Άρνηση καθαρογραφής αθωωτικών αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών
Άρνηση καθαρογραφής αθωωτικών αποφάσεων
του Εφετείου Αθηνών
Κώστα Παπαδάκη
Δικηγόρου, Συμβούλου ΔΣΑ
Αγαπητοί αναγνώστες,
Η απόρριψη αιτήματός μου σε αυτονόητο αίτημα καθαρογραφής πρόσφατης αθωωτικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, σε δίκη νομολογιακού ενδιαφέροντος, μου προκάλεσε την προσπάθεια αναζήτησης του νομικοπολιτικού καθεστώτος που επιτρέπει και συντηρεί αυτή την αυθαιρεσία. Μέχρι τώρα οι διάσπαρτες - ευτυχώς όχι πολλές - αρνήσεις, δυσχέρειες ή καθυστερήσεις καθαρογραφής αθωωτικών αποφάσεων της καθημερινότητας δεν υπήρξαν ικανές για να μου κινήσουν το ανάλογο ενδιαφέρον. Εδώ όμως τα πράγματα διέφεραν: Ακόμα και η επικληθείσα και αποδεδειγμένη με έγγραφα εκκρεμής, για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, πειθαρχική διαδικασία σε βάρος αθωωθέντων υπαλλήλων για αναξιοπρεπή συμπεριφορά, που καθιστά αναγκαία την προσκόμιση της αθωωτικής απόφασης και του σκεπτικού της, άρα το αναμφισβήτητο έννομο συμφέρον του αθωωθέντος αιτούντος, δεν στάθηκε ικανή για να πείσει την πρόεδρο του δικαστηρίου να κάνει δεκτή την αίτηση καθαρογραφής της.
Η μελέτη του νομικού καθεστώτος επεφύλασσε πολλές εκπλήξεις. Η πρώτη ήταν η διακύμανση του άρθρου 142 ΚΠΔ και ιδίως της τέταρτης παραγράφου του, που είναι εκείνη που ρυθμίζει το ζήτημα. Αυτή, με τον «Νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» (ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α 96/11.6.2019) είχε ως εξής :
«Άρθρο 142. - Σύνταξη των πρακτικών.
1. Μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος τη διευθύνει θεωρεί και μονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά που συντάχθηκαν από τον γραμματέα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.
2. Μέσα σε οκτώ ημέρες από τη συνεδρίαση καθαρογράφονται τα πρακτικά από τον γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και τον δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση ή, αν αυτός μετατέθηκε ή απομακρύνθηκε από τη δημόσια υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, από τον αρχαιότερο μεταξύ των δικαστών που συμμετείχαν στη συζήτηση και, αν το δικαστήριο είναι μονομελές, μόνο από τον γραμματέα. Αν ο γραμματέας που συμμετείχε στη συζήτηση απομακρύνθηκε από την υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, τα πρακτικά συντάσσει όποιος διευθύνει τη γραμματεία του δικαστηρίου ή ο αναπληρωτής του με βάση τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο, τα πρακτικά υπογράφονται από αυτόν και από τον διευθύνοντα τη συζήτηση σύμφωνα με τα παραπάνω. Η ημερομηνία υπογραφής των καθαρογραμμένων πρακτικών σημειώνεται αυθημερόν σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται στην οικεία γραμματεία.
3. Όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σε αυτόν που καταδικάστηκε, αντί γι` αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου, που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, τη διάταξη που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδοσης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης.
4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του οικείου Πρωτοδικείου, μπορεί να καθορίζεται για ποιες αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή».
