Αποφάσεις Ολομέλειας & Τμημάτων με επιμέλεια Κωνσταντίνου Π. Σαμαρτζή
EΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣτΕ
Επιμέλεια: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ, Δικηγόρος
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ
1361/2025 – Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος, Εισηγητής: Ν. Σκαρβέλης, Σύμβουλος
Άδεια για εκτέλεση απόφασης κατά αλλοδαπού Δημοσίου. Αποκλειστικός σκοπός της θέσπισης του άρθρου 923 ΚΠολΔ είναι να παρασχεθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης η εξουσία εκτίμησης της σκοπιμότητας της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του αλλοδαπού Δημοσίου, με κριτήριο τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η λήψη των μέτρων αυτών στις ομαλές σχέσεις της Χώρας με το εν λόγω κράτος. Η κατά την ενάσκηση της αρμοδιότητας αυτής εκδιδόμενη πράξη ανάγεται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, έχει τον χαρακτήρα κυβερνητικής πράξης, που εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του ΣτΕ. Τούτο δε, διότι με τις πράξεις αυτές δεν ασκούνται εν στενή εννοία διοικητικές αρμοδιότητες, αλλά αντιμετωπίζονται από τα ανώτατα όργανα του Κράτους πολιτικής φύσης ζητήματα, αναγόμενα στη διαχείριση προβλημάτων ύψιστης σημασίας για τη Χώρα.
Αποζημίωση σε περίπτωση άρνησης χορήγησης της άδειας. Σε περίπτωση πρόκλησης στον διοικούμενο ζημίας εξαιτίας της κατ’ άρθρο 923 ΚΠολΔ άρνησης του Υπουργού Δικαιοσύνης να παράσχει άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης κατά αλλοδαπού Δημοσίου, ο ζημιωθείς έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του με αγωγή ασκούμενη κατ’ επίκληση του άρθρου 4 § 5 Σ, εφ’ όσον έχει υποστεί βλάβη α) ιδιαίτερη, με την έννοια ότι προκαλείται μόνο σε αυτόν και όχι στο σύνολο ή σε ευρύτερη κατηγορία πολιτών και β) σπουδαία, δηλαδή σε τέτοιο βαθμό, που να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημόσιου συμφέροντος, στον οποίο αποβλέπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 923 ΚΠολΔ και ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή των δυσμενών επιπτώσεων που μπορεί να έχει η λήψη αναγκαστικών μέτρων σε βάρος αλλοδαπού Δημοσίου στις ομαλές σχέσεις της Χώρας με το κατά περίπτωση κράτος [Ειδικότερες γνώμες].
Έννοια σπουδαίας βλάβης. Η σπουδαιότητα της βλάβης προσδιορίζεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, μεταξύ των οποίων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και το μέγεθος της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας δεν δόθηκε η αιτηθείσα άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις που προκαλούνται στον συγκεκριμένο διοικούμενο, εν όψει και των οικονομικών του δυνατοτήτων, από την άρνηση χορήγησης της αιτηθείσας από αυτόν άδειας. Τέτοια βλάβη νοείται μόνον η αποδεδειγμένα προκληθείσα εξ αυτής ταύτης της άρνησης χορήγησης άδειας εκτέλεσης κατά του αλλοδαπού Δημοσίου και στο μέτρο που προκλήθηκε. Συνεπώς, δεν συνιστά άνευ ετέρου αποζημιωτέα βλάβη το συνολικό ποσό της αξίωσης, για την ικανοποίηση της οποίας δεν παρασχέθηκε η άδεια.
Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί. Υπολογισμός ζημίας. Εάν για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξίωσης προβλέπεται η δυνατότητα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ημεδαπού δικαστηρίου σε αλλοδαπό κράτος με βάση τους υφιστάμενους σχετικώς διεθνείς κανόνες και, στην ειδικότερη περίπτωση που πρόκειται για κράτος-μέλος της Ε.Ε., με αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης στο κράτος αυτό κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των Κανονισμών 44/2001 ή 1215/2012, κατά περίπτωση, ή κατόπιν έκδοσης ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 805/2004, η βλάβη που υφίσταται ο διοικούμενος από την άρνηση του Υπουργού Δικαιοσύνης να χορηγήσει την άδεια προσδιορίζεται από το συνολικό ύψος της αξίωσής του μόνον εάν η εν λόγω αξίωση δεν κατέστη εφικτό να ικανοποιηθεί παντάπασι με τον τρόπο αυτόν. Σε διαφορετική περίπτωση, η βλάβη προσδιορίζεται είτε από το τυχόν μέρος της αξίωσης που δεν ικανοποιήθηκε με τη διαδικασία της εκτέλεσης, που ακολουθήθηκε στο αλλοδαπό κράτος, είτε από το επιπλέον κόστος που προκάλεσε για τον διοικούμενο η προσφυγή στην αλλοδαπή έννομη τάξη για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσής του, όταν η βλάβη αυτή, εν όψει των προβλεπόμενων από το δίκαιο εκτέλεσης του αλλοδαπού κράτους προϋποθέσεων και διαδικασιών εκτέλεσης (εφαρμοστέες ελλείψει σχετικών ρυθμίσεων στον Κανονισμό 44/2001 και εν όψει των άρθρων 41 § 1 του Κανονισμού 1215/2012 και 20 § 1 του Κανονισμού 805/2004) και του κόστους αυτών, υπερβαίνει τα κατά το Σύνταγμα ανεκτά όρια ζημίας που μπορούν να αξιωθούν από τον συγκεκριμένο διοικούμενο.
Αιτιώδης σύνδεσμος. Αιτιώδης σύνδεσμος δεν υφίσταται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση τυχόν έλλειψης στην ημεδαπή επαρκών περιουσιακών στοιχείων του αλλοδαπού Δημοσίου υποκείμενων σε αναγκαστική εκτέλεση, οπότε δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί εν όλω ή εν μέρει η απαίτηση του διοικουμένου ακόμη και αν χορηγούνταν η αιτηθείσα άδεια. Σε κάθε περίπτωση, για να κριθεί βάσιμη η σχετική αξίωση του ζημιωθέντος, αυτός φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει την προκληθείσα ζημία του και το ύψος αυτής, καθώς και τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων γέννησης της αποζημιωτικής αξίωσής του έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.
■
ΤΜΗΜΑΤΩΝ
1201/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδρος
Κανονιστική πράξη καθορισμού ιατρικών πράξεων, που εκτελούνται από ιατρούς ορισμένης ειδικότητας. Οι ιατρικές πράξεις, που μπορεί να εκτελούνται από ιατρούς ορισμένης ειδικότητας, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από γνώμη του ΚΕΣΥ, εφ’ όσον δε δεν έχει γίνει χρήση της εν λόγω εξουσιοδότησης, οι ιατρικές πράξεις, που αποτελούν αντικείμενο κάθε ιατρικής ειδικότητας, προσδιορίζονται με βάση τους κανόνες της επιστήμης και σε αντιστοιχία προς την εκπαίδευση των ειδικευομένων ιατρών. Απόφαση της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας, με την οποία έγινε δεκτή γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ και η οποία εμπεριέχει ρύθμιση κανονιστικού χαρακτήρα, κατά την οποία οι ιατροί ειδικότητας πυρηνικής ιατρικής απαγορεύεται να εκτελούν ιατρικές πράξεις μέτρησης οστικής πυκνότητας, είναι ακυρωτέα, ως εκδοθείσα αναρμοδίως.
■
1202/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Ό. Ζύγουρα, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Κ. Σκούρα, Πάρεδρος
Διαγωνισμοί. Εγγραφή στο ΜΕΕΠ. Τα δικαιολογητικά εγγραφής κάθε εργοληπτικής επιχείρησης στο ΜΕΕΠ καθορίζονται ευθέως και κατά τρόπο ειδικό και εξαντλητικό από τον νόμο (άρθρο 96 του ν. 3669/2008), με συνέπεια να μπορούν ευχερώς να προσδιοριστούν και, επιπλέον, είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να ζητηθεί από τον αναθέτοντα φορέα η προσκόμισή τους. Συνεπώς, η απάντηση στο ερώτημα του ΕΕΕΣ, σχετικά με τα δικαιολογητικά εγγραφής και κατάταξης στον επίσημο κατάλογο, ότι «τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στον ν. 3669/08 όπως ισχύει σήμερα και αυτά που αναφέρονται στην ΥΑ Δ15/οικ/15658/4.9.2013», είναι νόμιμη.
■
1216/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλος
Διοικητής νοσοκομείου ιδρυματικού χαρακτήρα. Αρμοδιότητες. Ο Διοικητής των νοσοκομείων που υπάγονται στο άρθρο 13 § 10 του ν. 2889/2001, δυνάμει του οποίου διατηρούν, ως προς την οργάνωση και διοίκησή τους, το ειδικό νομοθετικό καθεστώς των νοσοκομείων ιδρυματικού χαρακτήρα, τελεί σε σχέση ιεραρχικής εξάρτησης προς το ΔΣ του εν λόγω νοσοκομείου, το οποίο είναι το ανώτατο όργανο διοίκησης του νοσοκομείου. Οι αρμοδιότητες του Διοικητή είναι, κατ’ αρχήν, εισηγητικές προς το ΔΣ ή τον Πρόεδρο αυτού.
Συμμόρφωση Διοίκησης σε ακυρωτική απόφαση. Η Διοίκηση, συμμορφούμενη προς το περιεχόμενο ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ, υποχρεούται όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες προς αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε, αμέσως ή εμμέσως, από την ακυρωθείσα πράξη, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμόρφωσης της Διοίκησης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελθείσας ακύρωσης, δηλαδή από τη φύση και το είδος της ακυρωθείσας πράξης ή τα νόμιμα στοιχεία που συγκροτούν την παράλειψη, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις επί των εξετασθέντων ζητημάτων, για τα οποία αποφάνθηκε το δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργώντας ως προς αυτά δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
■
1217/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ε. Μελισσαρίδης, Πάρεδρος
Εκλογές. Μη παράδοση εκλογικού υλικού στο δικαστήριο. Οι Πρόεδροι των Εφορευτικών Επιτροπών ή των μελών τους υποχρεούνται να παραδίδουν, μετά τη δημοσίευση του αποτελέσματος της εκλογής, στους αρμόδιους Προέδρους Πρωτοδικών ή Ειρηνοδίκες, μαζί με το λοιπό εκλογικό υλικό και όλους τους εκλογικούς φακέλους – έγκυρους και άκυρους – που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ψηφοφορία. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής μπορεί να θεωρηθεί παράβαση νόμου ή πλημμέλεια της εκλογής και να οδηγήσει σε ακύρωση της εκλογής, μόνον όταν ο ενιστάμενος προβάλλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ότι φάκελοι, από αυτούς που δεν παραδόθηκαν, είχαν συγκεκριμένο νομικό ελάττωμα (έλλειψη μονογραφής) ή διακριτικά γνωρίσματα, που παραβιάζουν κατά τρόπο προφανή το απόρρητο της ψηφοφορίας.
Περιεχόμενο ένστασης. Συνέπειες. Ο σχετικός λόγος της ένστασης πρέπει να προβάλλεται με τρόπο συγκεκριμένο και να προσδιορίζονται αφ’ ενός μεν οι σχετικοί φάκελοι, με μνεία του αριθμού του συναφούς ψηφοδελτίου και του εκλογικού τμήματος, αφ’ ετέρου δε το συγκεκριμένο νομικό ελάττωμα ή τα συγκεκριμένα διακριτικά γνωρίσματα, που φέρει καθένας από τους φακέλους αυτούς. Το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει με αιτιολογημένη απόφασή του την εκλογή, όταν πείθεται ότι όντως οι φάκελοι αυτοί έφεραν νομικό ελάττωμα ή διακριτικά γνωρίσματα και ο αριθμός των άκυρων ψηφοδελτίων σε συσχετισμό με τη διαφορά των ψήφων που υπάρχει μεταξύ των υποψήφιων συνδυασμών δημιουργούν αμφιβολίες για το ότι το συνολικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας θα ήταν διαφορετικό εάν δεν συνέβαινε η παράβαση αυτή.
Φάκελοι ψηφοφορίας και βιβλία ψηφοφορίας. Όταν προβάλλεται νομικό ελάττωμα, που αφορά φάκελο ψηφοφορίας, η εν λόγω πλημμέλεια πρέπει να προσδιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό σχετικού ψηφοδελτίου. Εξάλλου, η τήρηση των προβλεπόμενων βιβλίων και λοιπών εγγράφων (πρωτοκόλλου ψηφοφορίας, πρακτικών, βιβλίων διαλογής ψηφοδελτίων και σταυρών προτίμησης) είναι υποχρεωτική για τις Εφορευτικές Επιτροπές, προκειμένου να αποδεικνύονται αυτά που λαμβάνουν χώρα κατά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Τα στοιχεία, όμως, αυτά, αλληλοσυμπληρώνονται ως προς την απόδειξη που παρέχουν, με την έννοια ότι η μη τήρηση κάποιου από αυτά ή η πλημμελής τήρησή τους, όπως σε περίπτωση μη θέσης των υπογραφών που προβλέπει ο νόμος, ακόμη δε και η απώλειά τους, δεν επιφέρει ακυρότητα και επανάληψη της εκλογής στα εκλογικά τμήματα, στα οποία έγιναν οι πλημμέλειες ή σημειώθηκαν οι ελλείψεις ή απώλειες, εκτός εάν προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον ενιστάμενο, ότι το αποτέλεσμα που εμφανίσθηκε από την Εφορευτική Επιτροπή είναι διαφορετικό από το πραγματικό. Αν δεν υπάρχει προβολή και απόδειξη του παραπάνω πραγματικού ισχυρισμού, είναι δυνατόν, ακόμη και σε περίπτωση απώλειας του εκλογικού σάκου κάποιου εκλογικού τμήματος, να γίνει δεκτό το εκλογικό αποτέλεσμα που προκύπτει από το αντίγραφο του πρακτικού της Εφορευτικής Επιτροπής, το οποίο διαβιβάζεται στον οικείο αντιπεριφερειάρχη ή δήμαρχο.
■
1218/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Α. Χρυσικόπουλος, Πάρεδρος
Αποστρατεία αξιωματικού. Ένδικα βοηθήματα. Ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, με την οποία ο αιτών κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του και, συνεπεία της κρίσης αυτής, απολύθηκε από το Πυροσβεστικό Σώμα, έχει τον χαρακτήρα προσφυγής ουσίας. Περαιτέρω, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του προεδρικού διατάγματος περί αποστρατείας του αιτούντος, έχει τον χαρακτήρα αίτησης ακύρωσης, η εκδίκαση της οποίας ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ως εκ του παρακολουθηματικού όμως χαρακτήρα του εν λόγω διατάγματος προς την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση ακύρωσης συνεκδικάζεται με την προσφυγή.
■
1234/2025 (B΄ Τμ.) – Πρόεδρος: K. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Κ. Λαζαράκη, Σύμβουλος
Χρόνος διενέργειας του φορολογικού ελέγχου. Ο φορολογικός έλεγχος (και ο βάσει αυτού καταλογισμός προστίμου για παραβάσεις του ΚΒΣ) πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός 5ετίας από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου, που έπεται εκείνης στην οποία αφορά η παράβαση. Κατά παρέκκλιση από τον παραπάνω κανόνα, χωρεί έλεγχος (ακόμη και αρχικός) και έκδοση, βάσει αυτού, πράξης επιβολής προστίμου για παραβάσεις του ΚΒΣ, εντός 10ετίας από το τέλος της προαναφερόμενης διαχειριστικής περιόδου, εάν περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία αποδεικτικά της παράβασης του ΚΒΣ, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπ’ όψη της η φορολογική αρχή κατά την παραπάνω 5ετία.
