ΔΕΕ C-562/24/29.1.2026 (με επιμέλεια Μάρκου Παπακωνσταντή)
Απόφαση Δικαστηρίου της 29.1.2026
(Πέμπτο Τμήμα)
Υπόθεση S. H. d.o.o., M. A. d.o.o.
(C‑562/24)
Πρόεδρος: M. L. Arastey Sahún
Μέλη: J. Passer, E. Regan (Εισηγητής), Δ. Γρατσία, B. Smulders
Γενικός Εισαγγελέας: Ν. Αιμιλίου
Το άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης-πλαισίου 2006/783, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 17, § 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει απόφαση δήμευσης εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος όσον αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί το «προϊόν» εγκλήματος, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της απόφασης-πλαισίου, για τον λόγο ότι τα δικαιώματα ενυπόθηκου δανειστή καθιστούν αδύνατη, λόγω της ιδιότητάς του ως «καλόπιστου τρίτου», κατά την έννοια του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εγγράψει υποθήκη με τίτλο από δικαστική απόφαση επί του ακινήτου αυτού στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης, εξυπακουομένου ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να θεωρηθεί «καλόπιστος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ο εκτελεστός τίτλος επί του οποίου θεμελιώνεται η ενυπόθηκη απαίτηση.
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8, § 2, της απόφασης-πλαισίου 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης (ΕΕ 2006, L 328, σ. 59), και του άρθρου 17, § 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας για την αναγνώριση και την εκτέλεση, στη Σλοβενία, απόφασης δήμευσης εκδοθείσας από ιταλικό δικαστήριο εις βάρος της S.H. d.o.o. σχετικά με ακίνητα ανήκοντα στην εταιρία αυτή.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
15. Η S.H., εταιρία κροατικού δικαίου, και δύο φυσικά πρόσωπα, Ιταλοί υπήκοοι, καταδικάστηκαν αμετάκλητα στην Ιταλία για τα αδικήματα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, της διακεκριμένης απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, διότι εξαπάτησαν τα θύματά τους υποσχόμενοι ότι θα επενδύσουν τα χρήματά τους στην πλατφόρμα Forex, ενώ στην πραγματικότητα τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για προσωπικούς σκοπούς, μεταξύ άλλων για την απόκτηση διαφόρων ακινήτων στην Ιταλία, τη Σλοβενία και την Κροατία.
16. Στις 15 Οκτωβρίου 2018 κινήθηκε διαδικασία πτώχευσης κατά της S. H. ενώπιον του Trgovački sud v Pazinu (εμποροδικείου Pazin, Κροατία).
17. Στις 18 Οκτωβρίου 2018 και στις 12 Φεβρουαρίου 2019, η M. A. d.o.o. ενέγραψε, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως που διεξήχθη στη Δημοκρατία της Σλοβενίας εις βάρος της S.H., δύο υποθήκες με τίτλο από δικαστική απόφαση επί ακινήτου που κατείχε η εταιρία αυτή στο Plavje (Σλοβενία), προς εξασφάλιση δύο απαιτήσεων ύψους, αντιστοίχως, 42 861,00 ευρώ και 5 335,12 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, οι οποίες απέρρεαν από τις διατάξεις εκτελέσεως που εξέδωσε το Okrajno sodišče v Ljubljani (περιφερειακό δικαστήριο Λιουμπλιάνας, Σλοβενία), αντιστοίχως, στις 4 Ιουνίου και στις 24 Σεπτεμβρίου 2018.
