ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ – ΕΚΧΩΡΗΣΗ & ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ - ΑΠ 1687/2023

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 01

 

Άρειος Πάγος (Α2΄ Τμήμα)

Αριθ. 1687/2023

 

Προεδρεύων: Θ. Κανελλόπουλος, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Χ. Πλατιά, Αρεοπαγίτης

ΔικηγόροιΔ. Τόλιος, Γ. Γιαννακούρου

 

Σύναψη δανείου τοκοπληρωμής με συμφωνία αποπληρωμής του κεφαλαίου κατά την λήξη του (BALLOON). Παράλληλη σύναψη ασφάλειας ζωής ισόχρονης με τη σύμβαση δανείου με απόδοση του ασφαλίσματος κατά την λήξη του δανείου, ποσού ίσου με το κεφάλαιο του δανείου. Παροχή ασφαλείας από το δανειστή και, εκτός της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, με τη σύσταση ενέχυρου την εκχώρηση της απαιτήσεως του δανειολήπτη απέναντι στην ασφαλιστική εταιρεία. Ανάκληση αδείας ασφαλιστικής εταιρείας πριν την λήξη της ασφάλειας ζωής. Καταγγελία της σύμβασης δανείου λόγω απώλειας της ασφάλειας της εκχώρησης.  Η παροχή ασφάλειας έγινε χάριν και όχι αντί καταβολής και δε γεννάται υποχρέωση της Τράπεζας να αναζητήσει το δανειακό υπόλοιπο από το προϊόν της εκκαθάρισης της ασφαλιστικής εταιρείας (Άρθρα 297, 298, 330, 421 455, 460 έως 462, 1224 εδ. α΄, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1, 1254 και 1256 ΑΚ, 35, 36, 39, 44 και 47 ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών").

 

Κατά το άρθρο 455 του ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 460 έως 462 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαίτησης στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέως, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής. Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), δηλαδή ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ’ αυτόν (ΑΠ 632/ 2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 376/2020). Εξάλλου, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ, αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή-εκδοχέα (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 1537/ 2004, ΑΠ 1463/1998). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8. 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που, κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του ως άνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γέννησής της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία. Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1394/ 2021, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 906/2019). Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαίτησης, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαίτησης σ’ αυτόν κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 906/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1168/ 2015). Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α΄, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1883/2014). 