Συμπληρωματικά στοιχεία. Δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία όσα είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της 5ετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπ’ όψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας 5ετίας, εφ’ όσον είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα κατά τον νόμο προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας.
Υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών. Μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της τήρησης των κατά τον ΚΒΣ υποχρεώσεων των επιτηδευματιών, ο οποίος πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός της 5ετίας, είναι και η εξέταση του υπολοίπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή. Συνεπώς, στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, ικανά να δικαιολογήσουν (εν όψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής.
■
1250/2025 (Α΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Τ. Κόμβου, Σύμβουλος, Εισηγητής: Α. Ζιαμπάρας, Πάρεδρος
Διαφορές ουσίας. Αρμοδιότητα. Ασφαλιστικές διαφορές. Οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται κατά κανόνα στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου και κατ’ εξαίρεση στην αρμοδιότητα διοικητικού δικαστηρίου άλλου βαθμού ή ίδιου βαθμού αλλά διαφορετικής σύνθεσης, εφόσον τούτο ορίζεται ρητώς με διάταξη νόμου. Ως καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου νοείται η εξουσία του να δικάζει υποθέσεις με συγκεκριμένο αντικείμενο. Όσον αφορά τις διαφορές που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου και, ακολούθως, του μονομελούς διοικητικού εφετείου υπάγονται μόνον οι κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές, οι οποίες έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο υπολειπόμενο του ορίου που ορίζει ο ΚΔιοικΔικ. Για τις κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές οι οποίες δεν έχουν αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, όπως είναι οι διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης ασφαλιστικού φορέα περί υπαγωγής ή μη προσώπου στην ασφάλισή του ή περί κατάταξης σε ασφαλιστικές κατηγορίες, με παρεπόμενη συνέπεια τον καταλογισμό ή την επιστροφή των αναλογουσών εισφορών, διατηρείται ο κανόνας της γενικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου σε πρώτο βαθμό και, ακολούθως, του τριμελούς διοικητικού εφετείου σε δεύτερο βαθμό.
■
1263/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Μουργιά, Πάρεδρος
Επανακαθορισμός αιγιαλού. Όταν ζητείται από ενδιαφερόμενο ο επανακαθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, που έχουν, κατά την άποψή του, καθορισθεί εσφαλμένα κατά το παρελθόν, η Διοίκηση οφείλει να επιλαμβάνεται του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση, ότι ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία, προκειμένου να αποδείξει ότι υπήρξε σφάλμα κατά τον αρχικό καθορισμό των οριογραμμών. Η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αίτησης επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, η οποία συνοδεύεται από σχετικά στοιχεία, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, υποκείμενη σε αίτηση ακύρωσης, οι δε πράξεις, με τις οποίες η Διοίκηση απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο ή αρνείται να εξετάσει την αίτηση αυτή, έχουν εκτελεστό χαρακτήρα.
■
1282/2025 (Δ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ο. Νικολαράκου, Σύμβουλος
Δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων. Η εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από σύμβαση, την οποία συνάπτει διοικητική αρχή, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αν η σύμβαση είναι διοικητική. Άλλως, αν δηλαδή πρόκειται για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, δικαιοδοσία για την επίλυση της διαφοράς έχουν τα πολιτικά δικαστήρια. Θεωρείται δε η σύμβαση διοικητική, εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις : α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και γ) ο συμβατικός δεσμός διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, δηλαδή όρους αποκλίνοντες από το κοινό δίκαιο, οι οποίοι εξασφαλίζουν στο Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. υπερέχουσα, έναντι του αντισυμβαλλομένου, θέση. Εξάλλου, δημιουργούν διοικητική ακυρωτική διαφορά και υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας μονομερείς πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες εντάσσονται σε διαδικασία, που αποβλέπει σε σύναψη διοικητικής σύμβασης ή και σύμβασης, η οποία δεν είναι διοικητική, εφ’ όσον, πάντως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι εν λόγω μονομερείς πράξεις εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό, προσβάλλονται δε από τρίτους και όχι από εκείνους, που έλαβαν μέρος στη διαδικασία που αποβλέπει στη σύναψη της σύμβασης.
Ηλεκτρονικό Σύστημα Πλειστηριασμών (ΗΛ ΣΥΠΛΕΙΣ). Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι. Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των Ηλεκτρονικών Συστημάτων Πλειστηριασμού (ΗΣΠ) ανήκει στους κατά τόπο Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους. Στο πλαίσιο αυτό, ανατέθηκε στους εν λόγω Συλλόγους, ως ν.π.δ.δ., τα οποία εποπτεύουν την καλή διεξαγωγή των εργασιών των συμβολαιογράφων ως άμισθων δημόσιων λειτουργών, η ευθύνη, μεταξύ άλλων, για την υλοποίηση του ηλεκτρονικού συστήματος διεξαγωγής των πλειστηριασμών. Οι σχετικές μονομερείς πράξεις των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανονιστικού πλαισίου, που έχει θεσπισθεί για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι και οι αποφάσεις σχετικά με την κατάρτιση σύμβασης για την υλοποίηση του ως άνω ηλεκτρονικού συστήματος από εταιρεία παροχής υπηρεσιών πληροφορικής, που διαθέτει την κατάλληλη τεχνογνωσία, δεν συνιστούν απλές πράξεις διαχείρισης της περιουσίας των Συλλόγων και της υλικοτεχνικής υποδομής, που τίθεται στη διάθεση των μελών τους συμβολαιογράφων για τη διενέργεια των αναγκαίων για την άσκηση του λειτουργήματός τους πράξεων, κατ’ εκτίμηση αμιγώς ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων. Συνεπώς, οι σχετικές πράξεις των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων, όπως αυτή που εγκρίνει τη σύναψη σύμβασης με ιδιωτική εταιρεία για την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης του ΗΛΣΥ ΠΛΕΙΣ, εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό, παραδεκτά δε προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης [Μειοψηφία].
Έννομο συμφέρον. Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους για την προσβολή της ανωτέρω πράξης δεν αρκεί η επίκληση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη και το απορρέον από την ιδιότητα αυτή ενδιαφέρον τους για τη χρηστή και διαφανή λειτουργία της Διοίκησης ούτε το ενδεχόμενο να θιγεί η ιδιοκτησία του αιτούντος στο μέλλον από την επίσπευση σε βάρος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Επίσης, δεν αρκεί η ιδιότητα του επικεφαλής ή του μέλους πολιτικών φορέων, κινημάτων και ενώσεων προσώπων, που έχουν αναπτύξει δράση κατά των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας και των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών ή δράση για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος. Ούτε στα πολιτικά κόμματα, εν όψει της σύμφυτης με τον λόγο υπάρξεώς τους ιδιάζουσας ευρύτητας των σκοπών, τους οποίους αυτά επιδιώκουν, δεν αναγνωρίζεται έννομο συμφέρον προς προσβολή κάθε διοικητικής πράξης που καθ’ οιονδήποτε τρόπο σχετίζεται με τους σκοπούς αυτούς, αλλά μόνον των πράξεων εκείνων που αφορούν αυτό τούτο το πολιτικό κόμμα ή εμποδίζουν αμέσως τη δράση του κόμματος, ως φορέα πολιτικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, θεμελιώνεται έννομο συμφέρον στο πρόσωπο εκείνου, σε βάρος του οποίου κινήθηκε διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ΗΛΣΥΠΛΕΙΣ.
Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός και έννομη προστασία. Διασφάλιση της δυνατότητας ενημέρωσης των ενδιαφερομένων. Για τις διενεργούμενες στο πλαίσιο της διαδικασίας ηλεκτρονικού πλειστηριασμού πράξεις διασφαλίζεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του οφειλέτη, ο οποίος δύναται να ασκήσει ανακοπή κατά το άρθρο 933 του ΚΠολΔ κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Εξάλλου, με την Υ.Α. 41756 οικ./26.5. 2017, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ψήφιση του ν. 4512/2018, ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα των «επισκεπτών», των προσώπων, δηλαδή, που ενδιαφέρονται να ενημερωθούν για τους διενεργούμενους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, των υποψηφίων πλειοδοτών και των «παρατηρητών», δηλαδή των οφειλετών και διασφαλίζεται η δυνατότητα ενημέρωσης, μέσω της χρήσης του διαδικτύου, κάθε τυχόν ενδιαφερομένου προσώπου περί των διενεργουμένων πλειστηριασμών, καθώς και η εξασφάλιση ευρύτερης συμμετοχής υποψηφίων πλειοδοτών, χωρίς τους περιορισμούς που συνεπάγεται η ανάγκη φυσικής παρουσίας στον τόπο του πλειστηριασμού, ώστε να επιτυγχάνεται το υψηλότερο δυνατό πλειστηρίασμα, ώστε δεν υφίσταται δυσανάλογος περιορισμός των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων να μετάσχουν σε διαδικασίες πλειστηριασμών προσώπων, καθώς και του οφειλέτη.
Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η λειτουργία της πλατφόρμας των ΗΛΣΥΠΛΕΙΣ οφείλει να τηρεί τις διατάξεις της νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Την ιδιότητα του υπευθύνου επεξεργασίας έχει και ο πιστοποιημένος συμβολαιογράφος, που κάνει χρήση των υπηρεσιών του Συστήματος για την εξυπηρέτηση των αναγκών της επιτέλεσης του λειτουργήματός του, φέροντας την ευθύνη για την έκταση της επεξεργασίας, στην οποία προβαίνει ο ίδιος μέσω του Συστήματος.
■
1283/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Σ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ο. Νικολαράκου, Σύμβουλος
Προγράμματα επιχορήγησης επιχειρήσεων. Τα προγράμματα επιχορήγησης αποσκοπούν στην προώθηση της απασχόλησης, την καταπολέμηση της ανεργίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Στο πλαίσιο των εν λόγω προγραμμάτων, η επιχορήγηση των δικαιούχων επιχειρήσεων συνδέεται με την υποχρέωση πρόσληψης ή διατήρησης ορισμένου αριθμού εργαζομένων ή εργαζομένων συγκεκριμένων κατηγοριών. Ως προς τον καθορισμό των δυναμένων να υπαχθούν στα προγράμματα επιχορήγησης οικονομικών φορέων, τα ανωτέρω προγράμματα απευθύνονται σε επιχειρήσεις και εργοδότες εν γένει. Με τις εκδιδόμενες δε κανονιστικές αποφάσεις είναι δυνατόν να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις υπαγωγής στα οικεία προγράμματα χρηματοδότησης και να καθορίζονται κατηγορίες επιχειρήσεων, που εξαιρούνται από την υπαγωγή στο πρόγραμμα, εφ’ όσον συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την εξαίρεση, προκειμένου να διασφαλίζεται η εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου με τα προγράμματα αυτά σκοπού, αλλά και η σύμφωνη με τους όρους του προγράμματος διάθεση του ποσού της χρηματοδότησης.
Επιχορήγηση αλλοδαπών υποκαταστημάτων. Τα γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών, που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων των α.ν. 89/1967 και 378/1968 και του άρθρου 25 του ν. 27/1975 (ναυτιλιακές επιχειρήσεις), και τα οποία κατά τη λειτουργία τους στην Ελλάδα προσλαμβάνουν και απασχολούν προσωπικό ασφαλιζόμενο στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς, συνιστούν επιχειρήσεις δυνάμενες κατ’ αρχήν να υπαχθούν αυτοτελώς στο πρόγραμμα επιχορήγησης. Και ναι μεν το ως άνω ειδικό καθεστώς που διέπει την επίμαχη κατηγορία επιχειρήσεων μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείρισή τους ως προς την υπαγωγή στα καταρτιζόμενα προγράμματα επιχορήγησης, εφ’ όσον, όμως, τέτοια πρόβλεψη δεν περιλαμβάνεται στις σχετικές διατάξεις, τέτοιος αποκλεισμός δεν μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά από το κείμενο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο [Μειοψηφία].
■
1287/2025 (Α΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Χ. Κομνηνός, Πάρεδρος
Διαδοχική ασφάλιση. Καθιερώθηκε ενιαίος τρόπος υπολογισμού του ποσού της σύνταξης για όλους τους διαδοχικά ασφαλισμένους που έχουν υπαχθεί σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ο οποίος διενεργείται από τον απονέμοντα φορέα χωρίς την εμπλοκή των συμμετεχόντων, ώστε να μειωθεί η γραφειοκρατία, να περιοριστούν οι καθυστερήσεις στην έκδοση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων και να βελτιωθούν τα ποσά της σύνταξης που καταβάλλονται στον ασφαλισμένο σε σύγκριση με το προηγούμενο καθεστώς (βλ. σχετικώς την οικεία εισηγητική έκθεση). Οι διατάξεις αυτές του ν. 3232/2004 εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, στους ασφαλισμένους που υποβάλλουν την αίτηση συνταξιοδότησής τους από 12.2.2004 και εξής.
Παλαιοί ασφαλισμένοι. Κατ’ εξαίρεση, στους ασφαλισμένους που είχαν υπαχθεί διαδοχικά έως 31.12.1978 στην ασφάλιση δύο ή περισσοτέρων οργανισμών, που ασφαλίζουν μισθωτούς ή αυτοτελώς απασχολούμενους, ολόκληρος ο χρόνος της διαδοχικής ασφάλισης υπολογίζεται, από τον αρμόδιο για την απονομή της σύνταξης οργανισμό, ως χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλισή του, τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, όσο και για τον καθορισμό του ποσού της σύνταξης, το οποίο υπολογίζει σύμφωνα με τη νομοθεσία του και το καταβάλλει ολόκληρο στον δικαιούχο μαζί με τις προσαυξήσεις.
Ασφαλισμένοι στο ΤΣΑ. Το ΤΣΑ θεωρείται ως φορέας ασφάλισης αυτοτελώς απασχολούμενων, αν ο ασφαλισμένος ασφαλίσθηκε σε αυτό αποκλειστικώς με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή αν ο χρόνος ασφάλισης αυτού στο Ταμείο με την ιδιότητα αυτή υπερτερεί του συνολικού χρόνου ασφάλισης του με την ιδιότητα του μισθωτού οδηγού, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31.12.1978. Αντιθέτως, το ΤΣΑ θεωρείται ως φορέας ασφάλισης μισθωτών, αν ο ασφαλισμένος ασφαλίσθηκε σε αυτό αποκλειστικώς με την ιδιότητα του μισθωτού οδηγού ή αν ο συνολικός χρόνος ασφάλισής του στο Ταμείο με την ιδιότητα του μισθωτού οδηγού υπερτερεί του συνολικού χρόνου ασφάλισής του με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31.12.1978.
■
1298/2025 (Ε΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Δ. Μπουγάτσος, Πάρεδρος
Νομιμοποίηση νομικού προσώπου. Ο έλεγχος και η πιστοποίηση από συμβολαιογράφο, ο οποίος είναι δημόσιος λειτουργός που συμβάλλει στο έργο της Δικαιοσύνης, της νομιμοποίησης των εμφανιζομένων ως νομίμων εκπροσώπων νομικού προσώπου με τα κατά τον νόμο έγγραφα, είναι επαρκής για την απόδειξη τόσο της νομιμοποίησης του νομικού προσώπου όσο και για τη χορήγηση της δικαστικής πληρεξουσιότητας, εν όψει και του ότι δεν προκύπτει πρόσθετη υποχρέωση προσκόμισης στο δικαστήριο του καταστατικού της εταιρείας ή άλλων νομιμοποιητικών εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και προσαρτώνται στο πρωτότυπό του.
