ΑΠ 977/2025
Άρειος Πάγος (Α2΄ Τμήμα)
Αριθ. 977/2025
Πρόεδρος: Μ. Κουφούδη, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Ε. Γίτση, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ι. Μπόμπος, Φ. Κοτσώνης
Θέση συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού σε δικαστική συμπαράσταση. Όταν τεθεί συνδικαιούχος κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε δικαστική συμπαράσταση, δεν επέρχεται λύση της έννομης σχέσης μεταξύ του συμπαραστατούμενου και της τράπεζας. Η δικαιοπρακτική ανικανότητα, που επέρχεται λόγω δικαστικής συμπαράστασης, δεν επηρεάζει την τύχη του λογαριασμού, ο οποίος παραμένει ενεργός και λειτουργεί απρόσκοπτα ως προς όλους τους συνδικαιούχους. Εξάλλου, όπου ο νομοθέτης έκρινε ότι η θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση έχει ως έννομη συνέπεια τη λύση της έννομης σχέσης, το όρισε ρητά· επομένως, εάν έκρινε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για τη λύση της έννομης σχέσης και στην περίπτωση της δικαστικής συμπαράστασης συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού, τότε αυτό θα είχε προβλεφθεί ρητά με τη θέσπιση του ν. 5638/1932, στον οποίον προβλέπεται ως μοναδική περίπτωση λύσης της έννομης σχέσης συνδικαιούχου με την τράπεζα ο θάνατός του και η απαγόρευση της υποκατάστασής του από τους τυχόν κληρονόμους του, η οποία (περίπτωση) όμως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικώς εν προκειμένω, διότι ο συμπαραστατούμενος έχει ικανότητα δικαίου, εξακολουθεί να είναι φορέας των εννόμων σχέσεων στις οποίες μετείχε πριν από τη δικαστική συμπαράσταση και ο δικαστικός του συμπαραστάτης δεν υποκαθίσταται στην έννομη αυτή σχέση, αλλά μόνον ενεργεί αντ’ αυτού ως νόμιμος εκπρόσωπός του [Άρθρα 822, 830, 1666, 1676 αριθ. 1, 1682, 1603 ΑΚ· 1, 2 ν. 5638/1932].
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 §§ 1 και 2 ν. 5638/ 1932, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ.118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού είναι, εν τη εννοία του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 2 § 1 ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και των άρθρων 411, 489, 490, 491, 493, 806, 822 και 830 του ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων (δικαιούχων) σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ’ αυτούς, δημιουργείται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της δέκτριας της κατάθεσης τράπεζας αφετέρου οιονεί ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι οποιοσδήποτε δικαιούχος του κοινού λογαριασμού έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η τράπεζα δε έχει την υποχρέωση να τα αποδώσει μόνο μία φορά, χωρίς να έχει δικαίωμα να τα αποδώσει, κατ’ αρέσκειαν επιλογής, σε οποιονδήποτε δικαιούχο, ώστε να μη γίνεται λόγος για "συγκέντρωση της απαίτησης", στο πρόσωπο ενός (συν) δικαιούχου. Η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης από έναν από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου και, αν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης, εις ολόκληρον, έναντι της τράπεζας (υπόχρεης) και ως προς τον άλλο, δηλαδή τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος πλέον αποκτά από το νόμο απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα εφ' ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη [ΑΠ 1279/2023, ΑΠ 1128/2017].