18. Με απόφαση της 9ης Μαρτίου 2019 (στο εξής: απόφαση δήμευσης), η οποία απέκτησε ισχύ δεδικασμένου στις 18 Απριλίου 2019, ο giudiceper le indaginipreliminari del Tribunaledi Pordenone (ανακριτής του πλημμελειοδικείου Pordenone, Ιταλία) διέταξε τη δήμευση των ακινήτων που αποτελούσαν το προϊόν των ποινικών αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η S. H., μεταξύ των οποίων ενός ακινήτου ευρισκόμενου στο Koper (Σλοβενία) και του ευρισκόμενου στο Plavje ακινήτου, με την καταχώριση υπέρ της Δημοκρατίας της Σλοβενίας του δικαιώματος κυριότητας επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και, επικουρικώς, τη δήμευση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, χρηματικού ποσού ή άλλου προϊόντος του εγκλήματος που κατέχουν οι καταδικασθέντες, μέχρι του ύψους της αξίας των προϊόντων του εγκλήματος. Η απόφαση αυτή διέτασσε επίσης τη συντηρητική κατάσχεση των ευρισκομένων στη Σλοβενία περιουσιακών στοιχείων.
19. Η απόφαση δήμευσης διαβιβάστηκε στις αρμόδιες σλοβενικές αρχές προς τον σκοπό της αναγνωρίσεως και εκτελέσεώς της. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, καταχωρήθηκε, κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς στην Ιταλία ποινικής διαδικασίας, στο κτηματολόγιο της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, υπέρ του εν λόγω κράτους μέλους, απόφαση δέσμευσης συνοδευόμενη από απαγόρευση διαθέσεως των περιουσιακών στοιχείων και επιβαρύνσεώς τους με νέα βάρη.
20. Με διάταξη της 5ης Απριλίου 2019, κινήθηκε στη Δημοκρατία της Σλοβενίας διαδικασία πτωχεύσεως, κατόπιν αιτήσεως της M. A., ενώπιον του Okrožno sodišče v Kopru (περιφερειακού δικαστηρίου Koper, Σλοβενία), κατά της S. H., προκειμένου να προσδιοριστεί η πτωχευτική περιουσία, δεδομένου ότι η M. A. εκτιμούσε ότι τα ακίνητα που είχαν καταχωριστεί στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία της S.H. έπρεπε να ενταχθούν στην πτωχευτική περιουσία. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η Μ. A. ανήγγειλε το δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησής της. Αντιθέτως, η Δημοκρατία της Σλοβενίας δεν ανήγγειλε την απαίτησή της. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το εν λόγω δικαστήριο είχε επιτρέψει την εκποίηση των ακινήτων, αλλά η διαδικασία πώλησης των δύο ακινήτων ακυρώθηκε.
21. Με απόφαση της 3ης Ιουλίου 2019 του giudice perle indagini preliminaridel Tribunaledi Pordenone (ανακριτή του πλημμελειοδικείου Pordenone), τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δημεύθηκαν.
22. Στις 9 Δεκεμβρίου 2020 περατώθηκε οριστικώς η διαδικασία πτώχευσης που είχε κινηθεί κατά της S.H. ενώπιον του Trgovački sud v Pazinu (εμποροδικείου Pazin). Η S.H. διαγράφηκε από το κροατικό εμπορικό μητρώο στις 8 Φεβρουαρίου 2021.
23. Με διάταξη της 30ής Νοεμβρίου 2022, ο ανακριτής του Koper διέταξε την αναγνώριση και την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, γεγονός που είχε ως συνέπεια την καταχώριση στο κτηματολόγιο της κυριότητας των ακινήτων που βρίσκονται στο Koper και στο Plavje υπέρ της Δημοκρατίας της Σλοβενίας.
24. Τόσο ο εκκαθαριστής της S.H. όσο και η M. A. άσκησαν έφεση κατά της διάταξης της 30ής Νοεμβρίου 2022 ενώπιον του Okrožno sodišče v Kopru (περιφερειακού δικαστηρίου Koper). Ο εκκαθαριστής υποστήριξε ότι η εν λόγω διάταξη έθιγε τα δικαιώματα κυριότητας και τα λοιπά εμπράγματα δικαιώματα, καθώς και τα δικαιώματα τρίτων, καθόσον η Δημοκρατία της Σλοβενίας όφειλε να είχε αναγγείλει την απαίτησή της ή το δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησής της στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Η Μ. Α. υποστήριξε ότι ήταν καλόπιστος τρίτος, καθόσον είχε εγγράψει υποθήκες σε ένα από τα επίμαχα ακίνητα, με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή, όσον αφορά την απόφαση δήμευσης, ο λόγος μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που αναφέρεται στο άρθρο 210, § 1, σημείο 8, του νόμου για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.