■
1318/2025 (Δ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Ε. Νίκα, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Β. Ρέτσα, Πάρεδρος
Γνώση διοικητικών εγγράφων. Η υποβολή από τον διοικούμενο, που έχει εύλογο ενδιαφέρον, αιτήματος προς τη Διοίκηση να λάβει γνώση διοικητικών εγγράφων, τα οποία, ενδεικτικώς αναφερόμενα, είναι τα συντασσόμενα και εκδιδόμενα από τις δημόσιες υπηρεσίες, συνιστά άσκηση δικαιώματος που αναγνωρίζεται από τον νόμο. Συνεπώς, με την άπρακτη πάροδο 20 ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης προς τη διοικητική Αρχή στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας, παραδεκτά κατ’ αρχήν προσβλητή με αίτηση ακύρωσης. Τέτοια παράλειψη δεν συντελείται όμως όταν η αίτηση χορήγησης εγγράφων δεν αφορά συγκεκριμένα έγγραφα, που έχουν ήδη εκδοθεί και φυλάσσονται στην αρμόδια υπηρεσία, αλλά έγγραφα, τα οποία η υπηρεσία αυτή δεν έχει στη διάθεσή της ή που ενδέχεται να εκδοθούν στο μέλλον. Δικαίωμα πρόσβασης νοείται μόνον ως προς συγκεκριμένα υφιστάμενα ήδη διοικητικά έγγραφα, τα οποία έχει στη διάθεσή της η αρμόδια υπηρεσία και δεν συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, για τη Διοίκηση υποχρέωση κατάρτισης νέου εγγράφου, προκειμένου να ικανοποιηθεί η αίτηση παροχής πληροφοριών.
Στοιχεία απαραίτητα προς απόδειξη ισχυρισμών. Υποχρέωση της Διοίκησης να συλλέξει και να προσκομίσει στοιχεία, απαραίτητα προς απόδειξη της πραγματικής βάσης των προβαλλομένων με σχετικά ένδικα βοηθήματα ισχυρισμών των θιγομένων, όπως των ισχυρισμών ότι τα ανώτατα όρια δαπανών του ΕΟΠΥΥ αυθαιρέτως καθορίσθηκαν σε ποσό που δεν επαρκεί προς κάλυψη των σχετικών αναγκών του, νοείται, κατ’ αρχήν, μόνον απέναντι στα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται των ενδίκων βοηθημάτων, εάν τα στοιχεία αυτά θεωρηθούν από τα δικαστήρια λυσιτελή για τη διαμόρφωση της κρίσης τους.
■
1332/2025 (Ε΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Μ. Γκορτζολίδου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Χ. Παπανικολάου, Σύμβουλος
Ζώνη λιμένα και χερσαία ζώνη. Η διαδικασία καθορισμού χώρου εξομοιούμενου με ζώνη λιμένα διαφέρει από την αντίστοιχη διαδικασία καθορισμού χερσαίας ζώνης λιμένα ως προς το ότι αφορά προϋφιστάμενα λιμενικά έργα και εγκαταστάσεις ή εκτάσεις στις οποίες διενεργούνται εν τοις πράγμασι εργασίες προσιδιάζουσες στη λειτουργία λιμένων και λιμενικών εγκαταστάσεων και οι οποίες εμπίπτουσες στην περιοχή της δικαιοδοσίας κάποιου φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα μπορούν να αποτυπωθούν και οριοθετηθούν, προκειμένου να υπαχθούν στο ιδιαίτερο καθεστώς που διέπει τη ζώνη λιμένα, το οποίο συνεπάγεται την κοινοχρησία τους και την άσκηση των σχετικών διοικητικών αρμοδιοτήτων, χάριν της συνολικής αντιμετώπισης και διαχείρισης τους ως ενιαίου συστήματος λιμενικών υποδομών.
Χώροι που περιλαμβάνονται στη ζώνη λιμένα. Ιδιωτικά ακίνητα. Οι περιλαμβανόμενοι στη χερσαία ζώνη λιμένα χώροι (αιγιαλός και συνεχόμενοι παραλιακοί) αποτελούν κοινόχρηστους χώρους, προοριζόμενους μόνο για έργα και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την εμπορική, επιβατική, ναυτιλιακή, τουριστική και αλιευτική κίνηση και γενικότερα τις λειτουργικές ανάγκες του λιμένα. Με την πράξη καθορισμού χερσαίας ζώνης λιμένα δεν κηρύσσεται εν ταυτώ αναγκαστική απαλλοτρίωση των τυχόν ευρισκόμενων εντός αυτής ιδιωτικών ακινήτων, αλλά απαιτείται η έκδοση αυτοτελούς διοικητικής πράξης για την κήρυξη αυτής.
Ρυμοτομική γραμμή. Τα όρια της χερσαίας ζώνη λιμένα, όπως και του χώρου που εξομοιώνεται με χερσαία ζώνη λιμένα, όταν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεν μπορούν να επεκταθούν πέραν της πλησιέστερης οικοδομικής γραμμής. Εάν ο χώρος αυτός δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του λιμένα, τα όρια μπορούν να επεκταθούν πέραν της ρυμοτομικής γραμμής, εφ’ όσον προηγηθεί τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου.
Ακίνητο που είχε χαρακτηριστεί κοινόχρηστο. Εάν ιδιωτικό ακίνητο είχε καθοριστεί ως κοινόχρηστος χώρος σε σχέδιο πόλης και, ακολούθως, το ίδιο τμήμα εντάχθηκε σε χερσαία ζώνη λιμένα ή σε χώρο που εξομοιώνεται με χερσαία ζώνη λιμένα, το όριο δε της ζώνης αυτής συμπίπτει με τη ρυμοτομική γραμμή του σχεδίου, που οριοθετούσε τον κοινόχρηστο χώρο σε σχέση με τον οικοδομήσιμο, το εν λόγω ακίνητο αποβάλλει τον χαρακτήρα του κοινόχρηστου χώρου ρυμοτομικού σχεδίου και δεσμεύεται πλέον ως κοινόχρηστος χώρος, προοριζόμενος για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας του λιμένα τελών υπό την εκμετάλλευση του οικείου φορέα διαχείρισης χάριν της συνολικής αντιμετώπισης και διαχείρισης των εκτάσεων και των έργων της ζώνης ως ενιαίου συστήματος λιμενικών υποδομών. Ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης του ακινήτου δύναται, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να ζητήσει από τον φορέα διαχείρισης του λιμένα την άρση της εν λόγω δέσμευσης από τον καθορισμό χερσαίας ζώνης λιμένα. Αντίθετα, δεν μπορεί πλέον να ζητηθεί η άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, που είχε επιβληθεί με το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, η οποία έχει αντικατασταθεί από τη δέσμευση που επέβαλε στο ακίνητο ο καθορισμός της χερσαίας ζώνης λιμένα.
Άρση δέσμευσης ιδιοκτησίας για ζώνη λιμένα. Ο καθορισμός χερσαίας ζώνης λιμένα, καθ’ ο μέρος περιλαμβάνει ακίνητα ιδιωτών, επιφέρει ουσιώδη περιορισμό των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών, εφ’ όσον δε υπερβαίνει τα εύλογα, για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, χρονικά όρια, χωρίς να προωθείται η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, τότε ο εν λόγω καθορισμός καθίσταται πλέον οικονομικό και νομικό βάρος της ιδιοκτησίας, που έρχεται σε αντίθεση προς τη συνταγματική της προστασία, ανακύπτει δε εκ του λόγου τούτου υποχρέωση της Διοίκησης να άρει, κατόπιν αίτησης του ιδιοκτήτη, τη δέσμευση αυτήν, με τον αποχαρακτηρισμό του ακινήτου ως χώρου περιλαμβανόμενου στη χερσαία ζώνη λιμένα. Αρμόδιος δε να κρίνει και να προωθήσει, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, αίτημα αποχαρακτηρισμού ακινήτου ως χώρου περιλαμβανόμενου στη χερσαία ζώνη λιμένα είναι ο οικείος φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα. Τα ανωτέρω ισχύουν και για ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε χώρο που εξομοιώνεται με χερσαία ζώνη λιμένα. Ως προς την περαιτέρω διαδικασία εφαρμόζονται οι διατάξεις περί απαλλοτρίωσης λόγω ρυμοτομίας.
Αίτηση άρσης απαλλοτρίωσης και υποστηρικτικά στοιχεία. Ο αιτούμενος την άρση απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου άπρακτων των νόμιμων χρονικών ορίων συντέλεσής της, πρέπει, με την αίτησή του προς τη Διοίκηση, να υποβάλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία, συνεκτιμώμενα με τα λοιπά τυχόν υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών φέρεται, κατ’ αρχήν, ως κύριος του αντίστοιχου ακινήτου και νομιμοποιείται, επομένως, στην υποβολή του αιτήματος. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι, κατ’ αρχήν, επίκαιρα, να τείνουν, δηλαδή, στην απόδειξη της κυριότητος κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος. Σε περίπτωση δε, κατά την οποία δεν προκύπτει σαφώς ή αμφισβητείται η κυριότητα του αιτούντος, η Διοίκηση οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα κρίση για το ζήτημα, ελεγκτή, περαιτέρω, από το τυχόν επιλαμβανόμενο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Έστω και εάν, κατ’ αποδοχή του ενδίκου βοηθήματος του φερόμενου ως ιδιοκτήτη, το δικαστήριο δεχθεί την συνδρομή των προϋποθέσεων άρσης της απαλλοτρίωσης και διατάξει τη Διοίκηση να προβεί στην εν λόγω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, η Διοίκηση, επανερχομένη, διατηρεί την δυνατότητα, επικαλουμένη αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ή άλλα στοιχεία, που δεν είχαν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τεθεί υπ’ όψη του διοικητικού δικαστηρίου, να αρνηθεί την άρση της απαλλοτρίωσης, εάν κρίνει αιτιολογημένα, ότι ο επιτυχών την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν έχει κανένα εμπράγματο δικαίωμα στο επίμαχο ακίνητο.
■
1347/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Β. Μόσχου, Σύμβουλος
Προσδιορισμός εκροών για τον υπολογισμό του ΦΠΑ. Για τον προσδιορισμό των φορολογητέων εκροών εν όψει της επιβολής του ΦΠΑ, εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, κατά τον προσδιορισμό δε των φορολογητέων εκροών καμία δέσμευση δεν υφίσταται, κατά τον νόμο, από όσα έχουν γίνει δεκτά στη φορολογία εισοδήματος. Προκειμένου να προσδιορισθούν οι φορολογητέες εκροές για την επιβολή του ΦΠΑ διενεργείται αυτοτελής έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης και συντάσσεται ιδιαίτερη αυτοτελής έκθεση, δεν αρκεί δε ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που έχει γίνει στη φορολογία εισοδήματος και ο προσδιορισμός των φορολογητέων εκροών, με βάση τα δεδομένα του ελέγχου αυτού, χωρίς, πάντως, ν’ αποκλείεται να συμπέσουν οι διαπιστώσεις του ελέγχου και στις δύο φορολογίες.
Στοιχεία υπολογισμού και διαδικασία. Επιμέρους ελλείψεις. Το ύψος των φορολογητέων εκροών για την επιβολή του ΦΠΑ προσδιορίζεται με βάση τα διατιθέμενα από τη φορολογική αρχή στοιχεία και πληροφορίες για την έκταση των συναλλαγών της επιχείρησης και των εν γένει συνθηκών λειτουργίας της, λαμβάνονται δε υπ’ όψη και συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, και τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης για τη φορολογία εισοδήματος. Η παράλειψη σύνταξης ιδιαίτερης έκθεσης ελέγχου ή η παράλειψη να προσδιορισθούν αυτοτελώς τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, προκειμένου να επιβληθεί ΦΠΑ, συνιστά νομική πλημμέλεια της πράξης επιβολής του φόρου. Επιμέρους, όμως, ελλείψεις του περιεχομένου της έκθεσης ελέγχου, αυτές καθ’ εαυτές, δεν αποτελούν κατ’ αρχήν τυπική πλημμέλεια της πράξης με την οποία καταλογίζεται φόρος, τα δε διοικητικά δικαστήρια οφείλουν να ερευνήσουν τα ίδια, εάν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την έκδοσή της και να δεχθούν ή να απορρίψουν εν όλω ή εν μέρει, τελικά, κατά τη δίκη τους ουσιαστική κρίση την προσφυγή, διαμορφώνοντας, σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής, το ουσιαστικό περιεχόμενο της έννομης σχέσης, την οποία αφορά η πράξη.
■
1363/2025 (Α΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Χ. Κομνηνός, Πάρεδρος
Άρνηση χορήγησης επιδόματος γέννησης. Αρμοδιότητα. Η εφ’ άπαξ χορήγηση επιδόματος γέννησης για κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα δεν εμπίπτει στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, η άρνηση ή η παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του ΟΠΕΚΑ να χορηγήσουν το εν λόγω επίδομα δεν υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, αλλά σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ.
Προθεσμία κατά μήνες. Υπολογισμός. Για την έναρξη της προθεσμίας, που έχει προσδιορισθεί κατά μήνες, δεν υπολογίζεται η ημέρα κατά την οποία συνέβη το γεγονός που την κινεί, αλλά η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επόμενη ημέρα της ημέρας, που έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, λήγει δε μόλις παρέλθει η ημέρα του τελευταίου μήνα που είναι σε αριθμό αντίστοιχη προς την ημέρα έναρξης. Συνεπώς, τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία για την ηλεκτρονική υποβολή αίτησης χορήγησης στη μητέρα του επιδόματος γέννησης αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας γέννησης του τέκνου, λήγει δε όταν παρέλθει η ημέρα του τρίτου, μετά το γεγονός αυτό μήνα, η αντίστοιχη σε αριθμό με την επόμενη ημέρα της ημερομηνίας γέννησης του τέκνου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η τελευταία αυτή ημέρα δεν είναι εξαιρετέα.
■
1368/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Γ. Ανδριοπούλου, Σύμβουλος
Παραγραφή αναδρομικών αποδοχών. Αποζημίωση λόγω παράλειψης διορισμού ή παράνομης απόλυσης. ΔΙΒΕΕΤ και ΔΕΤΕ. Στην περίπτωση παράνομης παράλειψης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. και αναδρομικού, στη συνέχεια, διορισμού του σε συμμόρφωση με ακυρωτική δικαστική απόφαση, η παραγραφή των προς απόληψη αναδρομικών αποδοχών αξιώσεών του αρχίζει από την ημερομηνία του διορισμού του. Σε περίπτωση που ορισμένο πρόσωπο, εξαιτίας παράνομης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, παραμείνει για κάποιο διάστημα εκτός θέσης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., την οποία κατείχε ή επιδίωκε να καταλάβει (όπως επί παράνομης απόλυσης ή παράλειψης διορισμού του, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στερηθεί τις αποδοχές τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την υπηρεσία του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούται, ως αποζημίωση, τα ποσά των αποδοχών αυτών. Εφ’ όσον τα ΔΙΒΕΕΤ καταβάλλονταν σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, ανεξαρτήτως ειδικότητας και συνθηκών, κατά τρόπο πάγιο και σταθερό, εχορηγούντο δε ως αντιμισθία και όχι ως αντίκρισμα δαπανών των δικαιούχων υπαλλήλων, ο υπάλληλος του οποίου καθυστέρησε ο διορισμός θα τα ελάμβανε, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απουσίας τους από την υπηρεσία και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ομοίως και τα ΔΕ ΤΕ, εφ’ όσον πρόκειται για θέση τελωνειακού υπαλλήλου.