Περαιτέρω στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του Αστικού Κώδικα [άρθρα 1666-1688] και δη στο άρθρο 1666 αριθ. 1 του ΑΚ ο νομοθέτης έχει προβλέψει τον θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης, ως ένα μέσο προστασίας των ενηλίκων προσώπων, τα οποία λόγω κάποιας πάθησης [ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή σωματικής αναπηρίας] αδυνατούν εν όλω ή εν μέρει να φροντίζουν μόνοι για τις υποθέσεις τους και να ασκήσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ως ενεργοί πολίτες. Κατ’ άρθρο 1676 αριθ. 1 του ως άνω Κώδικα το δικαστήριο που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση το κηρύσσει ανίκανο για όλες ή για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί γι’ αυτές αυτοπροσώπως. Αποτέλεσμα της υποβολής ενός προσώπου σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης είναι ότι αυτός είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες κατ’ άρθρο 128 αριθμό 2 του ΑΚ, ήτοι απεκδύεται μεν ολοκληρωτικά της ικανότητάς του να προβαίνει αυτογνωμόνως, αυτοβούλως και αυτοπροσώπως σε κατάρτιση δικαιοπραξιών και σε επιχείρηση υλικών πράξεων, πλην, όμως, αντ’ αυτού ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος ο διορισθείς δικαστικός συμπαραστάτης του [ΑΠ 1042/2017]. Ο ανωτέρω κατ’ άρθρο 1682 και 1603 του ΑΚ έχει την εξουσία να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του συμπαραστατούμενου εκείνες τις νομικές πράξεις, οι οποίες συνάδουν προς το συμφέρον και τις ανάγκες του συμπαραστατούμενου, και η δήλωση βούλησης, που διατυπώνει, δεν έχει σκοπό την ανάληψη ίδιων υποχρεώσεων και την κτήση ιδίων δικαιωμάτων, αλλά τα έννομα αποτελέσματά της παράγονται αυτοδικαίως και απευθείας στο πρόσωπο του συμπαραστατούμενου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων [περί κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό και περί δικαστικής συμπαράστασης] συνάγεται ότι όταν τεθεί ένας των συνδικαιούχων του κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε δικαστική συμπαράσταση, ο λογαριασμός παραμένει ενεργός και λειτουργεί απρόσκοπτα ως προς όλους τους συνδικαιούχους, χωρίς η δικαιοπρακτική ανικανότητα που επήλθε λόγω δικαστικής συμπαράστασης να επηρεάζει την τύχη αυτού, εφόσον υποκείμενο της συσταθείσας, δυνάμει της οικείας σύμβασης, ενοχικής σχέσης, εξακολουθεί να παραμένει ο συμπαραστατούμενος, εκπροσωπούμενος πλέον από το δικαστικό του συμπαραστάτη, ο οποίος δεν υπεισέρχεται στη θέση του συμπαραστατούμενου ως υποκείμενο της υφιστάμενης έννομης σχέσης αυτού με τον έτερο συνδικαιούχο και την Τράπεζα. Έτσι δεν διαταράσσεται ο προσωπικός χαρακτήρας της ενοχικής σχέσης, η οποία υπάρχει ήδη κατά το χρόνο υποβολής του συνδικαιούχου σε δικαστική συμπαράσταση, και παραλλήλως εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα του συμπαραστατούμενου, χωρίς να τίθεται θέμα κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους του δικαστικού συμπαραστάτη, καθόσον τα όρια της εξουσίας του προδιαγράφονται σαφώς και ρητώς από το νόμο και τη δικαστική απόφαση. Εξάλλου, όπου ο νομοθέτης έκρινε ότι η θέση προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση έχει ως έννομη συνέπεια τη λύση της έννομης σχέσης το όρισε ρητά [όπως στα άρθρα 726,775 ΑΚ], και επομένως αν έκρινε ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για τη λύση της έννομης σχέσης και στην περίπτωση της δικαστικής συμπαράστασης συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, τότε αυτό θα είχε προβληθεί ρητά με τη θέσπιση του ν. 5638/1932, όπου ως μοναδική περίπτωση λύσης της έννομης σχέσης συνδικαιούχου με την τράπεζα είναι ο θάνατός του κατά την § 2 του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, και η κατ’ άρθρο 3 απαγόρευση της υποκατάστασης του θανόντος από τους τυχόν κληρονόμους αυτού [ΑΠ 1279/2023], η οποία όμως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικώς και για την προκείμενη περίπτωση, που ο συμπαραστατούμενος έχει ικανότητα δικαίου κατ’ άρθρο 34 του ΑΚ και εξακολουθεί να είναι φορέας των εννόμων σχέσεων στις οποίες μετείχε πριν τη δικαστική συμπαράσταση και ο δικαστικός του συμπαραστάτης δεν υποκαθίσταται στην έννομη αυτή σχέση, αλλά μόνο ενεργεί αντ’ αυτού ως νόμιμος εκπρόσωπός του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: 'Στις 25.6.2009 ο ενάγων και η Μ.