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το μήνα Οκτώβριο του 1999 οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), ενδιαφερόμενοι να λάβουν τραπεζικό δάνειο για τη χρηματοδότηση των εργασιών επισκευής της οικίας τους, απευθύνθηκαν στην εναγομένη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), στο υποκατάστημά της στην Αθήνα επί της οδού .... Εκεί, μετά από διαπραγματεύσεις, κατά τις οποίες οι αρμόδιοι υπάλληλοι του εν λόγω υποκαταστήματος της εναγομένης τους υπέδειξαν διάφορες μορφές δανειακών συμβάσεων, οι ενάγοντες επέλεξαν και αποφάσισαν να συνάψουν με την εναγομένη έντοκο δάνειο τύπου balloon. Στα πλαίσια του δανειακού αυτού τύπου πριν από την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης, θα καταρτιζόταν μία σύμβαση ασφάλισης ζωής, ίσης διάρκειας, μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το ακολούθως χορηγούμενο από την εναγομένη στους ενάγοντες δάνειο, θα αποπληρωνόταν με την εφάπαξ καταβολή του ισόποσου τούτου ασφαλίσματος που θα εδικαιούτο από την άνω ασφαλιστική εταιρία ο πρώτος ενάγων ως ασφαλισμένος, κατά τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης, κατόπιν εκχωρήσεως της απαιτήσεώς του αυτής στην εναγομένη τράπεζα, λόγω ενεχύρου, και μέχρι τότε οι δανειολήπτες ενάγοντες θα κατέβαλαν στην εναγομένη τράπεζα, τους δεδουλευμένους τόκους επί του δανείου τους, σε μηνιαίες δόσεις, στη δε ασφαλιστική εταιρία ο πρώτος ενάγων θα κατέβαλε τα συμφωνημένα, ανά εξάμηνο, ασφάλιστρα. Με τη συνδυαστική αυτή σύναψη δανειακής συμβάσεως, ασφαλιστικής συμβάσεως ζωής και σύμβασης ενεχύρου και εκχωρήσεως, εξασφαλιζόταν η αποπληρωμή του δανείου προς την δανείστρια εναγομένη εφάπαξ κατά τη λήξη του με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ίσης διάρκειας και την καταβολή του ασφαλίσματος κατά τη λήξη της, ο, εκ των δύο δανειοληπτών, ασφαλισμένος συμμετείχε κατά τους όρους της σύμβασης κατά τη λήξη της στα κέρδη της ασφαλιστικής εταιρίας και η τελευταία εισέπραττε προς τούτο τα ασφάλιστρα στις συμφωνημένες δόσεις. Σε εκτέλεση της επιλογής του εν λόγω τύπου δανείου, καταρτίστηκε αρχικά μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας η από 4.11.1999 ασφαλιστική σύμβαση, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../… ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η ασφαλιστική κάλυψη του κινδύνου αδυναμίας αποπληρωμής του δανείου που επρόκειτο να χορηγήσει η εναγομένη τράπεζα στους ενάγοντες, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου πρώτου ενάγοντος. Ειδικότερα, με την άνω ασφαλιστική σύμβαση ο πρώτος ενάγων συμβλήθηκε ως ασφαλισμένος και λήπτης της ασφάλισης και του παρασχέθηκε από την αντισυμβαλλομένη του ασφαλιστική κάλυψη για τους κινδύνους ζωής και υγείας του, ενώ για τη περίπτωση θανάτου του συμφωνήθηκε ότι το ασφάλισμα, ύψους 10.012.515 δραχμών, θα καταβαλλόταν στην εναγομένη δανείστρια τραπεζική εταιρία, η οποία ορίστηκε για την ασφαλιστική αυτή περίπτωση δικαιούχος του άνω ασφαλίσματος κατά ποσοστό 100%. Η διάρκεια της ασφάλισης ορίστηκε δεκαπενταετής, με έναρξη ισχύος στις 27.10.1999 και λήξη στις 27.10.2014 και τα ασφάλιστρα συμφωνήθηκαν στο ποσό των 275.158 δραχμών ανά εξάμηνο. Δώδεκα ημέρες μετά τη σύναψη της άνω ασφαλιστικής συμβάσεως, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης τράπεζας, καταρτίστηκε η επίδικη υπ’ αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η δανείστρια τράπεζα χορήγησε στους δανειολήπτες-ενάγοντες δάνειο ποσού 10.000.000 δραχμών για τη χρηματοδότηση της εκτέλεσης εργασιών βελτίωσης της οικίας τους. Η διάρκεια και αυτής της σύμβασης ορίστηκε δεκαπενταετής (180 μηνών) και το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο, με επιτόκιο σταθερό, ποσοστού 10,50% για τους πρώτους