25. Με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2023, το Okrožno sodišče v Kopru (περιφερειακό δικαστήριο Koper) απέρριψε τις εφέσεις. Το δικαστήριο αυτό έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το γεγονός ότι η M.A. ενέγραψε υποθήκες με τίτλο από δικαστική απόφαση επί του ακινήτου που βρίσκεται στο Plavje, κυρία του οποίου είναι η S. H., πριν καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο υπέρ της Δημοκρατίας της Σλοβενίας η απαγόρευση διαθέσεως και επιβαρύνσεως του περιουσιακού αυτού στοιχείου με νέα βάρη, δεν επηρέασε τη νομιμότητα της απόφασης περί αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης. Στο μέτρο που η απόφαση αυτή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα τρίτων, δεν έχει εφαρμογή ο λόγος μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 210, § 1, σημείο 8, του νόμου για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.
26. Η M. A. άσκησε συνταγματική προσφυγή κατά της διάταξης της 31ης Ιανουαρίου 2023 ενώπιον του Ustavno sodišče (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Σλοβενία). Με απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2023, το εν λόγω δικαστήριο εξαφάνισε την διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2023 και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Okrožno sodišče v Kopru (περιφερειακού δικαστηρίου Koper), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου.
27. Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι, κατά το Ustavno sodišče (Συνταγματικό Δικαστήριο), το αιτούν δικαστήριο κακώς έκρινε ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν είναι «καλόπιστοι τρίτοι», κατά την έννοια του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης πλαισίου 2006/783, χωρίς να έχει υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
28. Κατά το Ustavno sodišče (Συνταγματικό Δικαστήριο), το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί του ζητήματος σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι ενυπόθηκοι δανειστές μπορούν να θεωρηθούν «καλόπιστοι τρίτοι», κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Η ερμηνεία της έννοιας των «καλόπιστων τρίτων» εξαρτάται από τους σκοπούς που επιδιώκονται με την απόφαση-πλαίσιο 2006/783, όπως είναι η βελτίωση της εκτέλεσης των μέτρων δήμευσης, με σκοπό ιδίως να μπορέσει το θύμα του εγκλήματος να επανέλθει στην προτέρα της τελέσεως του εγκλήματος κατάσταση. Πάντως, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, αρκεί, για την προστασία των συμφερόντων ενυπόθηκου δανειστή, να του παρασχεθεί η δυνατότητα να επιτύχει την προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλισμένης απαίτησης επί των δημευθέντων περιουσιακών στοιχείων, οπότε δεν απαιτείται άρνηση της εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης στο σύνολό της.
29. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Okrožno sodišče v Kopru (περιφερειακό δικαστήριο Koper) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, τηςαπόφασης-πλαισίου [2006/783] καιτο άρθρο 17, παράγραφος 1, του [Χάρτη] την έννοια ότι οι δικαιούχοι υποθηκών με τίτλο από δικαστική απόφαση οι οποίες ενεγράφησαν πριν από την αναγνώριση απόφασης δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους ή πριν από τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την εκτέλεση θεωρούνται και αυτοί τρίτοι, των οποίων τα δικαιώματα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης περιουσιακών στοιχείων παράνομης προέλευσης;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, τηςαπόφασης-πλαισίου 2006/783, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 17, § 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει απόφαση δήμευσης εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος όσον αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί το «προϊόν» εγκλήματος, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο εʹ, τηςαπόφασης-πλαισίου, γιατον λόγο ότιτα δικαιώματα ενυπόθηκου δανειστή καθιστούν αδύνατη, λόγω της ιδιότητάς του ως «καλόπιστου τρίτου», κατά την έννοια του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, τηνεκτέλεση της απόφασηςδήμευσης, όταν οενυπόθηκος δανειστής έχει εγγράψει υποθήκη με τίτλο από δικαστική απόφαση επί του ακινήτου αυτού στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης.
31. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να προσδιοριστεί το περιεχόμενο της έννοιας των «καλόπιστων τρίτων», κατά το άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης πλαισίου 2006/783.
32. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση, της οποίας αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 19ης Ιουνίου 2025, Lietuvos bankas, C‑671/ 23, EU:C:2025:457, σκέψη 27 και εκείμνημονευόμενη νομολογία).
33. Όσον αφορά, κατά πρώτον, το γράμμα του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, τηςαπόφασης πλαισίου 2006/783, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη διάταξη αυτήν, η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει και να εκτελέσει απόφαση δήμευσης εάν «τα δικαιώματα οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, περιλαμβανομένων των καλόπιστων τρίτων», καθιστούν αδύνατη, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, «ακόμη και όταν αυτό οφείλεται στην [άσκηση μέσων ένδικης προστασίας] σύμφωνα με το άρθρο 9» της απόφασης-πλαισίου.
34. Σύμφωνα με το γράμμα της § 1 του άρθρου 9, κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις, ώστε «οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος, περιλαμβανομένων των καλόπιστων τρίτων», να δικαιούται να ασκήσει μέσα ένδικης προστασίας κατά της αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης δήμευσης, «προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματά του».
35. Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, τηςαπόφασης-πλαισίου 2006/ 783, σε συνδυασμό με το γράμμα του άρθρου 9, § 1, της απόφασης-πλαισίου, προκύπτει ότι, μολονότι οι διατάξεις αυτές δεν διευκρινίζουν ούτε την έννοια του «ενδιαφερομένου», ούτε την εμπίπτουσα σε αυτή έννοια των «καλόπιστων τρίτων», τα πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα δύνανται να εμποδίσουν την αναγνώριση και την εκτέλεση απόφασης δήμευσης, κατά την έννοια της πρώτης από τις εν λόγω διατάξεις, αντιστοιχούν, όπως υποστήριξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, στα πρόσωπα τα οποία πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικό μέσο ένδικης προστασίας για να προσβάλουν μια τέτοια απόφαση, σύμφωνα με τη δεύτερη από τις ως άνω διατάξεις.
36. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται, πέραν εκείνων που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, και οι τρίτοι των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία θίγει ή αφορά η απόφαση δήμευσης [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2021, Okrazhnaprokuratura – Haskovo και Apelativnaprokuratura – Plovdiv, C‑393/19, EU:C:2021:8, σκέψη 61, της 21ης Οκτωβρίου 2021, Okrazhna prokuratura – Varna, C‑845/19 και C‑863/19, EU:C: 2021:864, σκέψη 76, καθώς και της 12ης Μαΐου 2022, στοιχείων τρίτων), C‑505/20, EU:C:2022: 376, σκέψη 34].
37. Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης-πλαισίου 2006/783, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 8, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο συνδέεται στενά με τους ελάχιστους κοινούς κανόνες για τις αποφάσεις δήμευσης που περιλαμβάνονται στην απόφαση-πλαίσιο 2005/212 και στην Οδηγία 2014/42, η οποία την αντικατέστησε εν μέρει. Πράγματι, διασφαλίζοντας ότι όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν αποτελεσματικούς κανόνες για τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος, οι κοινοί αυτοί κανόνες ενισχύουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη που είναι αναγκαία για την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων δήμευσης.