Ν., μη διάδικος στην παρούσα δίκη μετέβησαν στο Υποκατάστημα της εναγόμενης με κωδικό (... Α.) όπου και προέβησαν στο άνοιγμα του υπ' αριθ. ... κοινού τραπεζικού λογαριασμού, στο οποίο συνδικαιούχοι ήταν οι ανωτέρω. Όπως δε προκύπτει από την αυθημερόν κατατεθείσα στο άνω υποκατάστημα της εναγομένης αίτηση ανοίγματος λογαριασμού την οποία προσυπέγραψαν αμφότεροι οι αιτούντες συμφωνήθηκε ότι "ο λογαριασμός που ανοίγεται με την παρούσα διέπεται από τις διατάξεις του ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως εις κοινό λογαριασμόν" καθώς και από τις διατάζεις των Γενικών όρων Συναλλαγών της Τράπεζας. Η Τράπεζα έχει δικαίωμα να χρεώνει τον κοινό λογαριασμό μέχρι οποιουδήποτε ύψους με οποιαδήποτε ανταπαίτησή της κατά οποιοσδήποτε από τους δικαιούχους". Στην ίδια αίτηση επίσης και στο θέμα: "Γενικοί Όροι Συναλλαγών Τράπεζας" περιλαμβάνεται χωρίο στο οποίο αναφέρεται επί λέξει: "Οι παραπάνω ειδικοί όροι συμπληρώνονται από τις διατάξεις των Γενικών Όρων Συναλλαγών της Τράπεζας (έκδοση 1/7.11. 2007) και αποτελούν με αυτούς ένα ενιαίο και αναπόσπαστο όλο (…). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων και η σύζυγός του Σ.Σ. υπέβαλαν δια του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών την από 10.3.2014 αίτησή τους για την θέση της Μ.Ν. υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό …/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η Μ.Ν. τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, και διόρισε την Ε.Κ. προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια, για το χρονικό διάστημα από την έκδοση μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης και οριστική δικαστική συμπαραστάτρια για τον μετέπειτα της τελεσιδικίας της αποφάσεως χρόνο, στην οποία ανέθεσε και την επιμέλεια του προσώπου της συμπαραστατούμενης και όρισε τριμελές εποπτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους: α. Μ Μ. ως πρόεδρο β. Μ.Α. ως μέλος και γ. Α.Τ. ως μέλος. Η απόφαση αυτή ως προς τον ορισμό της Ε.Κ. κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ’ αριθ. …/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (…).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κίνηση του υπ' αριθ. ... κοινού τραπεζικού λογαριασμού, και από την από 29.10.2015 αίτηση εξαγοράς ασφαλιστηρίου ζωής προς την Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία " … Ανώνυμος Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής"....[μη διαδίκου στην παρούσα δίκη] υπεβλήθη την 29.10.2015 από την δικαστική συμπαραστάτρια της Μ.Ν., Ε.Κ. αίτημα εξαγοράς του υπ' αριθ. .../2013 Επενδυτικού Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, με τίμημα, κατά το πρώιμο εκείνο χρόνο εξαγοράς αυτού, το ποσό των 177.671,32 ευρώ, το οποίο η ασφαλιστική εταιρεία δέχθηκε παρ' ότι είχε συμφωνηθεί στο άρθρο 21 των γενικών όρων της ασφαλιστικής σύμβασης ότι “όταν ο αντισυμβαλλόμενος [Μ.Ν.] είναι άλλο πρόσωπο από τον ασφαλισμένο [Β.Γ.] και ο πρώτος απωλέσει τη δικαιοπρακτική του ικανότητα [γεγονός που γνώριζε η εν λόγω εταιρεία] τότε τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή ασφάλισης μεταβιβάζονται, όπως είχε οριστεί με το άρθρο 12 των γενικών όρων αυτοδικαίως στον ασφαλισμένο”. Το ανωτέρω δε ποσό η ασφαλιστική εταιρεία.... πίστωσε στον ορισθέντα προς τούτο επίδικο κοινό λογαριασμό, που τηρούνταν στο υποκατάστημα (Α.) της εναγομένης με το προρρηθέν τίμημα εξαγοράς του επενδυτικού συμβολαίου, ποσού 177.671,32 ευρώ), το οποίο κατέπεσε στον επίδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Ακολούθως στις 6.11.2015 η Ε.