ΔΕΕ C-641/23/15.1.2026
Απόφαση Δικαστηρίου της 15.1.2026
(πέμπτο τμήμα)
Υπόθεση [Dubers]
(C‑641/23)
Πρόεδρος: M. L. Arastey Sahún
Εισηγητή: J. Passer, E. Regan
Μέλη: Δ. Γρατσία, B. Smulders
Γενικός Εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
To άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι αφορούν πράξεις που δεν συνιστούν αδίκημα κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, χωρίς να αναγνωρίζεται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης οποιοδήποτε περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το ζήτημα αυτό.
Tο άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να επικαλεστεί το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, προκειμένου να αρνηθεί την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι αφορούν πράξεις οι οποίες δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, ενώ,– πρώτον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εν λόγω κράτους μέλους έχει προηγουμένως αποφασίσει να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που οδήγησε στην εν λόγω καταδικαστική απόφαση και την εν λόγω ποινή, αφενός, παραιτούμενη από την επίκληση του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ο οποίος επίσης στηρίζεται στην απουσία διττού αξιοποίνου, για αξιόποινη πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 2, § 4, της εν λόγω αποφάσεως - πλαισίου, καθώς και, αφετέρου, εξαρτώντας την παράδοση του ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, και, δεύτερον, μετά την παράδοση του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, ουδεμία μεταβολή των περιστάσεων επήλθε, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της εγγυήσεως αυτής.
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, § 4, του άρθρου 4, σημείο 1, και του άρθρου 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/58), καθώς και του άρθρου 7, § 4, του άρθρου 9, § 1, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/ 909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327. 27), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299 (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2008/ 909).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης, στις Κάτω Χώρες, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος από το Sąd Okręgowy w Jeleniej Górze, Wydział III Karny (τρίτο τμήμα του πλημμελειοδικείου Jelenia Góra, Πολωνία) με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του YM, Πολωνού υπηκόου.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
23. Το Sąd Okręgowy w Jeleniej Górze, Wydzial III Karny (τρίτο τμήμα πλημμελειοδικείου Jelenia Góra, Πολωνία) εξέδωσε δύο ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης κατά του YM για την άσκηση ποινικής δίωξης, το ένα με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 2020 και το άλλο με ημερομηνία 9 Μαΐου 2023.
24. Ως δικαστική αρχή εκτελέσεως, το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, καλείται να αποφανθεί επί της εκτέλεσης των δύο αυτών ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης.
25. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, εντούτοις, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά μόνον το δεύτερο ένταλμα. Το εν λόγω ένταλμα εκδόθηκε για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εκζητουμένου για μία μόνον πράξη, ήτοι τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης διατροφής υπέρ του ανήλικου υιού του, σύμφωνα με σχετικές αποφάσεις εκδοθείσες από πολωνικά δικαστήρια.
26. Η δικαστική αρχή έκδοσης δεν χαρακτήρισε την πράξη αυτή ως αξιόποινη πράξη κατά την έννοια του άρθρου 2, § 2, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, για την οποία χωρεί παράδοση του ενδιαφερόμενου προσώπου χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου. Συναφώς, μολονότι το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πράξη αυτή δεν είναι αξιόποινη κατά το ολλανδικό δίκαιο, εντούτοις, εξετάζει το ενδεχόμενο να μην εφαρμόσει τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που στηρίζεται σε μια τέτοια διαπίστωση και προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου.
27. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, δεδομένου ότι ο οικείος Πολωνός υπήκοος διέμεινε νομίμως και αδιαλείπτως στις Κάτω Χώρες για περισσότερα από πέντε έτη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι «κάτοικος» του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
28. Επιπλέον, το ίδιο δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ενδιαφερόμενος διατηρεί στενούς δεσμούς με το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, με αποτέλεσμα η εκτέλεση στο εν λόγω κράτος μέλος της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας που, κατά περίπτωση, θα επιβληθεί στην Πολωνία μετά την παράδοσή του να συμβάλει στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξής του. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι ο εκζητούμενος κατοικεί στις Κάτω Χώρες για περίπου δώδεκα χρόνια, ότι έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια σημαντικό εισόδημα, ότι μιλάει καλά ολλανδικά και ότι, μολονότι είναι άνεργος επί του παρόντος, σκοπεύει να ειδικευθεί ως γυμναστής.
30. Όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο είναι πλέον το μοναδικό στο οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το ερώτημα αυτό αφορά την περίπτωση έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για πράξη προβλεπόμενη στο άρθρο 2, § 4, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, η οποία δεν συνιστά αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως. Όπως επισημαίνεται στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, στο μέτρο που η δικαστική αρχή εκτελέσεως επέλεξε να μην επικαλεστεί τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, εξετάζει το ενδεχόμενο να κάνει χρήση της δυνατότητας την οποία παρέχει το άρθρο 5, σημείο 3, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου και, ως εκ τούτου, να εξαρτήσει την παράδοση του ενδιαφερομένου από την προϋπόθεση διαμεταγωγής του στο κράτος μέλος εκτέλεσης προκειμένου να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή να υποβληθεί εκεί στο στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που, κατά περίπτωση, θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
31. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η αναγνώριση καταδικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε σε κράτος μέλος άλλο από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απορρίπτεται αυτομάτως όταν η πράξη για την οποία επιβλήθηκε η στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας δεν θα συνιστούσε αξιόποινη πράξη κατά το ολλανδικό δίκαιο εάν είχε διαπραχθεί στο έδαφος του εν λόγω κράτους.
32. Κατά συνέπεια, όταν εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό άσκησης ποινικής δίωξης για πράξεις μη αξιόποινες κατά το ολλανδικό δίκαιο και το εν λόγω ένταλμα σύλληψης εκτελείται με την παράδοση του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής του σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί, παρά τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη, να εκτίσει στις Κάτω Χώρες τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που, κατά περίπτωση, του επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
33. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η κατάσταση αυτή αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, στο μέτρο που το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως πλαισίου 2008/909 προβλέπει προαιρετικό λόγο μη αναγνωρίσεως της καταδικαστικής αποφάσεως και μη εκτελέσεως της ποινής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, στο πλαίσιο της μεταφοράς της διατάξεως αυτής στην έννομη τάξη τους, να παρέχουν περιθώριο εκτιμήσεως στις αρμόδιες αρχές, χωρίς να προσδίδουν στον συγκεκριμένο λόγο άρνησης επιτακτικό χαρακτήρα. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος άρνησης πρέπει να ερμηνεύεται στενά, σύμφωνα με τον σκοπό της διευκόλυνσης της κοινωνικής επανένταξης του ενδιαφερομένου, όπως αυτός επιδιώκεται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.
34. Περαιτέρω, στην περίπτωση εφαρμογής εγγύησης διαμεταγωγής για πράξη που δεν τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα ενός τέτοιου περιθωρίου εκτιμήσεως με το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, σε μια τέτοια περίπτωση, η αδυναμία εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας εντός του Βασιλείου των Κάτω Χωρών θα μπορούσε να αντιβαίνει στο άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.
35. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 25, οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 υπερισχύουν των διατάξεων της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909. Επιπλέον, από τη σκέψη 41 της αποφάσεως της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως) (C‑314/18, EU:C: 2020:191), προκύπτει ότι το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 επιτρέπει, σε ειδικές περιπτώσεις, στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αποφασίζει ότι ποινή επιβληθείσα στο κράτος μέλος έκδοσης μπορεί να εκτίεται στο κράτος μέλος εκτέλεσης.
36. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, όταν η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν επικαλείται τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ο οποίος βασίζεται στο διττό αξιόποινο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αλλά εξαρτά την παράδοση του ενδιαφερομένου από εγγύηση διαμεταγωγής, προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητες κοινωνικής επανένταξης του εν λόγω προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης να αρνηθεί στη συνέχεια την αναγνώριση της αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος βάσει του λόγου άρνησης που στηρίζεται στο διττό αξιόποινο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της απόφασης-πλαισίου 2008/909.
37. Κατά το αιτούν δικαστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση, η άρνηση εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης θα αντέβαινε στον επιδιωκόμενο από το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 σκοπό, που συνίσταται στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξης του ενδιαφερομένου, και θα στερούσε από τη διάταξη αυτήν κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
38. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα επηρεάσει την απόφασή του να παραδώσει ή μη τον ενδιαφερόμενο στις αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Ειδικότερα, στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή των επίμαχων εθνικών διατάξεων, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι θα μπορούσε να επανεξετάσει την πρόθεσή του να παραδώσει το πρόσωπο αυτό στις πολωνικές αρχές υπό την εγγύηση διαμεταγωγής. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, δεν θα διασφαλιζόταν ότι το εν λόγω πρόσωπο θα μπορούσε, προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητές του κοινωνικής επανένταξης, να εκτίσει στις Κάτω Χώρες τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο που, κατά περίπτωση, θα του επιβληθεί στην Πολωνία.
39. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν, κατά το στάδιο εφαρμογής της εγγύησης διαμεταγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η αναγνώριση και η εκτέλεση στις Κάτω Χώρες της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου, που ενδέχεται να επιβληθεί στην Πολωνία, μπορεί να προσκρούει στο γεγονός ότι η πράξη αυτή δεν έχει αξιόποινο χαρακτήρα κατά το ολλανδικό δίκαιο.
42. Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, [στοιχείο δʹ], της απόφασης-πλαισίου [2008/ 909], σε συνδυασμό με το άρθρο 25 της αυτής απόφασης-πλαισίου, καθώς και με το άρθρο 4, σημείο 1, και το άρθρο 5, σημείο 3, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], η εκ μέρους κράτους μέλους, το οποίο έχει εφαρμόσει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της απόφασης-πλαισίου [2008/ 909], μεταφορά της πρώτης από τις διατάξεις αυτές στο εσωτερικό του δίκαιο κατά τρόπο ώστε, αφού η δικαστική αρχή εκτέλεσης συνήνεσε, υπό την εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης, σε παράδοση [του ενδιαφερομένου] στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος προς τον σκοπό της [άσκησης ποινικής] δίωξης για πράξη του άρθρου 2, παράγραφος 4, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], η οποία δεν είναι αξιόποινη κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, αλλά ως προς την οποία η δικαστική αρχή εκτέλεσης ρητώς απέσχε από το να αρνηθεί την παράδοση [του ενδιαφερομένου] για τους λόγους αυτούς, άλλες αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης (ως κράτους εκτέλεσης) οφείλουν ή δύνανται να αρνηθούν να αναγνωρίσουν και να εκτελέσουν τη στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβλήθηκε για την πράξη αυτή στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος λόγω έλλειψης αξιοποίνου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης (ως κράτους εκτέλεσης), και, ως εκ τούτου, οφείλουν ή δύνανται επίσης να αρνηθούν να κάνουν χρήση της εγγύησης διαμεταγωγής;»
Επί της δυνατότητας μεταφοράς του άρθρου 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως πλαισίου 2008/909 στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπον ώστε να στοιχειοθετείται λόγος υποχρεωτικής μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως στηριζόμενος στην προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου.
48. Όσον αφορά, καταρχάς, το άρθρο 7, § 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, αυτό ορίζει ότι, «[γ]ια αδικήματα που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, το κράτος εκτέλεσης μπορεί να εξαρτήσει την αναγνώριση καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση ποινής από τον όρο ότι αφορά πράξεις οι οποίες συνιστούν επίσης αδίκημα κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, όποια κι αν είναι η αντικειμενική τους υπόσταση ή ο νομικός χαρακτηρισμός τους».
49. Το δε άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, § 3, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου.
50. Επομένως, από το γράμμα των ανωτέρω δύο διατάξεων, ιδίως δε από τη χρήση του ρήματος «μπορεί», προκύπτει ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να διαθέτει η ίδια περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφασίσει αν πρέπει να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή για τους λόγους που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 9 [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, X (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Ne bis in idem), C‑665/20 PPU, EU:C:2021:339, σκέψη 43].
51. Συνεπώς, τα κράτη μέλη, όταν επιλέγουν να μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο έναν ή περισσότερους από τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 9, δεν μπορούν να προβλέπουν ότι οι δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης υποχρεούνται να αρνούνται την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που εμπίπτουν τυπικώς στο πεδίο εφαρμογής των λόγων αυτών, χωρίς να τους παρέχεται η δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης 52 X (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Ne bis in idem), C‑665/20 PPU, EU:C:2021:339, Απριλίου 2021, σκέψη 44].
53. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 8, § 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζει τη διαβιβασθείσα σε αυτήν καταδικαστική απόφαση και λαμβάνει πάραυτα κάθε απαραίτητο μέτρο για την εκτέλεση της ποινής (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza, C‑289/15, EU:C:2017:4, σκέψη 42).
54. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα της αρχής της αναγνωρίσεως καταδικαστικής αποφάσεως και εκτελέσεως της ποινής. Ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής του λόγου αρνήσεως της αναγνωρίσεως καταδικαστικής αποφάσεως και της εκτελέσεως της ποινής, που αντλείται από την έλλειψη διττού αξιοποίνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, ούτως ώστε να είναι περιορισμένες οι περιπτώσεις της μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza, C‑289/15, EU:C:2017:4, σκέψη 46).
55. Πλην, όμως, δεδομένου ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης πρέπει να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως σύμφωνα με την ερμηνεία που έγινε δεκτή στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω αρχή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, όταν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν αδίκημα κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, να αποφασίσει, εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην επικαλεστεί αυτόν τον λόγο αρνήσεως, προκειμένου να διασφαλίσει την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής.
56. Τέλος, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 3, § 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, σκοπός της αποφάσεως αυτής είναι η θέσπιση των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου, αναγνωρίζει καταδικαστική απόφαση και εκτελεί την ποινή (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Grundza, C‑289/15, EU:C: 2017:4, σκέψη 50).
57. Η ερμηνεία του άρθρου 9, § 1, στοιχείο δʹ, της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου που έγινε δεκτή στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως συμβάλλει ακριβώς στην επίτευξη του σκοπού αυτού, δεδομένου ότι η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, κάνοντας χρήση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει, μπορεί να επιλέξει να μην επικαλεστεί τον λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως που στηρίζεται στην προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου, για τον λόγο ότι η εκτέλεση της ποινής στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης θα συνέβαλε στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης του καταδικασθέντος.
58. Κατόπιν των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 48 έως 57 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος για τον λόγο ότι αφορούν πράξεις που δεν συνιστούν αδίκημα κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, χωρίς να αναγνωρίζεται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης οποιοδήποτε περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το ζήτημα αυτό.
Επί της δυνατότητας επικλήσεως του λόγου μη αναγνωρίσεως της καταδικαστικής αποφάσεως και μη εκτελέσεως της ποινής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, κατόπιν της παραδόσεως του ενδιαφερομένου, υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
60. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 επιδιώκει, μέσω της καθιέρωσης ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικού συστήματος παράδοσης των καταδικασθέντων ή των υπόπτων για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει δηλαδή χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU: C:2025:665, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
61. Στον ρυθμιζόμενο από την ως άνω απόφαση-πλαίσιο τομέα, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει ειδικότερα από την αιτιολογική σκέψη 6 αυτής, τον «ακρογωνιαίο λίθο» της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, αποτυπώνεται στο άρθρο 1, § 2, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου, το οποίο θεσπίζει τον κανόνα κατά τον οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας αποφάσεως‑πλαισίου [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
62. Επομένως, αφενός, οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μόνο για λόγους που απορρέουν από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Αφετέρου, ενώ η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης συνιστά τον κανόνα, η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως εξαίρεση, η οποία, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται στενά [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
63. Όσον αφορά τους λόγους άρνησης εκτέλεσης, η ως άνω απόφαση-πλαίσιο προβλέπει, στο άρθρο 3, τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και, στα άρθρα 4 και 4α, τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του εντάλματος αυτού.
64. Όσον αφορά το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, προβλέπει τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου, όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.
66. Εξάλλου, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε πρόθεση να προβλέψει δύο αυτοτελή νομικά καθεστώτα όσον αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση ποινικών αποφάσεων, αναλόγως της ύπαρξης ή μη ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025: 665, σκέψη 48].
67. Από το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψεως 12, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση‑πλαίσιο εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν, στο μέτρο που οι διατάξεις της συνάδουν με εκείνες της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, στην εκτέλεση ποινών, μεταξύ άλλων, όταν ένα κράτος μέλος, ενεργώντας στο πλαίσιο του άρθρου 5, σημείο 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, έχει θέσει ως προϋπόθεση για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, εκδοθέντος προς τον σκοπό της άσκησης δίωξης στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, τη διαμεταγωγή του ενδιαφερομένου στο κράτος εκτέλεσης προκειμένου να εκτίσει εκεί την ποινή που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 49].
69. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της ταυτότητας του σκοπού που επιδιώκεται, αφενός, με τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 και, αφετέρου, με τους κανόνες που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο 2008/909, ήτοι του σκοπού που συνίσταται στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης των καταδικασθέντων σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης επιθυμεί να εφαρμόσει τον λόγο αυτόν προαιρετικής μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης, που προβλέπεται στο άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της τελευταίας αυτής αποφάσεως-πλαισίου, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τους εν λόγω κανόνες [πρβλ., και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ηςΣεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU: C:2025:665, σκέψη 47].
71. Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης, στο πλαίσιο της αποφάσεώς της να κάνει χρήση του μηχανισμού παράδοσης του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, οφείλει να προβεί σε συνολική εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία χαρακτηρίζουν την περίπτωσή του και από τα οποία μπορεί να συναχθεί αν υφίστανται, μεταξύ του ενδιαφερομένου και του κράτους μέλους εκτέλεσης, δεσμοί που να καταδεικνύουν ότι αυτός έχει ενσωματωθεί επαρκώς εκεί και ότι, ως εκ τούτου, η εκτέλεση, στο εν λόγω κράτος μέλος, της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή του στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί εις βάρος του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος θα συμβάλει στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξής του μετά την εκτέλεση της ποινής ή του μέτρου ασφαλείας. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται οι οικογενειακοί, γλωσσικοί, πολιτιστικοί, κοινωνικοί ή οικονομικοί δεσμοί που διατηρεί το εν λόγω πρόσωπο με το κράτος μέλος εκτέλεσης, καθώς και η φύση, η διάρκεια και οι συνθήκες της εκεί παραμονής του [πρβλ. διάταξη 72 της 16ης Νοεμβρίου 2023, PY (Υπήκοος τρίτης χώρας στο κράτος μέλος εκτέλεσης), C‑636/22, EU:C:2023: 899, σκέψεις 42 και 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
72. Ως εκ τούτου, απόκειται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, κατά πόσον οι δεσμοί του ενδιαφερομένου με το κράτος μέλος εκτέλεσης επαρκούν ώστε ο σκοπός της κοινωνικής επανένταξης που επιδιώκεται με το άρθρο 5, § 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 να μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο εκτίσει σε αυτό το κράτος μέλος την ποινή που ενδέχεται να του επιβληθεί [πρβλ. διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2023, PY (Υπήκοος τρίτης χώρας στο κράτος μέλος εκτέλεσης), C‑636/22, EU:C:2023:899, σκέψη 39].
75. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο η τήρηση και η εφαρμογή της εν λόγω δεσμεύσεως –και, κατά συνέπεια, να εξασφαλιστεί, αφενός, η τήρηση της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης η οποία, όπως προκύπτει από τη σκέψη 65 της παρούσας αποφάσεως, αποτελεί τη βάση των αποφάσεων-πλαισίων 2002/584 και 2008/909 καθώς και, αφετέρου, η ορθή λειτουργία των συστημάτων αμοιβαίας αναγνώρισης–, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δυνατότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης να επικαλεστεί τον λόγο μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όταν εφαρμόζεται η εγγύηση διαμεταγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως πλαισίου 2002/584, πρέπει να είναι αυστηρώς περιορισμένη.
76. Ο σκοπός που επιδιώκεται με το εν λόγω άρθρο 5, σημείο 3, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται, γενικότερα, με τις αποφάσεις-πλαίσια 2002/584 και 2008/909 συνηγορούν επίσης υπέρ της ερμηνείας που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
89. Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση ή τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να επικαλεστεί το άρθρο 9, § 1, στοιχείο δʹ, προκειμένου να αρνηθεί την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως και την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι αφορούν πράξεις οι οποίες δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, ενώ,– πρώτον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εν λόγω κράτους μέλους έχει προηγουμένως αποφασίσει να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που οδήγησε στην εν λόγω καταδικαστική απόφαση και την εν λόγω ποινή, αφενός, παραιτούμενη από την επίκληση του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, ο οποίος επίσης στηρίζεται στην απουσία διττού αξιοποίνου, για αξιόποινη πράξη εμπίπτουσα στο άρθρο 2, § 4, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, καθώς και, αφετέρου, εξαρτώντας την παράδοση του ενδιαφερομένου, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, και, δεύτερον, μετά την παράδοση του ενδιαφερομένου υπό την εγγύηση διαμεταγωγής, ουδεμία μεταβολή των περιστάσεων επήλθε, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της εγγυήσεως αυτής.