38. Πρέπει να επισημανθεί ότι η § 1 του άρθρου 6 της Οδηγίας 2014/42, το οποίο αφορά τη δήμευση εις χείρας τρίτου, επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση «προϊόντων εγκλήματος» ή «περιουσιακών στοιχείων», όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2, σημεία 1 και 2, της Οδηγίας, η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με τα προϊόντα εγκλήματος τα οποία μεταβιβάστηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από ύποπτο ή κατηγορούμενο σε τρίτους ή τα οποία τρίτοι απέκτησαν από ύποπτο ή κατηγορούμενο, «τουλάχιστον όταν οι εν λόγω τρίτοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο σκοπός της μεταβίβασης ή απόκτησης ήταν να αποφευχθεί η δήμευση», η δε § 1 δεν μπορεί, κατά την § 2 του άρθρου 6, να θίγει «τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων».
39. Συγκεκριμένα, όπως υπογραμμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 24 της εν λόγω Οδηγίας, οι δράστες ποινικών αδικημάτων συχνά επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τρίτο για να εμποδίσουν τη δήμευση των περιουσιακών τους στοιχείων. Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 33 της Οδηγίας, η κατοχή εμπραγμάτων δικαιωμάτων, στα οποία περιλαμβάνονται τα δικαιώματα υποθήκης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτόν.
40. Επομένως, από τις ως άνω διατάξεις της Οδηγίας 2014/42 προκύπτει ότι η δήμευση του προϊόντος εγκλήματος το οποίο μεταβιβάστηκε σε τρίτο ή το οποίο απέκτησε τρίτος μπορεί να εμποδιστεί μόνον εάν αποδειχθεί ότι ο τρίτος δεν γνώριζε ότι η εν λόγω μεταβίβαση ή απόκτηση είχε ως σκοπό, για τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο, την αποφυγή της δήμευσης (πρβλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2021, Okrazhnaprokuratura – Varna, C‑845/19 και C‑ 863/19, EU:C:2021:864, σκέψη 69).
41. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να θεωρηθεί «ενδιαφερόμενος» με την ιδιότητα του «καλόπιστου τρίτου», κατά την έννοια του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης-πλαισίου 2006/783, του οποίου τα δικαιώματα μπορεί να θίγονται από απόφαση δήμευσης ακινήτου που αποτελεί το προϊόν εγκλήματος, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εγγράψει υποθήκη με τίτλο από δικαστική απόφαση επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου πριν από την έκδοση της απόφασης δήμευσης και, ως εκ τούτου, πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνώρισης της απόφασης αυτής, εφόσον αποδειχθεί ότι ο τρίτος δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η υποθήκη είχε ως σκοπό, για τον ύποπτο ή κατηγορούμενο, την αποφυγή της δήμευσης διά της μεταβίβασης εμπραγμάτου δικαιώματος επί του περιουσιακού στοιχείου στον εν λόγω τρίτο.
45. Συνακόλουθα, σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης-πλαισίου 2006/783, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης υποχρεούνται να αναγνωρίζουν χωρίς άλλη διατύπωση κάθε απόφαση δήμευσης η οποία διαβιβάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, πρέπει δε να λαμβάνουν πάραυτα όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της (απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2019, ET, C‑97/18, EU:C:2019:7, σκέψη 18).
46. Επομένως, μόνο βάσει των ρητώς προβλεπόμενων στην απόφαση‑πλαίσιο λόγων, στουςοποίους συγκαταλέγεται ο λόγος που διαλαμβάνεται στο άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης‑πλαισίου, δύνανται, κατά περίπτωση, οι εν λόγωαρχές να αρνηθούννα αναγνωρίσουν και να εκτελέσουν την απόφαση δήμευσης (πρβλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2019, EU:C:2019:7, σκέψη 19).
47. Συγκεκριμένα, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως πρέπει να συμβιβάζεται, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, § 2, της απόφασης-πλαισίου, με τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτά κατοχυρώνονται, μεταξύ άλλων, στον Χάρτη.