Με τη ρύθμιση αυτή ο νέος ΚΠΔ καταργούσε πολλές εξαιρέσεις από την υποχρέωση καθαρογραφών που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη του παλιού ΚΠΔ, την οποία παρέλαβε, αλλά διατήρησε ανοιχτή την κερκόπορτα της δυνατότητας εξαίρεσης από την καθαρογραφή ποινικών αποφάσεων με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τουλάχιστον όμως περιόρισε την εξαίρεση αυτή μόνο σε αποφάσεις του Πρωτοδικείου, αφού μόνο για αυτές προέβλεψαν την υπουργική εξουσία να εκδίδει σχετικές αποφάσεις. Η διάταξη όμως αυτή δεν κράτησε για πολύ. Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο 2019, με το άρθρο 7 § 21 του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α 180/18.11.2019) τροποποιήθηκε η διάταξη της § 4, η οποία παραμένει ακόμα και σήμερα με το εξής περιεχόμενο:
«4. Οι αποφάσεις που αναβάλλουν τη δίκη κατά τα άρθρα 59, 61, 349 ή 352, χωρίς να έχει προηγηθεί έρευνα αποδεικτικών μέσων, δεν είναι αναγκαίο να καθαρογράφονται κατά τις προηγούμενες παραγράφους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου, μπορεί να καθορίζεται για ποιες επιπλέον αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή. Σε κάθε περίπτωση καθαρογράφονται οι ερήμην καταδικαστικές αποφάσεις, οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις με τις οποίες λύεται οριστικά ένα ζήτημα, καθώς και εκείνες στις οποίες έχει δηλωθεί παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας».
Όπως γίνεται αντιληπτό, με την τροποποίηση αυτή:
α) Διευρύνονται οι κατηγορίες των αποφάσεων που εξαιρούνται από την καθαρογραφή και ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονται πολλές, που πιθανότατα έχουν σημαντικό νομικό ενδιαφέρον.
β) Παρέχεται ευρύτατη εξουσία στον Υπουργό Δικαιοσύνης να καθορίζει για ποιες επιπλέον αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή χωρίς κριτήρια και περιορισμούς.
γ) Διευρύνεται η δυνατότητα εξαίρεσης από την καθαρογραφή αποφάσεων που εκδίδουν όλα τα δικαστήρια και όχι μόνο τα πρωτοδικεία.
δ) Παρέχεται η δυνατότητα στην Ολομέλεια κάθε δικαστηρίου να γνωμοδοτεί πριν την έκδοση της υπουργικής απόφασης για τα παραπάνω. Η γνώμη βέβαια δεν είναι δεσμευτική για τον υπουργό, δεν απαιτείται σύμφωνη γνώμη αλλά οπωσδήποτε διαθέτει τη βαρύτητά της.
Και έχει μεγάλο ενδιαφέρον η καταγραφή της θέσης των δικαστικών λειτουργών απέναντι στο Συνταγματικό καθήκον δημοσιότητας της δίκης, της δυνατότητας ελέγχου των δικαστικών αποφάσεων, της προώθησης της νομολογίας και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας.
Γιατί για όλα αυτά η νομική μεταστροφή της τροποποίησης αυτής ενάντια σε όλα τα παραπάνω είναι περισσότερο από προφανής. Και συνεπώς είναι πολύ ενδιαφέρων ο τρόπος κατά τον οποίο το δικαστικό σώμα θα ανταποκρινόταν στην πρόσκληση συνευθύνης που του απηύθυνε η κυβέρνηση με τη διάταξη αυτή, για την οποία - ειρήσθω εν παρόδω - δεν θυμάμαι οποιαδήποτε αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και των λοιπών θεσμικών φορέων εκπροσώπησης των εισαγγελέων και δικαστών, είτε με την παρούσα, είτε με προγενέστερες συνθέσεις τους.
Η δεύτερη έκπληξη ήταν η αδυναμία εύρεσης υπουργικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 142 § 4 ΚΠΔ. Αυτές είναι κυριολεκτικά άφαντες στις βάσεις νομικών δεδομένων και τράπεζες πληροφοριών, με κάποιες από τις οποίες μάλιστα επικοινώνησα και δήλωσαν και αυτές αδυναμία εύρεσης.