τριάντα έξι μήνες από την εκταμίευση του δανείου και για το επόμενο χρονικό διάστημα συμφωνήθηκε έντοκο με κυμαινόμενο επιτόκιο, ίσο προς το Βασικό Στεγαστικό Επιτόκιο της εναγομένης, όπως αυτό θα ίσχυε την τελευταία ημέρα κάθε προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 2%. Οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τους δεδουλευμένους τόκους επί του ποσού του δανείου τους, στην εναγομένη, σε μηνιαίες δόσεις για τους 180 μήνες διάρκειας της σύμβασης, κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, η οποία ορίστηκε ως δήλη ημέρα καταβολής, αρχής γενομένης από την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιανουάριου του 2000. Η καταβολή του κεφαλαίου του δανείου στην εναγομένη συμφωνήθηκε να γίνει από το ισόποσο τούτου ασφάλισμα που θα δικαιούτο ο ασφαλισμένος πρώτος ενάγων από την άνω ασφαλιστική εταιρία κατά το χρόνο λήξης της μεταξύ τους σύμβασης, καταβάλλοντάς της μέχρι τότε κανονικά τα συμφωνημένα ασφάλιστρα, και θα το εισέπραττε η εναγομένη τράπεζα εφάπαξ, όταν οι ενάγοντες δανειολήπτες θα της κατέβαλαν την τελευταία οφειλόμενη μηνιαία δόση των δεδουλευμένων τόκων του δανείου τους. Ειδικότερα, με ρητό όρο της δανειακής σύμβασης (όρος 2 του προσαρτήματος I) συμφωνήθηκε ότι κατά την αποπληρωμή προς την εναγομένη της τελευταίας δόσης των δεδουλευμένων τόκων εκ μέρους των εναγόντων θα αποδιδόταν στην εναγομένη επιπλέον ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου του δανείου "από το ασφάλισμα του υπ'αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου". Για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της εναγομένης δανείστριας τράπεζας από την δανειακή σύμβαση καταρτίστηκε την ίδια ημέρα μεταξύ αυτής και του πρώτου ενάγοντος η από 16.11.1999 έγγραφη "σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε ασφάλεια στεγαστικού δανείου". Με τη σύμβαση αυτή ορίστηκε ότι, για την εξασφάλιση κάθε απαίτησης της δανείστριας τράπεζας προερχομένης από τη δανειακή σύμβαση για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και από οποιαδήποτε άλλη απαίτησή της κατά του πρώτου ενάγοντος, αυτός συνιστά εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου υπέρ της επί κάθε απαιτήσεώς του απορρέουσας από το υπ'αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατά της αντισυμβαλλομένης του σε αυτό ασφαλιστικής εταιρίας "...", παραδίδοντας το ασφαλιστήριο λόγω ενεχύρου στην εναγομένη -ενεχυρούχο δανείστρια- τράπεζα. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε ότι εκχωρεί στην εναγομένη με το ενέχυρο αυτό και όλα τα σχετικά δικαιώματά του, προσωπικά και πραγματικά και τις σχετικές αγωγές, και υποσχέθηκε την εν λόγω απαίτηση αποκλειστικής κυριότητάς και ελευθέρας διαθέσεώς του, απαλλαγμένη από κάθε άλλη ενεχυρίαση, συμψηφισμό, απαίτηση τρίτου ή κατάσχεση. Αντίστοιχα η εναγομένη ενεχυρούχος τράπεζα, ως δικαιούχος της ενεχυριαζομένης απαιτήσεώς δήλωσε ότι δικαιούται να ασκεί τα εκ του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου απορρέοντα δικαιώματα και να προβαίνει κατά την κρίση της, οποτεδήποτε και άνευ συμπράξεως του πρώτου ενάγοντος-ενεχυριαστή και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή μη των απαιτήσεώς της που προκύπτουν από τη μεταξύ τους δανειακή σύμβαση, στη λήψη του ασφαλιζόμενου ποσού. Περαιτέρω η εναγομένη εξουσιοδοτήθηκε από τον πρώτο ενάγοντα, ανέκκλητα, να φέρει, κατά την κρίση της, οποτεδήποτε και χωρίς τη μεσολάβηση ή σύμπραξη του πρώτου ενάγοντος-ενεχυριαστή είτε σε πίστωση της, δια του ενεχύρου, ασφαλιζόμενης απαίτησής του, είτε να καταθέτει αυτό σε έντοκη κατάθεση με επιφύλαξη του εκ του ενεχύρου δικαιώματος και το τυχόν υπόλοιπο μετά την πλήρη ικανοποίησή της να το αποδίδει στον ενεχυριαστή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχει κατά το χρόνο εκείνο οποιαδήποτε οφειλή του προς τη ίδια από οποιαδήποτε αιτία. Επιπρόσθετα, με την ίδια σύμβαση, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα δεν κωλύεται από το ενέχυρο αυτό που συνιστάται επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου να ασκήσει σε κάθε χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά των έναντι αυτής υποχρέων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών της που ασφαλίζονται με την παρούσα σύμβαση ενεχύρου (όρος 8). Ειδικότερα η εναγομένη, δυνάμει ρητών, και όλων ουσιωδών, όρων της ένδικης δανειακής σύμβασης, είχε κατά των εναγόντων οφειλετών της, μεταξύ άλλων, απαίτηση α) για καταβολή του ανεξόφλητου ποσού του δανείου σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις στην περίπτωση μη αποπληρωμής από τον πρώτο ενάγοντα -που ήταν ένας εκ των δύο δανειοληπτών-οφειλετών της- των ασφαλίστρων του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που θα έχει σαν συνέπεια την ακύρωση της ασφαλιστικής κάλυψής του, από τον μήνα της αναγγελίας ακύρωσης της ασφαλιστικής κάλυψης (2β όρος του προσαρτήματος I της δανειακής σύμβασης) και β) να επιδιώξει την είσπραξη ολοκλήρου του άληκτου ανεξόφλητου δανείου, κηρύσσοντας αυτό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό β1) με καταγγελία της σύμβασης, κατά τη απόλυτη κρίση της, σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους της (8ος όρος) και β2) με απλή έγγραφη δήλωσή της, κατά την ελεύθερη κρίση της, προς τους ενάγοντες-οφειλέτες της, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση καθυστέρησης οποιαδήποτε δόσης ή μέρους αυτής κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στον όρο 8, ως και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία, είτε η αξία των κατά την δανειακή σύμβαση και το προσάρτημα αυτής ασφαλειών μειωθεί ή καταστεί αμφίβολη, είτε καταστεί αδύνατη ή αμφίβολη η ρευστοποίησή τους καθ'οιονδήποτε τρόπο (10ος όρος περ. α' και ε'). Έτσι με τον παραπάνω μηχανισμό και με δεδομένο ότι η ενεχυρίαση ονομαστικής απαίτησης για την εξασφάλιση τραπεζικών απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις έχει ως συνέπεια την εκχώρηση των ενεχυριαζόμενων απαιτήσεων (άρθρ. 39 § 1, 44 ν.δ. 17.7/13.8.1923) ..., ο πρώτος ενάγων προέβη με την άνω, από 16.11.1999 σύμβαση ενεχυρίασης, στην εκχώρηση προς την εναγομένη της απαίτησής του κατά της προαναφερόμενης αντισυμβαλλομένης του ασφαλιστικής εταιρίας, πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως άλλωστε ρητά ορίστηκε, διατηρώντας βέβαια η εναγομένη κατά των οφειλετών της-εναγόντων όλες τις απορρέουσες από την ένδικη δανειακή τους σύμβαση απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες. Η προβλεπόμενη στην εν λόγω σύμβαση ενεχυρίασης εκχώρηση της αξίωσης καταβολής του ασφαλίσματος προς την εναγομένη δεν ολοκληρώθηκε, διότι ουδέποτε αναγγέλθηκε η εκχώρηση αυτή προς την ασφαλιστική εταιρία με οποιονδήποτε τρόπο και δη με τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 39 § 2 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 τύπο της αναγγελίας αυτής, με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης προς την ασφαλιστική εταιρία, όπως απαιτείται, για να επέλθουν τα αποτελέσματά της. Επομένως, επειδή η εκχώρηση δεν ολοκληρώθηκε, ο πρώτος ενάγων ουδέποτε αποξενώθηκε από την αξίωσή του εκ του υπ’ αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου για την καταβολή του προβλεπόμενου σε αυτό ασφαλίσματος, ούτε η εναγομένη τράπεζα κατέστη αποκλειστική δικαιούχος αυτού. Τα ανωτέρω κρίθηκαν και με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου για το λόγο αυτό κατ' ουσία του υπό το στοιχείο α' αγωγικού αιτήματος που αφορά στην επικαλούμενη από