Μισθοί από άλλη βιοποριστική δραστηριότητα. Εάν ο ζημιωθείς, ενόσω βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, επιδόθηκε σε άλλη βιοποριστική δραστηριότητα (παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος κ.λπ.), τα εντεύθεν οφέλη (μισθοί, αμοιβές κ.λπ.) δεν είναι συμψηφιστέα με τις οφειλόμενες σε αυτόν αναδρομικές αποδοχές, καθ’ όσον η άσκηση από αυτόν βιοποριστικής δραστηριότητας, άλλης, πάντως, έναντι της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός της παρανομίας της Διοίκησης, εκτός από την περίπτωση που η αναληφθείσα δραστηριότητα παρουσιάζει τέτοιο εξαιρετικό βαθμό ομοιότητας προς τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δημόσιας θέσης, ώστε, λαμβανομένων υπ’ όψη και των εκάστοτε ιδιαίτερων συνθηκών, να συνιστά, κατ’ ουσίαν, την ίδια με αυτή εργασία.
■
1374/2025 (ΣΤ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Μ. Παπαδοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Μ. Γκάνα, Πάρεδρος
Διοικητική πράξη. Έλλειψη χρονολογίας. Ναι μεν η διοικητική πράξη πρέπει να φέρει την ημερομηνία έκδοσής της, διότι με βάση την χρονολογία αυτή κρίνεται το νομικό και πραγματικό καθεστώς που είναι ληπτέο υπ’ όψη για την εγκυρότητά της, η έλλειψη όμως του στοιχείου αυτού δεν επάγεται ακυρότητα, σε περίπτωση κατά την οποία, από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί εν πάση περιπτώσει επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος, το οποίο δεν μεταβλήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες.
■
1387/2025 (Γ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Μακρής, Σύμβουλος, Εισηγητής: Β. Γκέρτσος, Πάρεδρος
Παύση ισχύος προσβαλλόμενης πράξης. Συνέχιση της δίκης. Καθιερώνεται ο δικονομικός κανόνας της κατάργησης της δίκης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, έχει παύσει να ισχύει η προσβληθείσα με την αίτηση ακύρωσης πράξη ή παράλειψη. Δεδομένου όμως ότι στις περιπτώσεις αυτές η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη δεν ανατρέπεται εξ υπαρχής, αλλά παύει να ισχύει για το μέλλον, οι τυχόν βλαπτικές για τον αιτούντα διοικητικής φύσης συνέπειες, που δημιουργήθηκαν κατά τον χρόνο ισχύος της και που διατηρούνται, συνιστούν λόγο συνέχισης της δίκης, εάν ο αιτών τις επικαλεστεί και τις αποδείξει, προκειμένου να επιτύχει με την ακύρωση της πράξης την άρση των εν λόγω συνεπειών. Ως πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, για να κριθεί αν συντρέχει περίπτωση κατάργησης της δίκης, δεν θεωρείται η συζήτηση, κατά την οποία το δικαστήριο περιορίζεται στην κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησης, χωρίς να υπεισέλθει σε κρίση περί του παραδεκτού και βασίμου του ενδίκου μέσου, και διατάσσει τη διενέργεια των νόμιμων κοινοποιήσεων στους διαδίκους.
Προϋποθέσεις έκπτωσης μέλους Δ.Σ. Επιμελητηρίου. Η κίνηση και έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για την έκπτωση μέλους Δ.Σ. Επιμελητηρίου, λόγω αδικαιολόγητων απουσιών, πρέπει να γίνει από το Δ.Σ. ως συλλογικό όργανο, με τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει ο Κανονισμός. Το θέμα πρέπει να είναι σαφές και ορισμένο στην ημερήσια διάταξη (όχι αόριστα, ως «τρέχοντα θέματα») και να έχει διασφαλιστεί η προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερόμενου.
■
1391/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Β. Ραφτοπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Π. Μούρκου, Πάρεδρος
Δημόσιοι διαγωνισμοί. Απόρριψη προδικαστικής προσφυγής σιωπηρά ή ως απαράδεκτης. Σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης προδικαστικής προσφυγής εκ μέρους της ΕΑΔΗΣΥ, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ενδίκου βοηθήματος κατά της σιωπηρής απόρριψης δεν μπορεί πρωτογενώς να αποφανθεί επί της προσφυγής, ακόμη κι αν πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα, αλλά είναι υποχρεωμένο να ακυρώσει τη σιωπηρή απόρριψη και να αναπέμψει την υπόθεση στην ΕΑΔΗΣΥ, προκειμένου να ασκήσει την εκ του νόμου αρμοδιότητά της, να αποφανθεί δηλαδή επί της προσφυγής με αιτιολογημένη απόφαση. Αντιθέτως, όταν η ΕΑΔΗΣΥ, στο πλαίσιο εξέτασης προσφυγής, απορρίπτει συγκεκριμένο λόγο ως απαράδεκτο, έχει, κατ’ αρχήν, ασκήσει την εκ του νόμου αρμοδιότητα για αιτιολογημένη απόφανση. Συνεπώς, δεν κωλύεται το επιλαμβανόμενο της σχετικής διαφοράς δικαστήριο, εάν κρίνει ότι μη νομίμως ο λόγος προσφυγής απορρίφθηκε από την ΕΑΔΗΣΥ ως απαράδεκτος, να προβεί πρωτογενώς στην κατ’ ουσία εξέτασή του, εφ’ όσον δεν σχετίζεται με ζήτημα τεχνικό ή μη εκκαθαρισμένο, κατά το πραγματικό μέρος του.
■
1404/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Γ. Φλίγγου, Πάρεδρος
Νομικός χαρακτηρισμός τέλους. Δικαστικός έλεγχος. Ο καταλογισμός σε βάρος του υπόχρεου του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου εξαρτάται από το νομικό χαρακτηρισμό, τον οποίο προσδίδει ο οικονομικός έφορος στην υποκείμενη σε τέλη χαρτοσήμου σχέση και από την υπαγωγή αυτής στην οικεία διάταξη, η οποία πρέπει να μνημονεύεται στη συνοδεύουσα την πράξη επιβολής τελών χαρτοσήμου και προστίμου έκθεση ελέγχου, άλλως η πράξη αυτή είναι νομικώς πλημμελής. Σε περίπτωση δε αμφισβήτησης της νομιμότητας της πράξεως καταλογισμού, εάν το διοικητικό δικαστήριο προβεί σε διάφορο νομικό χαρακτηρισμό από εκείνον, ο οποίος δόθηκε από τη φορολογική αρχή, με συνέπεια να μην είναι πλέον επιτρεπτή η επιβολή τελών χαρτοσήμου βάσει της μνημονευόμενης στην έκθεση ελέγχου συγκεκριμένης διάταξης, η καταλογιστική των τελών αυτών πράξη είναι ακυρωτέα ως μη νόμιμη, χωρίς να είναι επιτρεπτή η μεταρρύθμισή της.
■
1405/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Γ. Φλίγγου, Πάρεδρος
Δέσμευση διοικητικού δικαστηρίου από ποινική απόφαση. Το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη, καταδικαστική ή αθωωτική, απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση. Επομένως, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, για την ίδια λαθρεμπορική παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του πολλαπλών τελών, καθώς και τη νομιμότητα της τυχόν κήρυξής του ως συνυπεύθυνου για την πληρωμή του συνολικού ποσού των επιβληθέντων πολλαπλών τελών, πράγμα που οδηγεί στην ακύρωσή τους από το διοικητικό δικαστήριο, καθώς και στην ακύρωση της προαναφερόμενης συνευθύνης του.
■
1411/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Χ. Νέγρης, Πάρεδρος
Λαθρεμπορία. Ευθύνη κυρίου ή παραλήπτη. Για την επιβολή πολλαπλών τελών και λοιπών συναφών επιβαρύνσεων, απαιτείται να έχει τελεστεί με δόλο πράξη από εκείνες που συνιστούν, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του νόμου, την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της λαθρεμπορίας, περαιτέρω δε, οσάκις ο κυρίως υπεύθυνος ενήργησε ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, ο τελευταίος κηρύσσεται αστικά συνυπεύθυνος, χωρίς να απαιτείται να έχει δόλο και ο ίδιος (και σε περίπτωση που αυτός είναι νομικό πρόσωπο, ο νόμιμος εκπρόσωπός του), αλλά αρκεί να αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος του αδικήματος ενήργησε ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπός του. Ο κύριος δε ή ο παραλήπτης δεν κηρύσσεται αστικά συνυπεύθυνος, όταν προκύπτει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν μπορούσε ακόμη και να πιθανολογήσει τη διάπραξη λαθρεμπορίας, με αποτέλεσμα να απαλλάσσεται της ευθύνης, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει καμία, έστω και ελαφρά, αμέλεια.
Νομικό πρόσωπο ως αστικώς υπεύθυνο. Σαφήνεια νόμου. Η κήρυξη νομικού προσώπου ως αστικώς συνυπεύθυνου, ως μέτρο περιοριστικό της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος επί της περιουσίας αυτού, πρέπει, πάντως, να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, υπό την έννοια ότι ο νόμος απαιτείται να είναι αρκούντως σαφής, ώστε να παρέχει στον μέσο επιμελή και ενημερωμένο αποδέκτη των επιταγών του τη δυνατότητα να αντιληφθεί, όχι κατ’ ανάγκη με βεβαιότητα, αλλά, πάντως, σε εύλογο, εν όψει των συνθηκών, βαθμό, ότι ορισμένη συμπεριφορά καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του. Οι απαιτήσεις αυτές πληρούνται κατ’ αρχήν από τις προαναφερόμενες περί αστικής συνευθύνης διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας.
Εμπόριο πετρελαιοειδών. Η εμπορία πετρελαιοειδών υπόκειται σε αυστηρό κρατικό έλεγχο και ασκείται, κατ’ αρχήν, από ανώνυμες εταιρείες που διαθέτουν ειδική άδεια. Ο νομοθέτης λαμβάνει ιδιαίτερη μέριμνα για την εμπορία πετρελαιοειδών, ώστε να εξακριβώνεται αν και σε ποιο βαθμό εχώρησε πράγματι διάθεση «ελεύθερων» (δασμοφορολογημένων) αποθεμάτων καυσίμων ή λιπαντικών σε ατελείς χρήσεις, και να προλαμβάνεται κατά τον τρόπο αυτό, στο μέτρο του δυνατού, η διαφυγή δασμών και φόρων κατά τη λειτουργία του μηχανισμού συμψηφιστικής ατέλειας, αλλά και να περιορίζεται ο κίνδυνος εκμετάλλευσης του μηχανισμού στο πλαίσιο λαθρεμπορικών τεχνασμάτων.
Προμήθεια πετρελαίου μέσω τρίτων και δικαίωμα ατέλειας. Οι εταιρείες εμπορίας μπορεί μεν να προμηθεύουν με «ελεύθερα» αποθέματα πλοία, δικαιούμενα ατέλειας και μέσω τρίτων επιχειρήσεων (πρατηριούχου - εφοδιάστριας εταιρείας). Στην περίπτωση, όμως, αυτή και ανεξάρτητα από το πώς επιλέγουν τα μέρη να διαμορφώσουν τις μεταξύ τους σχέσεις, η τρίτη επιχείρηση ενεργεί κατά τον νόμο, αποκλειστικώς, ως μεσολαβητής, για λογαριασμό της προμηθεύτριας εταιρείας πετρελαιοειδών, διενεργώντας και τις σχετικές υλικές πράξεις εφοδιασμού. Το δικαίωμα εμπορίας πετρελαιοειδών σε τιμές που δεν περιλαμβάνουν δασμούς και φόρους ανήκει, αντιθέτως, στην προμηθεύτρια εταιρεία, που μόνη αυτή έχει τη σχετική άδεια, και όχι στον πρατηριούχο που στερείται της αδείας αυτής. Σε περίπτωση, κατά συνέπεια, ατελούς εφοδιασμού πλοίου με παραλαβή καυσίμων και λιπαντικών από πρατήριο πώλησης «ελεύθερων» αποθεμάτων, το δικαίωμα συμψηφιστικής ατέλειας δεν παρέχεται στον πρατηριούχο ούτε συναρτάται με την πραγματοποίηση εκ μέρους του νέας προμήθειας πετρελαιοειδών του αυτού είδους και ποσότητας με τα ατελώς παραδοθέντα, αλλά γεννάται κατά τον εφοδιασμό του πλοίου και έχει ως υποκείμενο την ίδια την εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών (προμηθεύτρια), η οποία διέθεσε στο πρατήριο την παραδοθείσα ποσότητα.
Ελεύθερα αποθέματα και δικαιούχος συμψηφιστικής ατέλειας. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν δικαίωμα συμψηφιστικής αποκατάστασης μόνο για τις ποσότητες ελεύθερων αποθεμάτων που διέθεσαν οι ίδιες σε κάθε πρατηριούχο και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για ατελή εφοδιασμό πλοίων. Η εταιρεία εμπορίας, έχοντας προμηθευτεί η ίδια από τα διυλιστήρια και, εν συνεχεία, προμηθεύσει στο πρατήριο τα εν λόγω «ελεύθερα αποθέματα», συνιστά την «προμηθεύτρια», επ’ ονόματι της οποίας εκδίδεται η απόφαση συμψηφιστικής ατέλειας, χωρίς να ασκεί, από της απόψεως αυτής, επιρροή το ζήτημα του τρόπου επιστροφής στον πρατηριούχο (μέσω δόσης, καταβολής, συμψηφισμού κ.λπ.) των δασμών και φόρων με τους οποίους επιβαρύνθηκε, λόγω της ατελούς διάθεσης των ελεύθερων αποθεμάτων, ζήτημα το οποίο ανάγεται στις σχέσεις του με την προμηθεύτρια εταιρεία. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν, κατά τούτο, δικαίωμα συμψηφιστικής αποκατάστασης μόνο για τις ποσότητες ελεύθερων αποθεμάτων που διέθεσαν οι ίδιες σε κάθε πρατηριούχο και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για ατελή εφοδιασμό πλοίων.
Εφοδιασμός πλοίου από πρατηριούχο και δικαίωμα συμψηφιστικής ατέλειας. Ο πρατηριούχος ενεργεί, ως προς παραπάνω καύσιμα, για λογαριασμό της εταιρείας πετρελαιοειδών, χωρίς να μπορεί να εμπορευτεί ο ίδιος (να αγοράσει, δηλαδή, από την εταιρεία πετρελαιοειδών, με σκοπό να μεταπωλήσει στα πλοία ατελώς) τέτοια καύσιμα, εφ’ όσον στερείται της σχετικής ειδικής άδειας εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, η οποία χορηγείται αποκλειστικά σε εταιρείες που πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, με αποτέλεσμα μόνον αυτές να έχουν την αποκλειστική ευθύνη για την παράδοση καυσίμων σε πλοία. Όταν, κατά συνέπεια, μετά από αποδοχή αίτησης της προμηθεύτριας εταιρείας πετρελαιοειδών, εκδίδεται απόφαση συμψηφιστικής ατέλειας, για ποσότητα καυσίμων με την οποία φέρεται ότι εφοδιάστηκε από το πρατήριο πλοίο, δικαιούμενο ατέλειας, παρ’ όλο που η σχετική ποσότητα δεν μεταγγίστηκε πράγματι σε αυτό, η εταιρεία πετρελαιοειδών που είχε διαθέσει στον πρατηριούχο την εν λόγω ποσότητα δεν έχει δικαίωμα συμψηφιστικής αποκατάστασης. Στην περίπτωση δε που ζητήσει και λάβει ατελώς από το διυλιστήριο αντίστοιχη ποσότητα καυσίμων, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων φόρων, γίνεται κυρία και παραλήπτρια λαθρεμπορεύματος.