48. Όπως, όμως, προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η δήμευση περιουσιακού στοιχείου συνεπάγεται αισθητή προσβολή των δικαιωμάτων των προσώπων, καθόσον καταλήγει στην οριστική απώλεια του δικαιώματος ιδιοκτησίας επ’ αυτού, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα κατοχυρωμένο στο άρθρο 17 του Χάρτη, η § 1 του οποίου προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί (πρβλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2021, Okrazhnaprokuratura – Haskovo και Apelativnaprokuratura – Plovdiv, C‑393/19, EU:C:2021:8, σκέψεις 52 και 55).
49. Συνακόλουθα, προκειμένου να επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και του σεβασμού του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος, το άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, της απόφασης-πλαισίου 2006/783 αποσκοπεί στη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων καλόπιστων τρίτων, διασφάλιση στην οποία άλλωστε αποσκοπούν, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 της απόφασης‑πλαισίου 2005/212 και απότην αιτιολογική σκέψη 33 της Οδηγίας 2014/42, και οι ελάχιστοι κοινοί κανόνες για τις αποφάσεις δήμευσης που προβλέπονται στις εν λόγω πράξεις της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2021, Okrazhnaprokuratura – Varna, C‑845/19 και C‑863/19, EU:C:2021:864, σκέψη 77).
50. Εξ αυτού συνάγεται ότι η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί, δυνάμει του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, τηςαπόφασης-πλαισίου 2006/783, νααναγνωρίσει ή να εκτελέσει απόφαση δήμευσης, εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος, σχετικά με ακίνητο που αποτελεί το προϊόν εγκλήματος, όταν η εκτέλεση αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα ενυπόθηκου δανειστή, ο οποίος έχει εγγράψει υποθήκη με τίτλο από δικαστική απόφαση επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνώρισης της απόφασης δήμευσης στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την ιδιότητα τρίτου και μπορεί να θεωρηθεί «καλόπιστος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
53. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη υποθήκες με τίτλο από δικαστική απόφαση ενεγράφησαν από την M. A. όχι μόνον πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνώρισης της απόφασης δήμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης, αλλά και πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής στο κράτος μέλος έκδοσης, θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο ικανό να αποδείξει την απουσία δόλιας συμπεριφοράς και, ως εκ τούτου, την καλή πίστη του ενυπόθηκου δανειστή.
54. Τούτου λεχθέντος, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 8, § 4, της απόφασης-πλαισίου 2006/783, με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους έκδοσης, να εξετάσει το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ιδίως δε το γεγονός ότι οι υποθήκες με τίτλο από δικαστική απόφαση ενεγράφησαν στο κράτος μέλος εκτέλεσης μετά την κίνηση της διαδικασίας πτώχευσης του οφειλέτη στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος και μολονότι δεν αποκλείεται η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω απόφασης δήμευσης να βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη στο κράτος μέλος έκδοσης. Πράγματι, τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να αποδειχθούν ικανά να καταδείξουν την ύπαρξη δόλιας συμπεριφοράς και, ως εκ τούτου, την έλλειψη καλής πίστης του δανειστή.
55. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, § 2, στοιχείο δʹ, τηςαπόφασης-πλαισίου 2006/783, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 17, § 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει απόφαση δήμευσης εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος όσον αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί το «προϊόν» εγκλήματος, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της απόφασης-πλαισίου, για τον λόγο ότι τα δικαιώματα ενυπόθηκου δανειστή καθιστούν αδύνατη, λόγω της ιδιότητάς του ως «καλόπιστου τρίτου», κατά την έννοια του άρθρου 8, § 2, στοιχείο δʹ, τηνεκτέλεση της απόφασης δήμευσης, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εγγράψει υποθήκη με τίτλο από δικαστική απόφαση επί του ακινήτου αυτού στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης, εξυπακουομένου ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να θεωρηθεί «καλόπιστος», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκε, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ο εκτελεστός τίτλος επί του οποίου θεμελιώνεται η ενυπόθηκη απαίτηση.
■