τους ενάγοντες, ως τετελεσμένη και έγκυρη, εκχώρηση του ασφαλίσματος στην εναγομένη και περαιτέρω, αφού κρίθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα δεν απώλεσε το δικαίωμά της να στραφεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της από το επίδικο δάνειο κατά των εναγόντων-οφειλετών της με αποκλειστικά υπόχρεη προς τούτο την αναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, απορρίφθηκε κατ’ ουσία και το υπό στοιχείο γ' σχετικό αίτημα της αγωγής, και τα κεφάλαια αυτά της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν προσβλήθηκαν με έφεση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στη θέση της αρχικής αντισυμβαλλομένης του πρώτου ενάγοντος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλιστικής εταιρίας "... ... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ" υπεισήλθε, λόγω συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 145/ 8.1.2002) και στη συνέχεια η επωνυμία της τελευταίας τροποποιήθηκε σε "..." (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ υπ’ αριθ. 256/8.4.2002). Οι ενάγοντες, στους οποίους χορηγήθηκε το δάνειο κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και σε εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, κατέβαλαν στην εναγομένη περιοδικώς τις προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις των εκάστοτε δεδουλευμένων τόκων επί του κεφαλαίου του χορηγηθέντος δανείου, το οποίο παρέμενε άληκτο καθόλη τη διάρκεια της δανειακής σύμβασης, και παράλληλα ο πρώτος ενάγων κατέβαλε στην ασφαλιστική του εταιρία τα συμφωνημένα ασφάλιστρα από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μέχρι τις 18.11. 2009, συνολικού ποσού 17.347,91 ευρώ. Τότε κατέβαλε για τελευταία φορά ασφάλιστρα στην άνω ασφαλιστική εταιρία, ποσού 807,51 ευρώ, που αφορούσαν στο εξάμηνο χρονικό διάστημα, από 27.10. 2009 έως 27.4.2010. Δύο μήνες πριν τη λήξη του εξαμήνου αυτού, στις 25.2.2010, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της άνω ασφαλιστικής εταιρίας με απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, στην υπ’ αριθ. ... συνεδρίασή του, και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Μετά τη διακοπή της λειτουργίας της, επειδή ο αντισυμβαλλόμενός της πρώτος ενάγων δεν ελάμβανε πλέον ειδοποιητήρια για τον τρόπο καταβολής και το ύψος των οφειλομένων ασφαλίστρων, οι ενάγοντες, ως οφειλέτες της εναγομένης τράπεζας-δανειολήπτες της, απευθύνθηκαν σε αυτή εγγράφως ζητώντας πληροφορίες για τον τρόπο εξακολούθησης της πληρωμής των ασφαλίστρων. Σε απάντηση η εναγομένη τους απέστειλε το υπ’ αριθ. πρωτ. ... έγγραφό της, υπογεγραμμένο από τους αρμοδίους υπαλλήλους της, του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών καταναλωτικής στεγαστικής πίστης, με το οποίο, αφού τους επισήμανε, ορθά, την αυτοτέλεια της δανειακής τους σύμβασης από αυτή της ασφαλιστικής σύμβασης του πρώτου τούτων με την ασφαλιστική εταιρία, τους γνωστοποιούσε ότι στις 28.7.2011 το άληκτο κεφάλαιο του επιδίκου δανείου τους, που έληγε μετά από τις 41 μήνες και τους βαρύνει, ανέρχεται στο ποσό των 29.347,03 ευρώ και ότι ήδη εκκρεμούσε η καταβολή μέρους της δόσης τόκων του μηνός Ιουλίου 2011, ποσού 200,70 ευρώ. Παράλληλα δήλωσε στους ενάγοντες ότι συμμερίζεται τη δύσκολη θέση στην οποία έχουν περιέλθει με την ασφαλιστική εταιρία και προσφέρθηκε να βρουν από κοινού μία λύση για τον τρόπο αποπληρωμής της ανωτέρω οφειλής τους προς την ίδια, από τη μεταξύ τους δανειακή σύμβαση. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν την ύπαρξη της άνω οφειλής τους προς την εναγομένη, θεωρώντας αποκλειστικά υπόχρεη για την καταβολή της την αντισυμβαλλομένη ασφαλιστική εταιρία του πρώτου τούτων, όπως διατείνονται και στην ένδικη αγωγή τους, ζητώντας περαιτέρω -με το υπό στοιχείο β' αίτημα αυτής που ενδιαφέρει εν προκειμένω- την αναγνώριση της ανυπαρξίας της οφειλής τους, την οποία επικαλείται η εναγομένη με την άνω επιστολή της, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως απορρέουσα από τη μεταξύ τους δανειακή σύμβαση. Με βάση όμως τις προαναφερόμενες τελεσίδικες κρίσεις της εκκαλουμένης αποφάσεως και τους ανωτέρω όρους της δανειακής σύμβασης (υπ’ αριθ. 10 συν. με τον υπ’ αριθ. 8), αλλά και της σύμβασης ενεχυρίασης (όρος 8), σε συνδυασμό και με την μη καταβολή μέρους οφειλόμενης δόσης των δεδουλευμένων τόκων, η εναγομένη δανείστρια τράπεζα έχει κατά των εναγόντων δανειοληπτών απαίτηση εκ της μεταξύ τους δανειακής συμβάσεως για το άληκτο κεφάλαιο του χορηγηθέντος σε αυτούς δανείου και σε εκτέλεση των συμβατικών αυτών όρων, με την, ανωτέρω, κατά την ελεύθερη κρίση της, έγγραφη δήλωσή της, το αξίωσε από τους ενάγοντες, ως ήδη απαιτητό στο σύνολό του, έχοντας προς τούτο νόμιμο και συμβατικό δικαίωμα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, προσφερόμενη να τους διευκολύνει περαιτέρω, μόνο στον τρόπο αποπληρωμής του. Η κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως από τον πρώτο ενάγοντα με την άνω ασφαλιστική εταιρία και η ενεχυρίαση στην εναγομένη της εξ αυτής απαιτήσεώς του για το ασφάλισμα κατά τη λήξη της ασφάλισης, έγινε προς εξασφάλιση της απαίτησης της εναγομένης κατά των εναγόντων οφειλετών της από την ένδικη δανειακή σύμβαση, για απόδοση του χορηγηθέντος δανείου κατά τη συμβατική του λήξη, όπως ρητά άλλωστε αναφέρθηκε στην από 6.11.1999 σύμβαση ενεχύρου, και σε καμία περίπτωση τα ανωτέρω περιστατικά δεν επάγονται απόσβεση της αντίστοιχης υποχρέωσης των εναγόντων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνεται από τους τελευταίους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι δεν υφίσταται οφειλή των εναγόντων δανειοληπτών προς την εναγομένη για απόδοση του άληκτου δανείου που τους χορήγησε, απορρίπτοντας τον περί αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης με επίκληση συμβατικών όρων, έσφαλε κατά την εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, επαναφέροντας τον ίδιο ισχυρισμό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής των αναιρεσειόντων ως προς το υπό στοιχ. β' αίτημά της, απέρριψε αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 806 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, και, επίσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους. Και τούτο γιατί, υπό τα ανωτέρω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, α) ότι με τον όρο 8 της σύμβασης "ενεχυρίασης και εκχώρησης ασφαλιστήριου συμβολαίου σε ασφάλεια στεγαστικού δανείου", συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν κωλύεται από το ενέχυρο που συνιστάται επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, να ασκήσει σε κάθε χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά των έναντι αυτής υποχρέων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών της από την ένδικη σύμβαση δανείου, που ασφαλίζονται με την σύμβαση ενεχυρίασης, β) ότι με τους όρους 8 και 10 της εν λόγω σύμβασης δανείου συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα δικαιούται, κατά την ελεύθερη κρίση της, να επιδιώξει άμεσα από τους αναιρεσείοντες-οφειλέτες της, την είσπραξη ολόκληρου του άληκτου ανεξόφλητου δανείου, κηρύσσοντάς το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, με απλή έγγραφη δήλωσή της προς αυτούς, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση καθυστέρησης από τους τελευταίους οποιαδήποτε δόσης ή μέρους αυτής, καθώς και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία είτε η αξία των κατά την δανειακή σύμβαση και το προσάρτημα αυτής ασφαλειών, μειωθεί ή καταστεί