Ευθύνη κυρίου ή παραλήπτη για λαθρεμπορία πρατηριούχου. Προκειμένου ο κύριος ή παραλήπτης λαθρεμπορεύματος να αποφύγει την κήρυξή του ως αλληλεγγύως συνυπευθύνου, εναπόκειται σε αυτόν να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι δεν μπορούσε να έχει κάν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της λαθρεμπορίας. Για τον λόγο αυτόν, οι εταιρείες πετρελαιοειδών που διαθέτουν, μέσω πρατηριούχων, ποσότητες καυσίμων από τα ελεύθερα αποθέματά τους για ατελείς χρήσεις, προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη σε περίπτωση λαθρεμπορίας λόγω εικονικού εφοδιασμού, δεν αρκεί να αποδείξουν ότι προέβησαν σε τυπικό έλεγχο των στοιχείων, που υπογράφονται από τους ενεργούντες για λογαριασμό τους πρατηριούχους ή να ισχυριστούν ότι απέβλεψαν στη σύμπραξη τελωνειακών υπαλλήλων, αλλά πρέπει να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα ενεργού εποπτείας των εν λόγω επαγγελματιών και αποτελεσματικού ελέγχου (του σύννομου) των ενεργειών τους για να διασφαλίσουν ότι τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι, επομένως, συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης πράξης συμψηφιστικής ατέλειας.
■
1427/2025 (Γ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Μακρής, Σύμβουλος, Εισηγητής: Ε. Μελισσαρίδης, Πάρεδρος
Κρίσεις στο Πυροσβεστικό Σώμα. Η κρίση των Πυράρχων για προαγωγή στον βαθμό του Αρχιπυράρχου γίνεται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, οι Πύραρχοι κρίνονται ως διατηρητέοι ή παραμένοντες στον αυτό βαθμό ή ως αποστρατευτέοι και εγγράφονται στους αντίστοιχους πίνακες. Κατά το δεύτερο στάδιο, οι Πύραρχοι που είναι γραμμένοι στον πίνακα διατηρητέων, κρίνονται εκ νέου αυτοτελώς και κατά τη σειρά αρχαιότητάς τους στον κατεχόμενο βαθμό και, αν κριθούν προακτέοι, προάγονται προς πλήρωση κενής θέσης, ενώ οι τυχόν παραλειπόμενοι αρχαιότεροί τους θεωρούνται ως διατηρητέοι.
Επιλογή Αρχιπυράρχων. Κατά το δεύτερο στάδιο, το αρμόδιο Συμβούλιο έχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια προς επιλογή εκείνου που συγκεντρώνει σε απόλυτο βαθμό τα απαραίτητα ουσιαστικά προσόντα, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς την παράλειψη τυχόν αρχαιοτέρου αξιωματικού με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία του ατομικού του φακέλου, από τα οποία προκύπτει, κατά την ουσιαστική εκτίμηση του Συμβουλίου, η μη κτήση σε απόλυτο βαθμό ενός ή περισσοτέρων ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του βαθμού του Αρχιπυράρχου. Η μη κτήση σε απόλυτο βαθμό και ενός μόνον από τα απαραίτητα προς προαγωγή ουσιαστικά προσόντα αρκεί για να θεμελιώσει την κρίση του αξιωματικού ως μη προακτέου.
Στέρηση ειδικών προσόντων. Αιτιολογία. Εφ’ όσον η κρίση περί μη προαγωγής στον βαθμό του Αρχιπυράρχου στηρίζεται σε δυσμενή βαθμολόγηση επιμέρους ουσιαστικών (π.χ. επαγγελματικών και διοικητικών) προσόντων, πρέπει να μην υφίσταται διαφορετική βαθμολόγησή τους ή λεκτικώς διατυπωμένη αξιολόγηση των σχετικών ουσιαστικών προσόντων στην ίδια έκθεση ικανότητας. Σε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται τέτοια διαφορά, η επί τη βάσει ορισμένων στοιχείων κρίση της Διοίκησης περί μη προαγωγής λόγω στέρησης των σχετικών ουσιαστικών προσόντων πρέπει να αιτιολογείται ειδικότερα, άλλως παρίσταται πλημμελής.
■
1433/2025 (Γ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Β. Ανδρουλάκης, Σύμβουλος
Διοικητική αυτοτέλεια των ΟΤΑ. Έννοια. Δεν καθιερώνεται αυτονομία υπέρ των ΟΤΑ, δηλαδή εξουσία αυτοτελούς θέσπισης κανόνων δικαίου, αλλά, στο πλαίσιο της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αυτοδιοίκησης, οι ΟΤΑ έχουν εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις για τα θέματα της αρμοδιότητάς τους με δικά τους όργανα, εντός, όμως, του πλαισίου που θέτουν οι γενικοί κανόνες, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους. Ο συνταγματικός νομοθέτης αναγνωρίζει τη διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αποκλείοντας τον έλεγχο σκοπιμότητας των πράξεων των οργάνων τους και εγγυάται την οικονομική τους αυτοτέλεια. Η διοικητική, όμως, αυτοτέλεια δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να αποφασίζουν οι ίδιοι οι ΟΤΑ για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους ως δημοσίων υπηρεσιών, η οποία ανήκει στον νομοθέτη.
Νομοθετική κατάργηση των δημοτικών επιχειρήσεων. Εξαιρέσεις. Ο νομοθέτης, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί ο οικονομικός προγραμματισμός και να διατεθούν αποδοτικά οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι των ΟΤΑ, προέκρινε ως βέλτιστη λύση την αυτοδίκαιη κατάργηση του συνόλου των ν.π.δ.δ. και των κοινωφελών επιχειρήσεων των Δήμων. Η εξαίρεση ν.π.δ.δ. ή κοινωφελούς επιχείρησης από την αυτοδίκαιη κατάργηση ή λύση πρέπει να δικαιολογείται από πλευράς εξειδικευμένου αντικειμένου, απόδοσης έργου και ευρύτερης αναγνώρισης της δραστηριότητάς τους, τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Ως “εξειδικευμένο αντικείμενο” πρέπει να νοηθεί η οργάνωση και παροχή υπηρεσίας που εμφανίζει ιδιαίτερο αντικείμενο σε σχέση με τις αρμοδιότητες των Δήμων, ως “απόδοση έργου” νοείται, ιδίως, η θετική οικονομική απόδοση του νομικού προσώπου ή της επιχείρησης και η μη σώρευση ελλειμμάτων που, τελικώς, επιβαρύνουν τον Δήμο και ως “ευρύτερη αναγνώριση” νοείται η κατά κοινή πείρα αναγνώριση του έργου του νομικού προσώπου ή της επιχειρήσεως από την τοπική, τουλάχιστον, κοινωνία.
■
1438/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Ασημακοπούλου, Σύμβουλος
Σχέση ποινικής και πειθαρχικής απόφασης. Όταν σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα διαπιστώνεται ρητώς η ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών, αυτά γίνονται δεκτά στην πειθαρχική δίκη όπως στην ποινική απόφαση ή στο αμετάκλητο βούλευμα. Η αυτή δέσμευση γεννάται από αμετάκλητη ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα και για το ΣτΕ, όταν δικάζει επί προσφυγής, κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εφ’ όσον η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους έχει διαπιστωθεί αμετακλήτως από την ποινική απόφαση ή το βούλευμα.
Αθωωτική ποινική απόφαση και βούλευμα παύσης της δίωξης. Ο πειθαρχικός δικαστής δεσμεύεται από την αθωωτική ποινική απόφαση, ανεξαρτήτως αν αυτή εξέφερε κρίση μετά ή άνευ αμφιβολιών. Η δέσμευση αυτή του πειθαρχικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση συντρέχει υπό την προϋπόθεση, ότι τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία διώχθηκε ποινικώς ο υπάλληλος, ταυτίζονται πλήρως με αυτά για τα οποία του ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη. Κατά τα λοιπά, ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία, να καταλογίσει στον πειθαρχικά διωκόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, στηρίζοντας την κρίση του στις διαφορετικές προϋποθέσεις, που θέτουν οι ρυθμίσεις του πειθαρχικού δικαίου. Αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής του αδικήματος για το οποίο αυτή είχε ασκηθεί, δεν αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία «αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε» ο διωχθείς, δεδομένου ότι τέτοιο βούλευμα ερείδεται στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης συνεπεία της παραγραφής, και όχι σε κρίση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος.
■
1441/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Ασημακοπούλου, Σύμβουλος
ΟΤΑ. Πειθαρχικές ποινές σε αιρετούς εκπροσώπους. Για την επιβολή πειθαρχικών ποινών στους αιρετούς εκπροσώπους των ΟΤΑ απαιτείται σύμφωνη γνώμη Πειθαρχικού Συμβουλίου, συγκροτούμενου κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, το οποίο, ωστόσο, δεν αποτελεί το όργανο με την αποφασιστική αρμοδιότητα. Περαιτέρω, την πειθαρχική δικαιοδοσία στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης ασκεί ο Ελεγκτής Νομιμότητας (ήδη Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης), η δε πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση από τον Συντονιστή αιτιολογημένης απόφασης, με την οποία αυτός έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τις πειθαρχικές ποινές της αργίας έως έξι μηνών ή της έκπτωσης, οι δε πράξεις με τις οποίες ασκείται η εν λόγω πειθαρχική εξουσία είναι δεκτικές δικαστικού ελέγχου, ως επί πλέον εγγύηση που διασφαλίζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση των αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης έναντι της κρατικής εξουσίας.
■
1482/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Β. Πλαπούτα, Σύμβουλος
Φορολογικές διαφορές. Αναίρεση. Ποσό της διαφοράς. Όταν με προσφυγή προσβάλλεται η απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής ασκηθείσας κατά περισσότερων πράξεων, η απόρριψη αυτή αναλύεται σε τόσες απορριπτικές πράξεις όσες και οι προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή πράξεις, ως ποσό δε της διαφοράς που άγεται ενώπιον του ΣτΕ λαμβάνεται, κατ’ αρχήν, υπ’ όψη το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πράξη χωριστά, ενώ επί περισσότερων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, για τον προσδιορισμό του ύψους του αντικειμένου της διαφοράς, λαμβάνεται υπ’ όψη το ποσό που αντιστοιχεί σε καθέναν από αυτούς. Τούτο δε ισχύει και για τους συζύγους, δεδομένου ότι καθένας από αυτούς δεν είναι κατά τον νόμο υπόχρεος για τις φορολογικές υποχρεώσεις του άλλου, που συνιστούν το αντικείμενο της διαφοράς.
Εξαίρεση στην περίπτωση διαπίστωσης μη δηλωθείσας φορολογικής ύλης. Κατ’ απόκλιση του παραπάνω κανόνα, συναθροίζονται τα ποσά που αντιστοιχούν στις προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή πράξεις, με τις οποίες επιβάλλεται φόρος επί του εισοδήματος – χαρακτήρα που έχει και η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 – του αυτού διαδίκου για το ίδιο οικονομικό έτος, με βάση την εκ μέρους της φορολογικής αρχής διαπίστωση της ύπαρξης μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η προσβολή με μία προσφυγή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής κατά των εν λόγω πράξεων, καθώς και η έκδοση από το διοικητικό δικαστήριο μίας απόφασης (δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα, αλλά) δικαιολογούνται πλήρως, ενόψει τόσο του (παρόμοιου) ρυθμιστικού περιεχομένου (επιβολή φόρου επί του εισοδήματος του ίδιου οικονομικού/φορολογικού έτους) και της κοινής βάσης των ως άνω πράξεων (ύπαρξη μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος) όσο και της (συνδεόμενης με την αποτελεσματική απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης) ανάγκης ενιαίας επίλυσης της διαφοράς, η οποία προκύπτει από τον καταλογισμό φόρου βάσει της προαναφερόμενης διαπίστωσης. Εξάλλου, εφ’ όσον με την επίδικη πράξη της φορολογικής Διοίκησης έχει επιβληθεί κύριος φόρος, καθώς και πρόσθετος φόρος, για τον υπολογισμό του ποσού της διαφοράς δεν λαμβάνεται, κατ’ αρχήν, υπ’ όψη ο πρόσθετος φόρος.
■
1486/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ε. Σκούρα, Σύμβουλος
Επιστροφή ΦΠΑ σε συναλλαγές εντός της Ε.Ε. Αρχές ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας. Μολονότι η υλοποίηση του δικαιώματος για επιστροφή του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, εμπίπτει κατ’ αρχήν στη διαδικαστική αυτονομία των κρατών-μελών, η αυτονομία αυτή διέπεται από τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Οι λεπτομερείς δικονομικοί κανόνες για τα ένδικα βοηθήματα που αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας των παρεχόμενων από το δίκαιο της Ένωσης δικαιωμάτων των διοικουμένων δεν επιτρέπεται να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα, που αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας δικαιωμάτων του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας), ούτε επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας).
Αρχή της ουδετερότητας. Μολονότι τα κράτη-μέλη έχουν οπωσδήποτε εξουσία εκτίμησης κατά τον καθορισμό των τρόπων επιστροφής του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ βάσει του άρθρου 183 της Οδηγίας περί ΦΠΑ, οι τρόποι αυτοί δεν πρέπει πάντως να θίγουν την αρχή της ουδετερότητας του φόρου, υποχρεώνοντας τον υποκείμενο στον φόρο να επωμισθεί, εν όλω ή εν μέρει, τη σχετική φορολογική επιβάρυνση. Ειδικότερα, οι τρόποι αυτοί πρέπει να παρέχουν στον υποκείμενο στον φόρο τη δυνατότητα να εισπράξει, υπό κατάλληλες συνθήκες, ολόκληρη την απαίτηση που προκύπτει από το ως άνω πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ, πράγμα που σημαίνει ότι το πιστωτικό υπόλοιπο πρέπει να επιστρέφεται, εντός εύλογης προθεσμίας, με την καταβολή μετρητών ή με ανάλογο τρόπο και ότι, εν πάση περιπτώσει, η θεσπιζόμενη διαδικασία επιστροφής δεν πρέπει να συνεπάγεται χρηματοοικονομικό κίνδυνο για τον υποκείμενο στον φόρο. Η προθεσμία αυτή μπορεί καταρχήν να παρατείνεται, προκειμένου να πραγματοποιηθεί φορολογικός έλεγχος, η δε παραταθείσα προθεσμία πρέπει να θεωρείται εύλογη, εφ’ όσον η παράταση δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας ελέγχου.
Καθορισμός αποσβεστικών προθεσμιών. Είναι συμβατός προς το δίκαιο της Ένωσης ο καθορισμός εύλογων αποσβεστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής προς όφελος της ασφάλειας δικαίου, οι οποίες προστατεύουν τόσο τον φορολογούμενο όσο και τη διοίκηση. Οι εν λόγω προθεσμίες δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη της Ένωσης, ακόμη και εάν, εξ ορισμού, η παρέλευση των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την απόρριψη, εν όλω ή εν μέρει, του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει να μην μπορεί να τίθεται εν αμφιβόλω επ’ αόριστον η φορολογική κατάσταση του υποκειμένου στον φόρο ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της φορολογικής αρχής.