Κ. με την ιδιότητά της (ως δικαστική συμπαραστάτρια της συνδικαιούχου του επίδικου λογαριασμού) έδωσε εντολή προς τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης για ανάληψη από τον επίδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, του ποσού των 177.671,32 ευρώ, την οποία οι τελευταίοι αποδέχθηκαν και εκτέλεσαν. Πέραν δε της άνω ανάληψης η ίδια ως άνω δικαστική συμπαραστάτρια από τον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό ενήργησε αυθημερόν (2.11.2015) επίσης ανάληψη του ποσού των 10.000 ευρώ και την 8.12.2015 ανάληψη του ποσού των 29.970 ευρώ. Η ίδια ως άνω δικαστική συμπαραστάτρια ενήργησε την 4.1.2016 την τελευταία ανάληψη του ποσού των 20.000 ευρώ από τον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό. Εν συνόλω επομένως ανέλαβε από τον επίδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό το ποσό των (10.000 + 177.671.32 + 29.970 + 20.000) 237.641.32 ευρώ (...). Η εν λόγω κατάσταση της Μ.Ν. ενήργησε υποκειμενικά, κλόνισε μόνο την ενοχή της τεθείσας πλέον υπό δικαστική συμπαράσταση συνδικαιούχου του επίδικου κοινού τραπεζικού λογαριασμού και της εναγόμενης τράπεζας και έλυσε την ενοχή της, χωρίς να επηρεάσει τον προσωπικό δεσμό και την έννομη σχέση του έτερου συνδικαιούχου στον ίδιο ένδικο κοινό λογαριασμό, ενάγοντος, με την εναγόμενη τράπεζα, που συνεχίστηκε κανονικά, οπότε αυτός παρέμεινε μοναδικός κύριος του περιεχομένου σε αυτόν χρηματικού ποσού. Επίσης, λόγω της έντονης προσωπικής φύσης της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αλλά και λόγω της απαγόρευσης διάθεσης της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, που καθιερώνει το άρθρο 3 του ν. 5638/ 1932 δεν είναι νοητή η συνέχιση της κατάθεσης με τον εναπομείναντα συνδικαιούχο και τη δικαστική συμπαραστάτρια, καθώς δεν μπορεί να επιτραπεί υπεισέλευση τρίτου προσώπου, ξένου σε σχέση με τα συμβαλλόμενα μέρη, εκτός αν υπάρχει συμφωνία όλων των μερών για την εν λόγω υποκατάσταση, είτε όταν προκύπτει το πρόβλημα, είτε εκ των προτέρων ως ρήτρα στη σύμβαση ανοίγματος κοινού λογαριασμού.
Εν προκειμένω όμως ουδόλως υφίσταται τέτοια ρήτρα στη σύμβαση ανοίγματος κοινού λογαριασμού, είτε εκ των προτέρων, είτε στη συνέχεια, όταν προέκυψε το πρόβλημα, ούτε επικαλούνται κάτι αντίθετο οι διάδικοι. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, πράγματι όπως προαναφέρθηκε η επίδικη σύμβαση ανοίγματος κοινού τραπεζικού λογαριασμού διέπεται από τις διατάξεις του ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως εις κοινό λογαριασμόν", καθώς και από τις διατάξεις των Γενικών όρων Συναλλαγών της Τράπεζας (έκδοση 1/7.11.2007) και αποτελούν με τους αναφερόμενους στην αίτηση ανοίγματος του λογαριασμού (…) ειδικούς όρους, ένα ενιαίο και αναπόσπαστο όλο. Aπάντων δε των όρων αυτών έλαβαν γνώση τα συμβαλλόμενα μέρη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τον προαναφερόμενο στο κεφάλαιο 8 των Γενικών Όρων Συναλλαγών και με αριθμό 2 όρο σε συνδυασμό με τον περιεχόμενο στο Κεφάλαιο 4 ενότητα 111 "Εντολές Προς την Τράπεζα", τούτες (εντολές) αφορούν στον τρόπο διαβίβασης των εντολών από τον δικαιούχο του λογαριασμού, καθώς και στον τρόπο εκτέλεσης αυτών από την αντισυμβαλλόμενη τράπεζα με την ρητή αναφορά στον αριθμό 6 των τελευταίων (εντολών προς την τράπεζα) ότι "ο πελάτης δεν έχει δικαίωμα να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει εντολή του που η Τράπεζα έχει ήδη εκτελέσει". Σαφώς επομένως προκύπτει από το άρθρο 1 §§ 1 και 2 εδ. α και β του ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως εις κοινό λογαριασμό", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971, οι αναφερόμενοι στο προσκομιζόμενο με επίκληση από τους διαδίκους έντυπο των Γενικών όρων Τραπεζικών Συναλλαγών της εναγόμενης Τράπεζας, όροι, από τα συμφωνηθέντα κατά την αίτηση ανοίγματος του ένδικου κοινού τραπεζικού λογαριασμού, αλλά και όσα δέχονται οι διάδικοι, χωρίς την χρεία προσφυγής στην κατ' άρθρο 173 και 200 ΑΚ εξηγητική ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των μερών, ότι μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνήθηκε ότι οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού είχαν χορηγήσει την πληρεξουσιότητα και ανέκκλητη εντολή στην τράπεζα να αποδίδει το χρήματα του κοινού λογαριασμού στους εκάστοτε δικαιούχους του και μάλιστα χωρίς την σύμπραξη του έτερου συνδικαιούχου. Όπως όμως αναφέρθηκε ανωτέρω, με την έκδοση της υπ’ αριθ. …/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η συνδικαιούχος του λογαριασμού αυτού Μ.Ν. ετέθη υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και συνεπώς ελύθη έκτοτε η μεταξύ αυτής και της Τράπεζας σύμβαση, χωρίς να επηρεάσει τον προσωπικό δεσμό και την έννομη σχέση του συνδικαιούχου ενάγοντος με την εναγομένη τράπεζα, που συνεχίστηκε κανονικά, οπότε αυτός παρέμεινε μοναδικός κύριος και δικαιούχος του περιεχομένου, στον ένδικο λογαριασμό, χρηματικού ποσού, μη δυνάμενης της εναγομένης τράπεζας να εκτελέσει εντολές ανάληψης χρημάτων από τον ένδικο λογαριασμό προερχόμενες από πρόσωπο έτερο πλην του εναπομείναντος μοναδικού δικαιούχου αυτού ή τρίτου νομίμως εξουσιοδοτημένου από τον τελευταίο προς τούτο.
Συνεπώς η τράπεζα δεν δύναται να εκτελέσει τοιαύτες εντολές προερχόμενες από τη δικαστική συμπαραστάτρια, η οποία ουδόλως κατέστη δικαιούχος του ένδικου λογαριασμού”.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 26.4.2021 έφεση της εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας Τραπεζικής εταιρείας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία να του καταβάλει το ποσό της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού, το οποίο η πρώτη είχε αποδώσει στη δικαστική συμπαραστάτρια της συμπαραστατούμενης Μ.Ν., κρίνοντας ότι η θέση της τελευταίας συνδικαιούχου του κοινού μετά του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου καταθετικού τραπεζικού λογαριασμού σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης επέφερε ως προς αυτήν τη λύση της εν λόγω σύμβασης, χωρίς να επηρεάσει την έννομη σχέση της Τράπεζας με τον έτερο συνδικαιούχο στον ίδιο κοινό ένδικο λογαριασμό, ο οποίος παρέμενε μοναδικός κύριος του περιεχόμενου σ’ αυτόν χρηματικού ποσού, μη δυναμένης μετά ταύτα της αναιρεσείουσας τράπεζας να εκτελέσει εντολές ανάληψης χρημάτων από τον ένδικο λογαριασμό προερχόμενες από πρόσωπο έτερο πλην του ανωτέρω.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 822, 830, 1666, 1676 αριθ. 1, 1682, 1603 του ΑΚ και άρθρα 1, 2 του ν. 5638/1932, προσδίδοντας σ' αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, καθόσον κατά την ορθή ερμηνεία αυτών, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ο κοινός καταθετικός τραπεζικός λογαριασμός δεν έπαυσε να υπάρχει και μετά τη θέση της συνδικαιούχου Μ.Ν. σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, και να εμπίπτει αυτός στην περιουσία της, για την οποία η δικαστική της συμπαραστάτρια διέθετε εξουσία να την εκπροσωπεί για να αναλάβει χρήματα και επομένως νομίμως η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα εκτέλεσε τις εντολές ανάληψης χρημάτων από τον κοινό του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου και της συμπαραστούμενης λογαριασμό, που δόθηκαν από τη νομίμως διορισθείσα δικαστική συμπαραστάτρια αυτής.
Συνεπώς η πληττόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναίρεσης. […].
Χ.Κ.