ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ - ΑΠ 179/2024
Άρειος Πάγος (Γ΄ Τμήμα)
Αριθ. 179/2024
Πρόεδρος: Μ. Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Γ. Καλαμαρίδης, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Κ. Μιχαηλίδης, Β. Κυριακίδη
Καθορισμός δικαστικής δαπάνης. Ελλείψει γραπτής συμφωνίας εντολέα και του δικηγόρου του και μη υποβολής καταλόγου εξόδων από την πλευρά του νικήσαντος διαδίκου, η καταδίκη στα δικαστικά έξοδα του ηττηθέντος διαδίκου γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρ. 63 ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων). Υπολογισμός δικαστικής δαπάνης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (Άρθρα 63 & 68 ν. 4194/ 2013, 176, 181 & 191 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 63 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) περί καθορισμού αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ορίζεται ότι: "1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ... Επίσης, κατά το άρθρο 68 του ίδιου ως άνω νόμου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της § 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής, ενώ κατά την § 1 εδ. α' του άρθρου 69 του ίδιου επίσης ως άνω νόμου, για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην § 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, όπως συνομολογείται και από την αναιρεσείουσα, ανέρχεται στο ποσό των 500.000 ευρώ. Επομένως, εφόσον η έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος για τις δίκες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου δικαιούται ως δικαστικά έξοδα κατά τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής έγγραφης συμφωνίας μεταξύ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του δικηγόρου του και δεν υποβλήθηκε κατάλογος εξόδων, τα ακόλουθα ποσά με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και την αναφερόμενη στις διατάξεις αυτές φθίνουσα κλίμακα συντελεστών αμοιβής (ΟλΑΠ 8/2021): α) για τη σύνταξη της αγωγής (2% Χ 200.000 ευρώ) + (1,5% x 300.000 ευρώ) = 4.000 + 4.500 = 8.500 ευρώ, β) για τις προτάσεις του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (8.500: 2 =) 4.250 ευρώ, γ) για τη σύνταξη της έφεσης 161 ευρώ, δ) για την παράσταση του δικηγόρου του εκκαλούντος στο Εφετείο 192 ευρώ, σύμφωνα με το παράρτημα του ν. 4194/2013, ε) για τις προτάσεις του εκκαλούντος στο Εφετείο (4.250 x 2 =) 8.500 ευρώ. Συνολικά, δηλαδή, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανήλθαν στο ποσό των 21.603 ευρώ. Το Εφετείο καταδίκασε την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 25.000 ευρώ. Έτσι, όμως, το Εφετείο με το να επιδικάσει σε βάρος της εφεσίβλητης το ποσό των 25.000 ευρώ αντί του ορθού 21.603 ευρώ για δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4194/2013.
Κ.Γ.