Προσωρινός φορολογικός έλεγχος. Εκτελεστή πράξη. Σε περίπτωση που η φορολογική διοίκηση, επιλαμβανόμενη αιτήματος επιστροφής ΦΠΑ, διενεργεί προσωρινό έλεγχο, εφ’ όσον δεν ακολουθήσει η έκδοση οποιασδήποτε άλλης πράξης, η απόρριψη του αιτήματος εκδηλώνεται με την έκδοση και κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτήν, η έκθεση ελέγχου έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παραδεκτά προσβάλλεται με ενδικοφανή προσφυγή και, ακολούθως, με προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
■
1509/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Π. Κιούσης, Πάρεδρος
Λύση εταιρείας και συνέχιση δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της προσωπικής εμπορικής εταιρείας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, διότι, και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφ’ όσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς τον σκοπό της εκκαθάρισης, εφ’ εξής δε η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές.
Ευμενέστερη φορολογική κύρωση. Αναδρομική εφαρμογή. Η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης φορολογικής κύρωσης αφορά την ανεύρεση του κατά χρόνον εφαρμοστέου σε συγκεκριμένη υπόθεση κανόνα δικαίου (περί επιβολής κύρωσης για φορολογική παράβαση), ήτοι ζήτημα που δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο. Ο ευμενέστερος ή μη χαρακτήρας του νεότερου νόμου κρίνεται βάσει της συγκεκριμένης περίπτωσης και κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της, τις οποίες βαρύνεται να επικαλεστεί ο ίδιος ο φορολογούμενος, και δη κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, προκειμένου να θεμελιωθεί η εφαρμογή μεταγενέστερης ρύθμισης, ως ευμενέστερης γι’ αυτόν. Η παραπάνω αρχή δεν έχει ως συνέπεια ότι καθίσταται αντισυνταγματική η νομοθετική διάταξη, κατ’ εφαρμογή της οποίας επιβλήθηκε από τη Διοίκηση η επίδικη φορολογική κύρωση, αλλά μόνον ότι η διάταξη αυτή δεν έχει (πλέον) εφαρμογή ratione temporis.
■
1528/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Θ. Ζιάμου, Πάρεδρος
Αίτηση ακύρωσης οικοδομικής άδειας. Προθεσμία άσκησης και τεκμήριο γνώσης της προσβαλλόμενης. Η κρίση σχετικά με την εκπρόθεσμη άσκηση αίτησης ακύρωσης, ειδικότερα δε η κρίση περί των δεδομένων που οδήγησαν στον σχηματισμό τεκμηρίου γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα την ακύρωση, ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου και στην υπαγωγή των περιστατικών αυτών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου και όχι σε νομικό ζήτημα. Για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά οικοδομικής άδειας, απαιτείται γνώση όχι μόνο της έκδοσης, αλλά και του περιεχομένου της άδειας ως προς τα βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του κτηρίου και της χρήσης του, η γνώση δε αυτή συναρτάται με τις πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πράξη και το έννομο συμφέρον επί του οποίου θεμελιώνεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος. Προκειμένου δε να εκφέρουν σχετική κρίση, τα δικαστήρια εκτιμούν τα στοιχεία του φακέλου και λαμβάνουν υπ’ όψη και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης ή την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, σε συνδυασμό προς το εύλογο ενδιαφέρον του ασκούντος την αίτηση ακύρωσης να λάβει πληροφορίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και το περιεχόμενό της.
■
1532/2025 (Δ΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Κοντοπόδη, Πάρεδρος
Εγκατάσταση ανεμογεννητριών. Περιοχές προστασίας. Απαγορεύεται η εγκατάσταση αιολικών σταθμών σε ορισμένες προστατευόμενες περιοχές, όπως είναι οι οικότοποι προτεραιότητας περιοχών της Επικράτειας που έχουν ενταχθεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000, οι περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης και προστασίας της φύσης, οι υγρότοποι Ραμσάρ, οι πυρήνες των εθνικών δρυμών και των κηρυγμένων μνημείων της φύσης και των αισθητικών δασών. Περαιτέρω, με το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού/ΑΠΕ προβλέφθηκε ότι στις λοιπές προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000, μπορεί, κατά κανόνα, να εγκατασταθούν αιολικοί σταθμοί, αφού, όμως, προηγουμένως διαπιστωθεί, με βάση ειδικά περιβαλλοντικά κριτήρια και σύμφωνα με τους όρους των Οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ ΕΚ, ότι οι τόποι αυτοί δεν θίγονται ή δεν απειλούνται ουσιωδώς ως προς την ακεραιότητά τους.
Περιοχές ορνιθοπανίδας. Από τις Οδηγίες 92/ 43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ δεν απορρέει απόλυτη απαγόρευση εγκατάστασης αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εντός ή πλησίον ζωνών ειδικής προστασίας της ορνιθοπανίδας και περιοχών εντεταγμένων στο δίκτυο Natura 2000, ενώ το ζήτημα του επιτρεπτού της αδειοδότησής τους σε τέτοιες περιοχές εξετάζεται κατά περίπτωση, μετά από εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του κάθε συγκεκριμένου έργου, λαμβανομένου, άλλωστε, υπ’ όψη ότι η χρήση του αιολικού δυναμικού για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με αντίστοιχο περιορισμό της ενέργειας που παράγεται από ορυκτά, αποβλέπει στην προστασία του περιβάλλοντος με τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου και την αποτροπή της αλλαγής του κλίματος, η οποία μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη διατήρηση των προστατευόμενων τόπων του δικτύου Natura 2000.
Δίκτυο Natura 2000 και περιοχές ΖΕΠ. Αιολικά πάρκα που είναι δυνατόν να επηρεάζουν σημαντικά περιοχές ενταγμένες στο δίκτυο Natura 2000 ή περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ πρέπει να υπόκεινται σε δέουσα εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, η οποία προϋποθέτει ότι έχουν προσδιοριστεί, λαμβανομένων υπ’ όψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν να επηρεάσουν, είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού, η δε Διοίκηση μπορεί να επιτρέψει την άσκηση της δραστηριότητας, μόνον εφ’ όσον είναι βέβαιη ότι δεν τίθεται σε διακινδύνευση η ακεραιότητα του προστατευόμενου τόπου. Η εν λόγω δέουσα εκτίμηση πρέπει να διενεργείται και σε σχέδια ή έργα χωροθετημένα εκτός του προστατευόμενου τόπου, εφόσον αυτά ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτόν.
Προστασία πτηνών. Κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης αιολικών πάρκων που βρίσκονται σε περιοχές ακόμη και εκτός των περιοχών ΖΕΠ, πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη οι επιπτώσεις σε προστατευόμενα είδη πουλιών που είναι εν δυνάμει ευαίσθητα στη λειτουργία των εν λόγω εγκαταστάσεων, ιδίως αν το υπό έγκριση αιολικό πάρκο βρίσκεται στην περιοχή σημαντικού διαδρόμου αποδημητικών πτηνών (μεταναστευτικής στενωπού) ή σε θαλάσσια περιοχή σημαντική για τα πουλιά, ή σε σημαντική περιοχή για τα πουλιά (ΣΠΠ), η οποία ακόμη δεν έχει χαρακτηριστεί ως ΖΕΠ.
Ειδικού Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Αρχές και κατευθύνσεις. Η εκπονηθείσα στρατηγική μελέτη του ΕΠΧΣΑΑ των ΑΠΕ περιλαμβάνει συνολική προσέγγιση της περιβαλλοντικής διάστασης του χωροταξικού σχεδιασμού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, και στα επιστημονικά δεδομένα της υποστηρικτικής μελέτης, η οποία καλύπτει όλες τις βασικές παραμέτρους για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή του εν λόγω σχεδιασμού και την ενσωμάτωση σε αυτόν των κατευθύνσεων και των μέτρων που συμβάλλουν στην εξάλειψη ή τον περιορισμό τους. Στη μελέτη γίνεται μνεία των σκοπών δημοσίου συμφέροντος, που εξυπηρετούνται με την προώθηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας για τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, επιλέγεται δε, ως βέλτιστος μηχανισμός σχεδιασμού της ανάπτυξής τους, ο οποίος εξασφαλίζει τόσο την υλοποίηση των στόχων της ενεργειακής πολιτικής, όσο και την αρμονική ένταξή τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, το σύστημα της χωροθέτησης μέσω συγκεκριμένων κριτηρίων καθορισμένων σε εθνικό επίπεδο και προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες των περιοχών υποδοχής, καταλειπομένης της λεπτομερέστερης αντιμετώπισης των επιπτώσεων από κάθε μεμονωμένο έργο στο στάδιο της έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων.
Περιεχόμενο του ΕΠΣΧΑΑ/ΑΕΠ. Η διαμόρφωση του ειδικότερου περιεχομένου των κανόνων χωροθέτησης κάθε κατηγορίας ανανεώσιμων πηγών γίνεται κατόπιν συνεκτίμησης του αναμενόμενου ποσοστού συμμετοχής τους στο μείγμα ενεργειακής παραγωγής, της ύπαρξης εκμεταλλεύσιμου ενεργειακού δυναμικού, το οποίο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανάγεται σε κριτήριο ιδιαίτερης βαρύτητας της φέρουσας ικανότητας των περιοχών υποδοχής, καθώς και της ανάγκης για αρμονική ένταξη των οικείων έργων στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Κατ’ αποδοχή δε των πορισμάτων και των συναφών προτάσεων της υποστηρικτικής μελέτης, υιοθετήθηκαν κριτήρια που αφορούσαν τον καθορισμό ζωνών αποκλεισμού και ασυμβατότητας, τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας των περιοχών υποδοχής, την τήρηση ελαχίστων αποστάσεων από ευαίσθητες περιοχές και την συμμόρφωση προς όρους προστασίας του τοπίου. Κατ’ εκτίμηση, εξάλλου, του γεγονότος ότι το υπό εκπόνηση χωροταξικό σχέδιο αναφέρεται σε στρατηγικό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου, η περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος γίνεται σε εθνικό επίπεδο και με χρήση σαράντα τεσσάρων περιβαλλοντικών δεικτών αειφορίας και σχετικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, αλλά και μέσω αναλυτικής παρουσίασης των περιοχών που τελούν υπό ειδικό καθεστώς προστασίας και των σημαντικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών των λοιπών περιοχών της ελληνικής επικράτειας.
Στρατηγικός σχεδιασμός και μετέπειτα έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Η αναγκαιότητα λήψης μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος κατά το στάδιο του στρατηγικού σχεδιασμού εξετάσθηκε με βασικό κριτήριο το ζήτημα αν η επίπτωση αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τη λήψη μέτρων στο στάδιο του χωροταξικού σχεδιασμού ή σε χρονικώς μεταγενέστερα στάδια του σχεδιασμού και της υλοποίησης των μεμονωμένων έργων. Η επιλογή του κριτηρίου αυτού στηρίχθηκε στην αντίληψη ότι ο βαθμός, στον οποίο θα εξαντληθούν οι ρυθμίσεις του πλαισίου, εξαρτάται από την ακριβή χωροθέτηση των εγκαταστάσεων, η οποία πραγματοποιείται στο μεταγενέστερο στάδιο της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, κατά το οποίο τίθενται και τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος σε επίπεδο μεμονωμένης εγκατάστασης. Αντιθέτως, κατά το στρατηγικό στάδιο του σχεδιασμού, τα χαρακτηριστικά της χωροθέτησης ανά κατηγορία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθορίζονται κατά γενικό τρόπο, με αποτέλεσμα μόνον τα οργανωμένα σύνολα έργων ως προς το σφαιρικό τους περιβαλλοντικό αποτύπωμα να μπορούν να εξετασθούν επαρκώς. Ειδικώς, ως προς το πρόγραμμα δράσης και τον μηχανισμό παρακολούθησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, υιοθετήθηκαν οι προτάσεις της υποστηρικτικής μελέτης, οι οποίες κρίθηκαν επαρκείς.
Δάση και δασικές εκτάσεις. Καθιερώνεται η αρχή του εξαιρετικού χαρακτήρα των διενεργούμενων σε δάση και δασικές εκτάσεις επεμβάσεων, κατά την οποία οι κατ’ αρχήν επιτρεπόμενες επεμβάσεις πρέπει να προβλέπονται ειδικώς στον νόμο, να υλοποιούνται μόνο στο μέτρο που δεν μπορούν να διατεθούν άλλες εκτάσεις για την εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων σκοπών δημοσίου συμφέροντος και, σε κάθε περίπτωση, να περιορίζονται στην κατά το δυνατό ελάχιστη θυσία δασικής βλαστήσεως, η συνδρομή δε των προϋποθέσεων αυτών εξετάζεται και κατά το στάδιο της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων για την εκτέλεση έργου σε περιοχή με δασικό χαρακτήρα, υποκείμενη και στον ακυρωτικό έλεγχο. Επιτρέπονται επεμβάσεις σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα προκειμένου να εγκατασταθούν μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με τα συνοδά έργα (συμπεριλαμβανομένης και της απαραίτητης οδοποιίας), η λειτουργία των οποίων εξαρτάται, κυρίως, από το διαθέσιμο ενεργειακό δυναμικό της περιοχής εγκατάστασής τους, που αναγκαία αποτελεί, ως εκ τούτου, το βασικό κριτήριο για την επιλογή της κατάλληλης θέσης.
Πράξη έγκρισης επέμβασης. Για την πραγματοποίηση έργου υποδομής εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, απαιτείται η έκδοση πράξης έγκρισης επέμβασης, η οποία, όταν προβλέπεται περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου ή της δραστηριότητας, ενσωματώνεται στην οικεία ΑΕΠΟ ή απόφαση υπαγωγής σε ΠΠΔ, πρέπει δε να προηγείται οποιασδήποτε υλικής ενέργειας στην επίμαχη έκταση. Ο δημόσιος σκοπός που υπηρετείται με τη λειτουργία των μονάδων αυτών πρέπει να ικανοποιείται με τη μικρότερη δυνατή απώλεια δασικού πλούτου και με τον περιορισμό στο ελάχιστο αναγκαίο της αλλοίωσης της δασικής μορφής των σχετικών εκτάσεων.
Υποσταθμοί σε αναδασωτέες εκτάσεις. Μεταξύ των επιτρεπομένων επεμβάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις είναι η κατασκευή υποσταθμών και κάθε τεχνικού έργου που αφορά την υποδομή και εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τα συνοδά έργα. Για τη σχετική επέμβαση απαιτείται προηγούμενη εγκριτική πράξη του κατά τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίου κρατικού οργάνου, που, κατά περίπτωση, δύναται να ενσωματώνεται στην περιβαλλοντική άδεια έργου ή δραστηριότητας, με την οποία είναι δυνατό να θεσπίζονται και οι όροι και περιορισμοί για την εκτέλεση του σχετικού έργου.
