ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ - ΑΠ 602/2024
Άρειος Πάγος (Α3΄ Τμήμα)
Αριθ. 602/2024
Προεδρεύουσα: Α. Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Χ. Πλατιά, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ι. Λιναρίτης, Ζ. Ευαγγελίδου-Τσικρικά
Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό (joint account). Σε περίπτωση ανοίγματος κοινού λογαριασμού περισσοτέρων του ενός καταθετών, οποιοσδήποτε εξ αυτών έχει δικαίωμα ανάληψης χρημάτων και αντίστοιχη υποχρέωση της τράπεζας να τα αποδώσει στον συνδικαιούχο χωρίς δικαίωμα επιλογής. Παράνομος ο συμψηφισμός οφειλής της τράπεζας μετά την έγγραφη υποβολή από τον ένα συνδικαιούχο να αναλάβει όλο το ποσό της κατάθεσης με οφειλή προς αυτήν έτερου συνδικαιούχου, κατά παράβαση του κανόνα ότι η καταβολή των χρημάτων από κοινό λογαριασμό γίνεται αδιάκριτα σε οποιονδήποτε συνδικαιούχο και χρονικά σε εκείνον που την αιτείται πρώτος (Άρθρα 411, 489, 490, 491, 493, 806, 827, 830, 871, 1 §§ 1 και 2 ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973).
Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά, όμως, με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και, συνεπώς, κατά το άρθρο 830 εδ. α' ΑΚ, έχουν σ` αυτή εφαρμογή, τόσο η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και η διάταξη του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 867/2021, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 854/ 2017, ΑΠ 1220/2014). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 §§ 1 και 2 ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, ορίζεται ότι "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι, εν τη εννοία του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε είς είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι. Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 2 § 1 ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 411, 489, 490, 491, 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης (η οποία μπορεί να γίνει και "επί προθεσμία") επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων (δικαιούχων) σε κοινό (διαζευκτικό) λογαριασμό, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ’ αυτούς, δημιουργείται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της δέκτριας της κατάθεσης τράπεζας αφετέρου οιονεί ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια, ότι οποιοσδήποτε δικαιούχος του κοινού λογαριασμού έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, ενώ η τράπεζα έχει την υποχρέωση να τα αποδώσει μόνο μία φορά, χωρίς να έχει δικαίωμα να τα αποδώσει, κατ' αρέσκειαν επιλογής, σε οποιονδήποτε δικαιούχο (ΑΠ 345/2015), το οποίο (δικαίωμα) απορρέει από το άρθρο 490 ΑΚ, που ορίζει ότι "όταν υπάρχει απαίτηση εις ολόκληρον ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμησή του να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος από αυτούς δεν έχει εγείρει εναντίον του αγωγή", καθόσον η εν λόγω διάταξη εκτοπίζεται από την ιδιομορφία του θεσμού του κοινού λογαριασμού γιατί δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό που επιδιώκουν τα μέρη με τον κοινό λογαριασμό, αφού στο δικαίωμα του κάθε καταθέτη να αποσύρει, ολικώς ή εν μέρει, το ποσό της κατάθεσης και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, δεν αντιστοιχεί και δικαίωμα της οφειλέτιδας τράπεζας να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους καταθέτες.
Συνεπώς, στην περίπτωση του εν λόγω κοινού λογαριασμού, η τράπεζα έχει την υποχρέωση, σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης, κατά την οποία προτιμάται ο συνδικαιούχος που ζήτησε πρώτος την ανάληψη του ποσού της κατάθεσης, να καταβάλει το ποσό αυτό στο συνδικαιούχο που ζήτησε πρώτος την ανάληψή του, στο πρόσωπο του οποίου επέρχεται "συγκέντρωση" της απαίτησης για το ποσό της κατάθεσης, χωρίς να μπορεί αυτή (τράπεζα) να επιλέξει για την πληρωμή του άλλο συνδικαιούχο. Είναι δε αδιάφορο, αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους συνδικαιούχους (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015). Εξάλλου, η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης από ένα από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου και, αν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης, εις ολόκληρον, έναντι της τράπεζας (υπόχρεης) και ως προς τους άλλους, δηλαδή τους μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι πλέον αποκτούν από το νόμο απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα εφ’ ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής κατά εκείνου που προέβη στην ανάληψη (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 364/2022, ΑΠ 671/2022). Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαίτησής της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, εφόσον, κατ' άρθρο 491 ΑΚ, και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019). Επίσης, η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην τράπεζα και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτή να αποδώσει τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια της ανωτέρω λειτουργίας είναι ότι, μετά την κατάθεση, δικαιούχος της κατάθεσης είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε τράπεζα από τότε, που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο όταν της ζητηθεί (ΑΠ 813/2022, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη, απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Η έννοια του συμψηφισμού περιλαμβάνει τόσο την ενέργεια (δήλωση) του ενός μέρους, που επιφέρει την απόσβεση των απαιτήσεων, όσο και το διαπλαστικό δικαίωμα εκάστου μέρους να προβεί στο συμψηφισμό, διαπλάθοντας έτσι νέα κατάσταση, δηλαδή την απόσβεση των απαιτήσεων. Από το γεγονός, όμως, ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή ακούσιο συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ κατόπιν μονομερούς δήλωσης του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελευθέρως τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον (ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 31/2017). Τα αποτελέσματα της σύμβασης συμψηφισμού κρίνονται προφανώς από την σχετική συμφωνία των μερών, ενώ, σε περίπτωση έλλειψης σχετικής βούλησης, θεωρείται ότι τα μέρη απέβλεψαν στα αποτελέσματα του μονομερούς συμψηφισμού. Επίσης, η σχετική βούληση των μερών ως προς την αναδρομική ενέργεια του συμψηφισμού δεν τεκμαίρεται και θα πρέπει να έχει σαφώς εκφρασθεί με την συμφωνία περί συμψηφισμού, για να έχει ο συμβατικός συμψηφισμός αναδρομικά αποτελέσματα.
Κ.Γ.