Ενώ είχα αρχίσει να πιστεύω στην ύπαρξη νομοθετικού κενού και να αφουγκράζομαι ακόμα μεγαλύτερη αυθαιρεσία στην απόρριψη των καθαρογραφών διέκρινα στη δυσανάγνωστη συνοπτική χειρόγραφη σημείωση της προέδρου, που είχε απορρίψει την αίτηση, την αναφορά της στην υπ’ αριθ. 2273/21.7.2020 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αφού μάταια την αναζήτησα και αυτήν στο ΦΕΚ και στις τράπεζες νομικών πληροφοριών απευθύνθηκα τελικά κατευθείαν στη Διοίκηση του Εφετείου Αθηνών, όπου ζήτησα και έλαβα αντίγραφό της αμέσως. Πρόκειται για ένα δισέλιδο έγγραφο που δεν φέρει κανένα αποδεικτικό δημοσίευσης. Το έγγραφο αυτό μεταξύ άλλων αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τη γνώμη της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή αναφέρεται στην με αριθμό 3/2020 απόφαση περί του καθορισμού του είδους των ποινικών αποφάσεων που δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή τους, το οποίο μας διαβιβάστηκε με το έγγραφο του προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 5754/03. 07.2020.
Αναζήτησα και την αναφερόμενη αυτή γνώμη της ολομέλειας των δικαστών του Εφετείου Αθηνών, όχι βέβαια σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα ή άλλο μέσο δημοσίευσης, αλλά στην ίδια τη Διοίκηση του Εφετείου, όπου χρειάστηκε μάλιστα για ένα δημόσιο έγγραφο να καταθέσω αιτιολογημένη γραπτή αίτηση επικαλούμενος αυτονόητα το έννομο συμφέρον ως παραστάντος συνηγόρου σε σωρεία αθωωτικών αποφάσεων για τις οποίες αντιμετωπίζω την άρνηση καθαρογραφής. Και είχα τη ...μεγάλη τύχη να γίνει δεκτή η αίτηση και να μου χορηγηθεί την επόμενη μέρα το αντίγραφο.
Σύμφωνα λοιπόν με την 2273/21.7.2020 Υπουργική Απόφαση και την υπ’ αριθ. 3/2020 ομόφωνη γνώμη της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών:
Δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή των πρακτικών των ποινικών αποφάσεων οι οποίες:
1) Είναι αναβλητικές
2) Παύουν οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου ή λόγω ανάκλησης της έγκλησης
3) Κηρύσσουν τη συζήτηση απαράδεκτη λόγω ελλείψεως κλητεύσεως του κατηγορουμένου
4) Απορρίπτουν την έφεση ως ανυποστήρικτη κατ άρθρο 501
5) Εκδίδονται επί όλων των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 497, 471 ΚΠολΔ (ΚΠολΔ γράφει η ΥΑ κατά λάθος, το σωστό είναι ΚΠΔ), συγχώνευσης ποινών, ανάκλησης λιπομαρτυρίας, συμπλήρωσης ή διόρθωσης απόφασης, χορήγησης άδειας ενόρκων, ανάκλησης λιπενορκίας κ.λπ.).
6) Είναι ομόφωνα αθωωτικές, με εξαίρεση τα ΜΟΕ, στις οποίες η ποινική δίωξη έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως και δεν υπάρχει παθών ή δεν έχει υποστηριχθεί κατηγορία, πλην εάν διατάσσουν απόδοση κατασχεθέντων ή επικύρωση κατάσχεσης και δήμευση κατασχεθέντων.
Όπως γίνεται αντιληπτό εξαιρείται σχεδόν το σύνολο των αθωωτικών αποφάσεων του Εφετείου Αθήνας, καθώς ελάχιστες λαμβάνονται χωρίς ομοφωνία, που εκδίδουν τα εφετεία που αποτελούνται αποκλειστικά από τακτικούς δικαστές, σε αντίθεση με τις αποφάσεις των Μικτών Ορκωτών Εφετείων (ΜΟΕ), οι οποίες κατά ένα μεγάλο μέρος καθαρογράφονται. Το γεγονός ότι εξαιρούνται από την καθαρογραφή κατά προτίμηση οι αποφάσεις των τακτικών (επαγγελματιών) δικαστών έναντι εκείνων που εκδίδονται από τα Μικτά Ορκωτά Εφετεία είναι ένα ζήτημα που αξίζει ιδιαίτερο προβληματισμό.