■
1533/2025 (Ε΄ Τμ. 7μελούς) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Δ. Πυργάκης, Πάρεδρος
Προστασία οικοτόπων και ενωσιακό δίκαιο. Πλημμελής μεταφορά κοινοτικής Οδηγίας. Συνέπειες. Τα κράτη-μέλη έχουν την υποχρέωση να καθορίζουν, για κάθε ΖΕΠ θεωρούμενη μεμονωμένα, στόχους και μέτρα διατήρησης, που να αφορούν όλα τα προστατευόμενα είδη, καθώς και τον οικότοπό τους, στο πλαίσιο δε αυτό εναπόκειται στα κράτη-μέλη να καθορίζουν προτεραιότητες αναλόγως της σημασίας των μέτρων αυτών για την επίτευξη των στόχων διατήρησης του συνόλου των εν λόγω ειδών. Ο κανονιστικός νομοθέτης πλημμελώς μετέφερε στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία 2009/147/ ΕΚ, διότι αντικείμενο προστασίας της επίμαχης ΚΥΑ είναι μόνο τα είδη χαρακτηρισμού μιας ΖΕΠ, χωρίς να προστατεύεται, και μάλιστα για κάθε ΖΕΠ ξεχωριστά, το σύνολο των ειδών που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας και τα αποδημητικά πουλιά με τακτική παρουσία εντός εκάστης ΖΕΠ. Ωστόσο πρέπει να διατηρηθεί η ισχύς της προσβαλλόμενης ΚΥΑ και να ακυρωθεί η παράλειψη των αρμοδίων Υπουργών να θεσπίσουν μέτρα διατήρησης, που να αφορούν, όχι μόνο τα είδη χαρακτηρισμού, αλλά όλα τα προστατευόμενα είδη της άγριας ορνιθοπανίδας και των οικοτόπων/ενδιαιτημάτων της, σε συνάρτηση, με τους στόχους προστασίας που έχουν τεθεί για κάθε ΖΕΠ θεωρούμενη μεμονωμένα, καθορίζοντας, παράλληλα, προτεραιότητες αναλόγως της σημασίας των μέτρων αυτών για την επίτευξη των στόχων διατήρησης του συνόλου των εν λόγω ειδών.
Δραστηριότητες εντός ΖΕΠ. Δεν απαγορεύονται, κατ’ αρχήν, οι οικονομικές και οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες εντός των ζωνών ειδικής προστασίας, επιβάλλεται όμως κατά την άσκησή τους να λαμβάνεται υπ’ όψη η ανάγκη προστασίας της άγριας ορνιθοπανίδας, σκοπός ο οποίος, τελικώς, μπορεί να δικαιολογήσει και την πλήρη απαγόρευση ή τον δραστικό περιορισμό τους. Συνεπώς νομίμως με κανονιστική πράξη αφ’ ενός τίθεται ως σκοπός της η άσκηση παραγωγικών - οικονομικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, όπως της γεωργίας, της δασοπονίας, της θήρας και της αλιείας, σύμφωνα με τις ανάγκες προστασίας της άγριας ορνιθοπανίδας και, αφ’ ετέρου, χάριν της προστασίας αυτής, θεσπίζονται όροι, περιορισμοί και απαγορεύσεις για την άσκηση της θήρας, της γεωργίας, της δασοπονίας και της αλιείας.
■
1539/2025 (Ε΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Χ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Ζ. Θεοδωρικάκου, Πάρεδρος
Ένταξη δασικής έκτασης στο σχέδιο πόλης. Η οικιστική αξιοποίηση και πολεοδόμηση δασών και δασικών εκτάσεων είναι, κατ’ αρχήν, ασύμβατη με τις διατάξεις του άρθρου 24 §§ 1 και 2 Σ. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η ένταξη μικρών τμημάτων δάσους σε σχέδιο πόλης χάριν της ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού, εφ’ όσον τα τμήματα αυτά γειτνιάζουν ή περιβάλλονται από οικισμούς, οπότε οι εντασσόμενοι στο σχέδιο δασικοί θύλακες οφείλουν, παρά την ένταξη, να διατηρούν υποχρεωτικώς αναλλοίωτο το δασικό τους χαρακτήρα.
Εκτάσεις οικοδομικών συνεταιρισμών. Ο παραπάνω κανόνας ισχύει και ως προς την οικιστική αξιοποίηση εκτάσεων για τις στεγαστικές ανάγκες μελών οικοδομικών συνεταιρισμών και την πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών, η οποία δεν είναι επιτρεπτή υπό το Σύνταγμα του 1975, ακόμη και στην περίπτωση που η έκταση, για την οποία πρόκειται, ανήκει στην ιδιοκτησία οικοδομικού συνεταιρισμού, το δε σχετικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα του συνεταιρισμού είχε αποκτηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975. Δεν αντίκειται στις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, αλλά συντρέχει, ως προς αυτές, νομική αδυναμία οικιστικής αξιοποίησης και πολεοδόμησης λόγω του δασικού τους χαρακτήρα, ούτε η ανταλλαγή των εν λόγω μη δυναμένων να πολεοδομηθούν εκτάσεων με δημόσιες εκτάσεις οικιστικού χαρακτήρα, εφ’ όσον το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του οικοδομικού συνεταιρισμού είχε αποκτηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος.
Απαλλοτρίωση αναδασωτέας έκτασης. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρυσσόμενης ως “αναδασωτέας” έκτασης είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση μόνον, όταν σκοπό της κήρυξης της έκτασης ως “αναδασωτέας” δεν αποτελεί η αναδημιουργία της δασικής της βλάστησης που έχει καταστραφεί και η εν γένει ανάκτηση της δασικής της βλάστησης, αλλά η δάσωσή της και η πρόσδοση σε αυτήν δασικού χαρακτήρα που δεν είχε προηγουμένως. Η υποχρέωση αυτή συντρέχει εφ’ όσον έχει προηγουμένως διερευνηθεί η εγκυρότητα των τίτλων ιδιοκτησίας του φερόμενου ιδιοκτήτη και καθορίζεται από το Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών το τίμημα για την πώληση της έκτασης και μόνον εάν ο ιδιοκτήτης δεν πωλήσει εν τέλει την έκταση αυτή στο καθορισθέν τίμημα. Αντιθέτως, εάν η έκταση έχει ήδη δασικό χαρακτήρα και υπάγεται στη δασική νομοθεσία, η κήρυξή της ως αναγκαστικώς απαλλοτριωτέας είναι, μεν, δυνατή, δεν είναι όμως υποχρεωτική για τη Διοίκηση.
Ανταλλαγή δημοσίων ακινήτων με ιδιωτικές δασικές εκτάσεις. Οι Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι ιδιοκτήτες δασών ή δασικών εκτάσεων, είναι δικαιούχοι ανταλλαγής των εκτάσεων αυτών με ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, η ανταλλαγή δε αυτή εκκινεί με την υποβολή αίτησης, η οποία συνοδεύεται από έκθεση τίτλων, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από δύο δικηγόρους τουλάχιστον παρ’ Εφέταις και θεωρείται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο.
Αδυναμία πολεοδόμησης εν μέρει αναδασωτέας έκτασης. Εφ’ όσον έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, κατά ένα τμήμα της, διότι είχε δασικό χαρακτήρα, τον οποίο απώλεσε λόγω πυρκαϊάς και, κατά άλλο, διότι κρίθηκε ότι λόγοι προστασίας της κάτωθεν αυτής ευρισκόμενης οικιστικής περιοχής επιβάλλουν τη δάσωσή της, η πράξη δε αναδάσωσης δεν έχει ανακληθεί, δεν είναι δυνατή η οικιστική ανάπτυξή της με την πολεοδόμησή της. Συνεπώς, ούτε η παράλειψη της Διοικήσεως να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος των αιτούντων συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.
■
1551/2025 (Α΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Δ. Τσαρούχας, Πάρεδρος
Αστική ευθύνη του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. Ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφ’ όσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών ν.π.δ.δ.δ και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης. Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης. Τέτοια παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. συνιστά και κάθε πράξη ή παράλειψη αυτών που παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης και τη συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου. Παραβίαση δε των αρχών αυτών επέρχεται, όταν τα όργανα του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. όχι απλώς προτρέπουν τον διοικούμενο, αλλά του παρέχουν, προκειμένου να προβεί σε κάποια ενέργεια, συγκεκριμένες υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις, δημιουργώντας έτσι σε αυτόν βάσιμες προσδοκίες για την εκπλήρωσή τους, και στη συνέχεια αρνούνται να τις εκπληρώσουν ή του δημιουργούν, εν όψει συγκεκριμένων ενεργειών τους, την εύλογη πεποίθηση, ότι θα τύχει μιας συγκεκριμένης μεταχείρισης, αλλά δεν ολοκληρώνουν τις απαιτούμενες από μέρους τους ενέργειες, ώστε να πραγματοποιηθεί η προσδοκία του διοικουμένου.
■
1572/2025 (Γ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Γ. Τσιμέκας, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Β. Ανδρουλάκης, Σύμβουλος
Κανονιστικές πράξεις. Αρμοδιότητα. Περιεχόμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης. Στον κοινό νομοθέτη παρέχεται η δυνατότητα να μεταβιβάζει στην εκτελεστική εξουσία την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου, τίθεται δε ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. H νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή, αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Δικαστικός έλεγχος. Η κανονιστική πράξη δεν ελέγχεται από πλευράς αιτιολογίας ως προς την πρόκριση συγκεκριμένης ρύθμισης ως βέλτιστης, ούτε για κατάχρηση εξουσίας, αλλά μόνον από την άποψη της συνδρομής των όρων της εξουσιοδότησης, βάσει της οποίας εκδίδεται, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της. Περαιτέρω, δεν απαιτείται οπωσδήποτε να καθορίζει η ίδια η εξουσιοδοτική διάταξη, ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου, βασικές αρχές ή κριτήρια, στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την ενάσκηση της κανονιστικής της αρμοδιότητας, αλλά τα εν λόγω κριτήρια και αρχές δύνανται να προκύπτουν ή να συνάγονται από το όλο πλέγμα των διεπουσών το υπό ρύθμιση ζήτημα διατάξεων, η δε αξιολόγηση αυτών από τη Διοίκηση για την άσκηση της κανονιστικής της αρμοδιότητας ανήκει στην ουσιαστική της κρίση και εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου. Κατ’ εξαίρεση, ελέγχεται, αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ότι η θέσπιση της συγκεκριμένης κανονιστικής ρύθμισης έγινε κατά πρόδηλη παραγνώριση των παραπάνω κριτηρίων ή των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης, με βάση κριτήρια όλως απρόσφορα ή καθ’ υπέρβαση των ορίων της εξουσιοδότησης.
Αναγκαία στοιχεία κανονιστικής πράξης. Στο κείμενο των κανονιστικών πράξεων και σε ιδιαίτερο ακροτελεύτιο άρθρο ή στο προοίμιο αναγράφεται υποχρεωτικά το μέγεθος της δαπάνης, η κατανομή της σε οικονομικά έτη, ο τρόπος αντιμετώπισής της για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών και αναφέρεται υποχρεωτικά από το αρμόδιο για την έκδοσή τους όργανο, ο ειδικός φορέας του Προϋπολογισμού και ο Κωδικός Αριθμός Εξόδου από την εγγεγραμμένη πίστωση των οποίων πρόκειται να καλυφθεί η εν λόγω δαπάνη. Συνεπώς, κάθε κανονιστική πράξη πρέπει πάντοτε να περιέχει μνεία των παραπάνω στοιχείων, εάν δε αυτά έχουν παραλειφθεί, η τυχόν δημοσιευθείσα, χωρίς την παράθεσή τους, κανονιστική πράξη είναι ανίσχυρη και ακυρωτέα.
■
1585/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Χαϊδά, Πάρεδρος
Φορολογία. Αλληλεγγύως ευθυνόμενοι. Έννομη προστασία. Στους προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενους για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων νομικών προσώπων ή οντοτήτων - μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ήδη οι διαχειριστές προσωπικών εταιρειών - παρέχεται η δυνατότητα άσκησης όλων των έναντι της φορολογικής διοίκησης διαδικαστικού χαρακτήρα δικαιωμάτων, που παρέχονται εκ του νόμου στα ίδια τα νομικά πρόσωπα. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνεται και η κατ’ άρθρο 63 του ΚΦΔ ενδικοφανής προσφυγή, η άσκηση της οποίας αποτελεί προϋπόθεση παραδεκτού της εν συνεχεία ασκούμενης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων προσφυγής. Δεδομένου, εξάλλου, ότι από το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά της σιωπηρής ή ρητής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής ο νόμος δεν προβλέπει καμία εξαίρεση, οι προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενοι για τις φορολογικές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου, οι οποίοι, πάντως, πρέπει να μνημονεύονται στην καταλογιστική του φόρου πράξη, νομιμοποιούνται, υπό την ιδιότητά τους αυτή, να ασκήσουν προσφυγή κατά της απόρριψης της ενδικοφανούς τους προσφυγής, με την οποία, κατ’ ενάσκηση δυνατότητας παρεχόμενης εκ του νόμου, εστράφησαν κατά της εκδοθείσας σε βάρος του νομικού προσώπου καταλογιστικής πράξης της φορολογικής αρχής.
■
1586/2025 (Β΄ Τμ.) – Προεδρεύων: Δ. Εμμανουηλίδης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Σδράκα, Σύμβουλος
Χαρακτήρας ΔΕΔΔΗΕ. Επιτρέπεται στις τελωνειακές αρχές να προβούν σε επανεξέταση ή στον εκ των υστέρων έλεγχο της τελωνειακής διασάφησης και να αντλήσουν εξ αυτού τα κατάλληλα συμπεράσματα προσδιορίζοντας νέα τελωνειακή οφειλή. Η δυνατότητα, όμως, αυτή των τελωνειακών αρχών υπόκειται στην προϋπόθεση της τήρησης των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ιδίως εκείνων που απορρέουν από την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την συνακόλουθη αυτής αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Εισαγωγικοί δασμοί. Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη εισαγωγέα. Ο εισαγωγέας μπορεί να επικαλεσθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, προκειμένου να αντικρούσει τον εκ των υστέρων καταλογισμό των εισαγωγικών δασμών, προβάλλοντας ότι τελούσε σε καλή πίστη, μόνον εφ’ όσον: α) η μη είσπραξη των δασμών αυτών οφείλεται σε σφάλμα των ίδιων των αρμοδίων αρχών, β) το σφάλμα αυτό είναι τέτοιο που δεν μπορούσε λογικά να γίνει αντιληπτό από καλόπιστο οφειλέτη και γ) ο οφειλέτης αυτός πρέπει να έχει τηρήσει όλες τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή του διασάφηση. Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του οφειλέτη είναι άξια προστασίας μόνον αν οι αρμόδιες αρχές δημιούργησαν οι «ίδιες» τη βάση επί της οποίας ερειδόταν η εμπιστοσύνη αυτή.
Εξαιρέσεις. Ο υπόχρεος δεν μπορεί να στηρίξει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την εγκυρότητα πιστοποιητικών στο γεγονός ότι έγιναν αρχικά δεκτά από τις τελωνειακές αρχές κράτους-μέλους, δεδομένου ότι ο ρόλος των αρχών αυτών, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής αποδοχής των διασαφήσεων, ουδόλως αποτελεί εμπόδιο για τη διενέργεια μεταγενέστερων ελέγχων . Περαιτέρω, δεν υφίσταται τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ιδίως σε περίπτωση που ο εισαγωγέας, μολονότι είχε προφανείς λόγους ώστε να αμφιβάλλει για την ορθότητα ενός πιστοποιητικού καταγωγής, δεν αναζήτησε πληροφορίες, εντός των ορίων των δυνατοτήτων του, για τις περιστάσεις της έκδοσης του πιστοποιητικού αυτού, προκειμένου να ελέγξει, αν οι αμφιβολίες αυτές ήταν δικαιολογημένες. Τέλος, ο προβαίνων στη διασάφηση έχει την υποχρέωση να τηρήσει όλες τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας όσον αφορά την τελωνειακή του διασάφηση και να παρέχει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές τις απαραίτητες πληροφορίες, που προβλέπουν οι κοινοτικοί κανόνες και οι εθνικοί κανόνες οι οποίοι, ενδεχομένως, τους συμπληρώνουν ή τους μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη, όσον αφορά την τελωνειακή μεταχείριση που ζητείται για το συγκεκριμένο εμπόρευμα, έστω και αν παρέσχε καλοπίστως στοιχεία ανακριβή ή μη πλήρη στις αρμόδιες αρχές, εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι τα μόνα που μπορούσε λογικά να γνωρίζει ή να συγκεντρώσει.
