε η χρησικτησία, στην οποία στηρίζει την κυριότητά του επί του επιδίκου ο αναιρεσίβλητος, να είχε συμπληρωθεί μέχρι το χρόνο της μεταγραφής της οικείας πράξης αποδοχής (2001).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, συνεπεία της αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού ως άνω λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). […].
Χ.Κ.