Η στέρηση του δικαιώματος διατύπωσης του σκεπτικού και των πρακτικών (κατ’ ορθότερη διατύπωση αντί της λέξης «καθαρογραφή» που είναι υπόλειμμα άλλων εποχών και διαδικασιών που προϋπέθεταν πρόχειρη σύνταξη του σκεπτικού, η οποία στην ποινική διαδικασία δεν υπήρξε ποτέ) της αθωωτικής ποινικής δίκης, καθώς και κάθε νομοθετική ρύθμιση η οποία την επιτρέπει (όπως η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 142 § 4 ΚΠΔ, που μάλιστα μεταφέρει στην εκτελεστική εξουσία χωρίς δεσμεύσεις την αρμοδιότητα οριοθέτησης μέρους του δικαιοδοτικού έργου της δικαστικής) είναι ευθέως αντισυνταγματική τυπικά, διότι ο συνταγματικός νομοθέτης δεν καταλείπει κανένα πεδίο περιορισμού της υποχρέωσης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων στον κοινό νομοθέτη, αλλά αντίθετα προβλέπει κυρώσεις για όσους παραβιάζουν την υποχρέωση αυτή (άρθρο 93 § 3 Σ), αλλά και αντισυνταγματική ουσιαστικά, διότι πλήττει την υποχρέωση αιτιολογίας, άρα τη δυνατότητα δημοσιότητας των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 § 2 Σ) και κοινωνικού ελέγχου της δικαστικής εξουσίας και συνεπώς, εν τέλει, την ίδια τη λαϊκή κυριαρχία που αποτελεί θεμέλιο του πολιτεύματος (άρθρο 1 § 2 Σ). Πέραν αυτών:
1) Παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην προσωπικότητα και στη δίκαιη δίκη, αφού αποστερεί στον κατ’ αμάχητο τεκμήριο πλέον αθώο τη δυνατότητα δημόσιας διατύπωσης της αθωότητάς του όταν τα κατηγορητήρια, κλητήρια θεσπίσματα και παραπεμπτικά βουλεύματα, καθώς και οι τυχόν πρωτόδικες καταδικαστικές αποφάσεις παραμένουν εσαεί γραπτά με δυσμενές περιεχόμενο για αυτόν.
2) Εμποδίζει την πρόοδο της νομολογίας ιδίως σε φιλελεύθερες υπερασπιστικές δικαστικές αποφάσεις και περιφρονεί το μόχθο των «συμπραττόντων των λειτουργών της δικαιοσύνης» δικηγόρων, που αυξάνεται ολοένα στις ποινικές δίκες με την επιμέλεια σύνταξης αυτοτελών ισχυρισμών, ενστάσεων, αντιρρήσεων, δηλώσεων και υπομνημάτων για καταχώριση στα πρακτικά. Εν τέλει εμποδίζει την πρόοδο της ίδιας της νομικής επιστήμης.
3) Κωλύει την άσκηση ένδικων μέσων εναντίον αθωωτικών αποφάσεων στο μέτρο που αυτή εξαρτάται από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει καθόλου γραφή πρακτικών και σκεπτικού.
4) Κωλύει την άσκηση εννόμων δικαιωμάτων του αθωωθέντος εναντίον ψευδομαρτύρων ή ψευδομηνυτών, αφού αρνείται αδικαιολόγητα να τον εξοπλίσει με το αποδεικτικό στοιχείο, που αποκαλύπτει το αληθές των ισχυρισμών του.
5) Καθιστά αδύνατη κάθε διαδικασία διόρθωσης η συμπλήρωσης (άρθρου 145 ΚΠΔ).