Αλιεύματα εκτός χωρικών υδάτων ως κοινοτικά εμπορεύματα. Ο κοινοτικός χαρακτήρας των προϊόντων θαλάσσιας αλιείας, που αλιεύονται εκτός των χωρικών υδάτων μιας χώρας, η οποία δεν περιλαμβάνεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, από αλιευτικό πλοίο που φέρει σημαία κράτους-μέλους, αποδεικνύεται με την προσκόμιση στις τελωνειακές αρχές του εντύπου Τ2Μ δεόντως συμπληρωμένου. Ο Κανονισμός εφαρμογής εξαρτά την απόδειξη του χαρακτήρα των αλιευμάτων που μεταφορτώθηκαν μέσω τρίτης χώρας ως “κοινοτικών εμπορευμάτων” από ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η υποχρέωση για την αλιευτική εταιρεία να λάβει από τις αρχές του τρίτου κράτους, απ' όπου τα αλιεύματα διαμετακομίστηκαν ή μεταφορτώθηκαν, το έντυπο Τ2Μ δεόντως θεωρημένο. Πάντως, η απόδειξη της ακριβείας των στοιχείων του πιστοποιητικού Τ2Μ δύναται να προκύπτει και από τα λοιπά σχετικά έγγραφα, όπως το ημερολόγιο πλοίου.
■
1612/2025 (Α΄ Τμ.) – Προεδρεύουσα: Τ. Κόμβου, Σύμβουλος, Εισηγήτρια: Ε. Τζιράκη, Πάρεδρος
Χρηματική ικανοποίηση νομικών προσώπων. Τα δικαστήρια της ουσίας μπορούν να επιδικάσουν σε βάρος του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δικαιούνται να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν υπέστησαν ζημία από τον αντίκτυπο που είχε στην πίστη, το κύρος και τη φήμη τους η παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται η βλάβη αυτή, όταν από τη φύση της παράνομης πράξης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης τούτων είναι δυνατόν να επέλθει τέτοια βλάβη.
Αγωγή. Μεταβολή της ιστορικής βάσης. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων πραγματικών περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση. Η απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, το οποίο μόνο του ή από κοινού με άλλα στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, εκτός των άλλων, η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος που στηρίζει το αίτημα της αγωγής ή όταν πρόκειται απλώς για συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνισης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει τη βάση της αγωγής.
■
1617/2025 (Β΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Α. Χαϊδά, Πάρεδρος
Πότε ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο. Ακίνητο κείμενο εκτός σχεδίου πόλης αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου α) από τον νόμο ή δυνάμει άλλης διοικητικής πράξης (όπως ο καθορισμός οριογραμμής αιγιαλού), β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη του, η οποία πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη δικαιοπραξία (π.χ. διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα με σκοπό να καταστεί το πράγμα κοινόχρηστο, οπότε όμως η παραίτηση πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφική πράξη, η οποία θα μεταγραφεί και γ) στην περίπτωση της «αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας» (vetustas), η οποία δεν υιοθετείται μεν από τον Αστικό Κώδικα, ωστόσο, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, διατηρείται η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφ’ όσον πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον 80 ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
■
1618/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ε. Αργυρός, Πάρεδρος
Επιλογή δικηγόρων. Διαδικασία. Η Επιτροπή κρίνει, κατ’ αρχάς, ποιοι από τους υποψηφίους πληρούν τα απαιτούμενα από τον νόμο τυπικά προσόντα και, στη συνέχεια, τους καλεί σε προφορική συνέντευξη. Μετά το πέρας των συνεντεύξεων, η Επιτροπή κατατάσσει τους υποψηφίους κατά αξιολογική σειρά, με βάση τα προβλεπόμενα στο νόμο κριτήρια. Στο πρακτικό της Επιτροπής πρέπει να εκτίθενται τα κριτήρια του νόμου (προσωπικότητα υποψηφίου, επιστημονική κατάρτιση, εξειδίκευση στο αντικείμενο της απασχόλησης, επαγγελματική πείρα και επάρκεια και γνώση ξένων γλωσσών) και τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία αναφέρονται στους υποψηφίους προς πλήρωση των θέσεων και τα οποία οδήγησαν, κατά συνεκτίμηση της σπουδαιότητάς τους, στην κρίση προς επιλογή του καταλληλότερου. Είναι δυνατόν να συνεκτιμηθούν από την Επιτροπή, λαμβανόμενα, όμως, επικουρικώς υπ’ όψη, και τα κοινωνικά κριτήρια του νόμου, τα οποία αναφέρονται στο πρόσωπο των υποψηφίων, όπως η οικογενειακή κατάσταση και η πρόβλεψη για δυνατότητα εξέλιξης.
Συγκριτική αξιολόγηση. Για την επιλογή σε θέση δικηγόρου η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων οι οποίοι έχουν τα νόμιμα προσόντα σε σχέση με τα καθοριζόμενα από τον νόμο κριτήρια, τέτοια δε συγκριτική αξιολόγηση κατά τον νόμο αποτελεί η πλήρης παράθεση των πραγματικών δεδομένων του κάθε υποψήφιου και, ακολούθως, η μοριοδότηση αυτού ανά κριτήριο με βάση τον προκαθορισθέντα από την προκήρυξη συντελεστή, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας της βαθμολόγησης, που λαμβάνει κάθε υποψήφιος στα - δια του συστήματος μοριοδότησης - υπολογιζόμενα κριτήρια. Εφ’ όσον στην Προκήρυξη ορίζονται, ενδεικτικώς, τα ειδικότερα στοιχεία, τα οποία η Επιτροπή, λαμβάνει υπ’ όψη κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων, ήτοι δικαστικές αποφάσεις, δικόγραφα, βεβαιώσεις προϋπηρεσίας, συμβάσεις και επιστημονικές δημοσιεύσεις, η Επιτροπή να τα παραθέσει στο οικείο πρακτικό, προκειμένου να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας της βαθμολογίας που έλαβε κάθε υποψήφιος.
■
1620/2025 (Γ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Ε. Αργυρός, Πάρεδρος
Πειθαρχικά παραπτώματα. Παραγραφή. Επί πειθαρχικών παραπτωμάτων που τελούνται με περισσότερες από μία πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες αποτελούν εκδήλωση και συνέχεια του ίδιου πειθαρχικού παραπτώματος, ο χρόνος της παραγραφής δεν αρχίζει να υπολογίζεται πριν από την συντέλεση της συνιστώσας το οικείο πειθαρχικό παράπτωμα τελευταίας πράξης ή παράλειψης, δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπαυσε να τελείται το κατ’ εξακολούθηση πειθαρχικό παράπτωμα.
Δικαστικός έλεγχος υπαλληλικής προσφυγής από το ΣτΕ. Το ΣτΕ, κατά την εκδίκαση της υπαλληλικής προσφυγής, εξετάζει την υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία, ήτοι προβαίνει σε ιδία διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων που αποδίδονται στον πειθαρχικά διωκόμενο ως πειθαρχικών παραπτωμάτων και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, εκφέρει δική του ουσιαστική κρίση σχετικά με την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων και τη σοβαρότητά τους εν όψει και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, καθώς και σχετικά με την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, κατ’ εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης και της εν γένει υπηρεσιακής εικόνας του υπαλλήλου καθ’ όλη την σταδιοδρομία του.
■
1633/2025 (Α΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος, Εισηγητής: Χ. Κομνηνός, Πάρεδρος
Αστική ευθύνη Δημοσίου από παράνομη νομοθέτηση. Σε περίπτωση έκδοσης παράνομης διοικητικής πράξης, η Διοίκηση μπορεί είτε να ανακαλέσει αυτήν, εκδίδοντας νέα νόμιμη πράξη, προσδίδοντάς της αναδρομική δύναμη, είτε να εκδώσει τη νέα αυτή νόμιμη πράξη, μετά την ακύρωση με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, της αρχικής παράνομης πράξης με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να μην υφίσταται πλέον παράνομη διοικητική πράξη και να διασπάται, έτσι, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Αν όμως η αρχικά εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη είχε, πριν την ανάκληση ή ακύρωσή της, εφαρμοστεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης, εξακολουθεί να υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αρχικής παράνομης πράξης και της ζημίας και, συνεπώς, εξακολουθεί να συντρέχει η ανωτέρω προϋπόθεση που θεσπίζει το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ.
Ζημία από μετέπειτα ακυρωθείσα αγορανομική διάταξη. Η διαπιστωθείσα με δικαστική απόφαση παρανομία αγορανομικής διάταξης ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία εταιρείας, η οποία στερήθηκε από έσοδα προερχόμενα από την ελεύθερη (χωρίς διατίμηση) πώληση των συγκεκριμένων προϊόντων της στις τιμές που πωλούσε πριν από την επιβολή της διατίμησης. Η ζημία επήλθε καθ’ όλο το χρονικό που η εταιρεία πωλούσε τα προϊόντα της σύμφωνα με τις καθορισθείσες με την ακυρωθείσα διάταξη τιμές, οι οποίες ήσαν σαφώς κατώτερες εκείνων που ίσχυαν πριν την υποβολή των προϊόντων αυτών σε καθεστώς διατίμησης [Μειοψηφία].
■
1643/2025 (ΣΤ΄ Τμ. 7μελούς) – Πρόεδρος: Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Κ. Μαρίνου, Σύμβουλος
Μισθολογική μεταχείριση υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών. Η βούληση του νομοθέτη είναι να επιφυλαχθεί μια διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου έναντι των λοιπών υπαλλήλων του Yπουργείου Eξωτερικών, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αλλά και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντα αυτά, ιδίως, μεταξύ άλλων, λόγω των δαπανών κοινωνικής παράστασης που συνοδεύουν τη διεθνή εκπροσώπηση της Χώρας, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, και οι λοιποί (μη ανήκοντες στον διπλωματικό κλάδο) υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, συνιστούν, έναντι των υπαλλήλων άλλων Υπουργείων ή ν.π.δ.δ., ομοίως διακριτή κατηγορία ως προς τον καθορισμό του επιδόματος που δικαιούνται κατά την υπηρεσία στην αλλοδαπή.
Επίδομα αλλοδαπής. Δικαιούχοι. Στο παραπάνω πνεύμα, ο ν. 2685/1999, αναγνωρίζοντας δηλαδή ότι οι τρεις ως άνω κατηγορίες υπαλλήλων είναι μεταξύ τους, κατά τ’ ανωτέρω, διακριτές, με τις διατάξεις του άρθρου 17 § 4 αυτού παραπέμπει για τη χορήγηση του επιδόματος αλλοδαπής στις διατάξεις που αφορούν στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι δεν ανήκουν στον διπλωματικό κλάδο. Τέτοια παραπομπή δεν θα ήταν αναγκαία αν και οι υπάλληλοι των άλλων υπουργείων ή ν.π.δ.δ. υπάγονταν στο ίδιο νομικό καθεστώς με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. Όμως, η παραπομπή αυτή, σύμφωνα με την οποία το επίδομα αλλοδαπής καταβάλλεται στους υπαλλήλους άλλων υπουργείων ή ν.π.δ.δ. «με τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών», αναφέρεται αποκλειστικά στις προϋποθέσεις που ορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 135 του ν. 2594/1998, [ήτοι α) το επίδομα να παρέχεται σε συνάλλαγμα, β) να είναι ανεξάρτητο από τον βασικό μισθό των υπαλλήλων και όλα τα κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα σε αυτούς, επιδόματα και προσαυξήσεις, γ) να είναι ανάλογο του κλάδου και του βαθμού τους και δ) να προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση] και δεν έχει την έννοια ότι το επίδομα αυτό καταβάλλεται στους, εμπίπτοντες στο πεδίο εφαρμογής της, πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., στο ίδιο ποσοστό με αυτό που προβλέπεται ειδικώς για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση των ως άνω κατηγοριών υπαλλήλων, εν όψει των προεκτεθέντων, δεν αντίκειται, κατ’ αρχήν, στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος [Συγκλίνουσα γνώμη].
■
1700/2025 (Γ΄ Τμ.) – Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος, Εισηγήτρια: Σ. Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρος
Πειθαρχική ποινή κατόπιν αίτησης της Αρχής της Διαφάνειας. Η πρόβλεψη της δυνατότητας του Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας να ζητεί την επιβολή, το πρώτον, της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης σε παρανομήσαντα υπάλληλο από το ΣτΕ, αφού αυτό εκτιμήσει εξ υπαρχής τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος Διοικητή και τις απόψεις του διωκόμενου υπαλλήλου, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα εκάστοτε πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε, διότι, στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου έχει κριθεί από υπηρεσιακό Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, στο δε ΣτΕ δυνατότητα μόνο ανατίθεται για την επιβολή, κατά την κρίση του, βαρύτερης πειθαρχικής ποινής.
Περιεχόμενο δικαστικού ελέγχου υπαλληλικής προσφυγής από το ΣτΕ. Το ΣτΕ, όταν δικάζει επί υπαλληλικής προσφυγής, ερευνά εξ υπαρχής την υπόθεση κατά τον νόμο και την ουσία, έχει δε την εξουσία να προβαίνει σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου, εκτός εάν δεσμεύεται να δεχθεί την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος, το οποίο διαπιστώθηκε από αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή αμετάκλητο βούλευμα. Περαιτέρω, προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων, που αποδίδονται στον πειθαρχικά διωκόμενο ως πειθαρχικά παραπτώματα και στην υπαγωγή τους στον προσήκοντα νομικό κανόνα δικαίου και εκφέρει ιδία κρίση, μεταξύ άλλων, σχετικά με την τέλεση των πειθαρχικών παραπτωμάτων, τη σοβαρότητά τους εν όψει και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, καθώς και την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής, λαμβάνοντας υπ’ όψη την εν γένει υπηρεσιακή εικόνα του υπαλλήλου καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του και τις τυχόν συντρέχουσες ελαφρυντικές περιστάσεις.
Πειθαρχικός έλεγχος. Ευμενέστερη μεταχείριση. Για τον πειθαρχικά διωκόμενο καθιερώνεται
ευμενέστερο καθεστώς, το οποίο πρέπει να εφαρμοστεί και στα πειθαρχικά αδικήματα των υπαλλήλων που είχαν διαπραχθεί κατά τη διάρκεια ισχύος των προγενέστερων διατάξεων βάσει της γενικής αρχής περί εφαρμογής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο ουσιαστικού νόμου. Η αρχή αυτή ισχύει και στο πειθαρχικό δίκαιο, πολύ περισσότερο μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία η ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας με την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης επέρχεται υπό την ισχύ του νεότερου ευμενέστερου καθεστώτος.