αμφίβολη, είτε καταστεί αδύνατη ή αμφίβολη η ρευστοποίησή τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο, γ) ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2010 ανακλήθηκε η άδεια της αναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης με συνέπεια έκτοτε την μη καταβολή ασφαλίστρων (βάσει του .../…. ασφαλιστήριο συμβολαίου) εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος και δ) ότι δεν έχει καταβληθεί από τους αναιρεσείοντες μέρος οφειλόμενης δόσης δεδουλευμένων τόκων (μηνός Ιουλίου 2011), σε συνδυασμό και με την τελεσίδικη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης, ότι η προβλεπόμενη στην ως άνω σύμβαση ενεχυρίασης, εκχώρηση της απαίτησης καταβολής του ασφαλίσματος προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν ολοκληρώθηκε, γιατί ουδέποτε αναγγέλθηκε η εκχώρηση αυτή προς την ασφαλιστική εταιρία με τον προβλεπόμενο κατά νόμο τύπο της αναγγελίας (άρθρο 39 § 2 ν.δ. 17.7/13.8.1923), ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω σχετικών με την ενεχύραση και την εκχώρηση απαιτήσεων, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με συνέπεια να θεμελιώνεται δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να αξιώσει, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, την καταβολή του ήδη απαιτητού, στο σύνολό του, άληκτου κεφαλαίου του δανείου και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του ένδικου (υπό στοιχ. β') αιτήματος της αγωγής, δηλαδή περί ανυπαρξίας της από τη δανειακή σύμβαση οφειλής των αναιρεσειόντων έναντι της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας για το άληκτο κεφάλαιο του δανείου (των 29.347,03 ευρώ). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, η εκχώρηση της απαίτησης του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας στην αναιρεσίβλητη, δεν ολοκληρώθηκε ως ουδέποτε αναγγελθείσα στην ασφαλιστική εταιρία, δεν γίνεται ταυτόχρονα δεκτό με αυτήν (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ότι η ως άνω εκχώρηση έγινε αντί καταβολής, ώστε να επέλθει απόσβεση του χρέους (αντιθέτως, μάλιστα, με αυτήν γίνεται δεκτό ότι η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης από τον πρώτο αναιρεσείοντα και της σύμβασης ενεχυρίασης-εκχώρησης της απαίτησής του για το ασφάλισμα στην αναιρεσίβλητη, έγινε, όπως ρητώς αναφέρεται και στην σύμβαση ενεχυρίασης, προς εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας κατά των αναιρεσειόντων οφειλετών της από την ένδικη δανειακή σύμβαση, χωρίς τα περιστατικά αυτά να επιφέρουν απόσβεση της αντίστοιχης, από τη σύμβαση δανείου, υποχρέωσής τους), δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, ναι μεν η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης, πλην όμως απόσβεση του χρέους αυτού επέρχεται, αν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, ενώ, αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) και η απόσβεση του χρέους δεν επέρχεται πριν λάβει χώρα εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης (βλ. ΑΠ 632/2023). Επομένως, ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του) οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς την περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι ίδιοι επέλεξαν και αποφάσισαν να συνάψουν με την αναιρεσίβλητη σύμβαση έντοκου δανείου, τύπου "balloon" (ήτοι με συνδυαστική σύναψη δανειακής σύμβασης, ασφαλιστικής σύμβασης ζωής και σύμβασης ενεχυρίασης και εκχώρησης), ενώ, όπως ισχυρίζονται, αποδείχθηκε ότι τον τύπο αυτό δανείου τον συνέστησε σ' αυτούς η αναιρεσίβλητη, δια των υπαλλήλων της και οι ίδιοι πείσθηκαν στις συστάσεις και υποδείξεις της τελευταίας, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, όπως εκτέθηκε και στην ίδια ως άνω νομική σκέψη.

Κ.Γ.