6) Ματαιώνει τη λήψη της από οποιονδήποτε τρίτο έχοντα έννομο συμφέρον (άρθρο 147 ΚΠΔ).
7) Παραβιάζει τη δημοσιότητα της δίκης αυτού, αφού αυτή αναμφίβολα εκτείνεται και στη δημοσιοποίηση του σκεπτικού της αθωωτικής απόφασης που δεν απαγγέλλεται ποτέ στο ακροατήριο.
8) Παραβιάζει το άρθρο 139 ΚΠΔ και τη δυνατότητα ελέγχου της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης τόσο από τον λαό όσο και από τα υπερκείμενα δικαστικά όργανα, αφού ο έλεγχος της αιτιολογίας προϋποθέτει αυτονόητα τη διατύπωσή της.
Βέβαια ο κόπος της σύνταξης του σκεπτικού της απόφασης δεν μετριάζεται. Αυτό όμως αποτελεί υποχρέωση του δικαστή που ανήκει στον σκληρό πυρήνα της δικαιοδοτικής του αποστολής, υπαγορευόμενη και από το άρθρο 369 ΚΠΔ, το οποίο μάλιστα υποχρεώνει, ασχέτως αν δεν τηρείται στην πράξη, τη διατύπωση του σκεπτικού της στο ακροατήριο και προφανώς κατισχύει του άρθρου 142 ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η παραπάνω αλληλουχία νομικών κανόνων είναι σύννομη, διότι ρυθμιστέα ύλη των άρθρων 141, 142 και 143 ΚΠΔ είναι μόνο τα πρακτικά της δίκης και όχι η σύνταξη του σκεπτικού των αποφάσεων.
Ακόμα και από αυτή την οπτική γωνία, οι παραπάνω Υπουργικές Αποφάσεις και οι προηγηθείσες ως ουσιώδης τύπος τους γνώμες είναι ανίσχυρες, διότι εκδίδονται εκτός πλαισίου νομοθετικής εξουσιοδότησης όσον αφορά όσα ρυθμίζουν για την μη καθαρογραφή του σκεπτικού των δικαστικών αποφάσεων και δη των αθωωτικών.
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές ευτυχώς η προσπάθεια κινητοποίησης του νομικού κόσμου, που ξεκίνησε πριν από ένα χρόνο, έφερε γόνιμα αποτελέσματα πολύ γρήγορα.
Απετέλεσε αντικείμενο ομόφωνης απόφασης του ΔΣ του ΔΣΑ, υποβλήθηκε αίτημα σύγκλησης της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να μεταβληθεί το περιεχόμενο της γνώμης της Ολομέλειας 3/2020 και στη συνέχεια, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του νέου ΔΣ του ΔΣΑ, επιβεβαίωση της θέσης του, διοργάνωση επιστημονικής εκδήλωσης στις 11.02.2026 και τελικά παράσταση πολυμελούς αντιπροσωπείας του ΔΣΑ στις 19.02. 2026 κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας Εφετών Αθηνών, η οποία αποδέχθηκε την πρόταση του ΔΣΑ.
Η ληφθείσα απόφαση είναι να γίνονται υποχρεωτικά δεκτά, χωρίς την επίκληση οποιασδήποτε ιδιαίτερης αιτιολογίας ή εννόμου συμφέροντος, όλα τα αιτήματα καθαρογραφής, που υποβάλλονται από τον αθωωθέντα κατηγορούμενο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εντός εξαμήνου από την έκδοση της απόφασης, και μόνο εάν η αίτηση υποβληθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής θα πρέπει να αιτιολογείται.
Επόμενο βήμα είναι η διεκδίκηση αυτής καθ’ εαυτής της τροποποίησης του άρθρου 142 § 4 ΚΠΔ, ώστε να εκλείψει η εστία αυτών των αυθαιρεσιών και να προβλεφθεί η υποχρεωτική «καθαρογραφή» όλων των ποινικών αποφάσεων.
Αθήνα, 21.2.2026