Κ. Φ. Καλαβρού: Η ερημοδικία στην αναιρετική δίκη
Η ερημοδικία στην αναιρετική δίκη
Κωνσταντίνου Φ. Καλαβρού
Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ι. Εισαγωγή
Από την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ η ερημοδικία στην αναιρετική δίκη ρυθμιζόταν με τον ίδιο απαράλλακτο τρόπο, δηλαδή η διάταξη του με σημερινή αρίθμηση 576 ΚΠολΔ επέτρεπε τη συζήτηση της αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν αυτός που επέσπευδε τη συζήτηση ήταν απών (576 § 1)[1], ενώ, αν απών ήταν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση, ερευνάτο αν ο απών διάδικος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν υπήρχε οποιαδήποτε έλλειψη στην κλήτευση κηρυσσόταν η συζήτηση απαράδεκτη, άλλως, αν αυτός είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της αναίρεσης προχωρούσε με την απουσία εκείνου που είχε κλητευθεί (576 § 2). Ειδική ρύθμιση για την ομοδικία περιείχε η διάταξη του άρθρου 576 § 3, ενώ η διάταξη του άρθρου 576 § 4 καθιέρωνε το ανεπίτρεπτο της ανακοπής ερημοδικίας κατά των αποφάσεων που εκδίδονταν από τον Άρειο Πάγο κατά τις §§ 1 έως 3 του άρθρου 576.
Ο Γ. Ράμμος, εισηγητής των διατάξεων για την αναίρεση ενώπιον της Συντακτικής Επιτροπής σημείωνε δε χαρακτηριστικά: «Κατά την ισχύουσαν Δικονομίαν, κατά την ενώπιον του αναιρετικού Τμήματος του Αρείου Πάγου διαδικασίαν δεν χωρεί ερημοδικία. Πράγματι, κατά την διάταξιν του άρθρου 827, εάν κατά την δικάσιμον απολειφθή διάδικός τις και είναι παρών ο έτερος διάδικος, η υπόθεσις δικάζεται ως εάν ο απών διάδικος ήτο παρών, είτε περί του αναιρεσείοντος είτε περί του αναιρεσιβλήτου πρόκειται, προϋποτιθεμένου βεβαίως, ότι αποδεικνύεται ότι ο απών διάδικος εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως, εκτός εάν αυτός επισπεύδη την συζήτησιν. Κατά την αυτήν διάταξιν, εις ουδεμίαν περίπτωσιν συγχωρείται ανακοπή τοιαύτης κατ’ ερήμην εκδεδομένης αποφάσεως. Το σύστημα τούτο, το οποίον δέχονται ρητώς και τινές αλλοδαπαί δικονομίαι … δεν υπάρχει λόγος να μεταβληθή και δια τούτο προτείνω …»[2]. Η εισήγηση αυτή έγινε στη συνέχεια αποδεκτή από τη Συντακτική Επιτροπή[3] και οι ρυθμίσεις αυτές του άρθρου 576 παρέμειναν στην ουσία αναλλοίωτες μέχρι πρόσφατα[4], οπότε και με τους ν. 5221 και 5264 του 2025 άλλαξε άρδην η κατάσταση.
Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις του άρθρου 576 εναρμονίζονταν πλήρως με τον χαρακτήρα της αναίρεσης ως ενός έκτακτου ενδίκου μέσου, σκοπός του οποίου είναι η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου, η ενότητα της νομολογίας, αλλά και η παροχή στον διάδικο ενός δραστικού μέσου προστασίας[5].
Δυστυχώς οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες με τους ν. 5221 και 5264 του 2025 αποδομούν πλήρως μία παράδοση ενός και πλέον αιώνα στην αναιρετική διαδικασία και θα δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στην πράξη της αναιρετικής δίκης, την οποία με βεβαιότητα θα αποδιοργανώσουν.
ΙΙ. Η ερημοδικία στην αναιρετική δίκη ειδικότερα
Η ερημοδικία του αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου
Όπως σημειώθηκε ήδη, η ερημοδικία στην αναιρετική δίκη ρυθμίζεται πλέον με τον ακόλουθο τρόπο:
α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 1 σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ποιος επισπεύδει τη συζήτηση, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε κάθε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Προφανώς η διάταξη αυτή, που εισήχθη με τον ν. 5264/2025[6], πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τη γενική διάταξη του άρθρου 576 § 2, και συνεπώς σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος θα εξετάζει κατ’ αρχάς ποιος επισπεύδει τη συζήτηση και αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, ο οποίος και ερημοδικεί, θα απορρίπτει κατ’ ουσίαν την αναίρεση χωρίς την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (576 § 1), εκτός, βέβαια, αν η αναίρεση είναι απαράδεκτη, οπότε θα απορρίπτεται για τον λόγο αυτό (577 § 2). Αν, αντίθετα, τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος και κατά τη συζήτηση απουσιάζει ο αναιρεσείων, τότε ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση (576 § 2 εδ. α΄) και σε καταφατική περίπτωση, αν ερημοδικεί ο αναιρεσείων, θα απορρίπτει την αναίρεση κατ’ ουσίαν, εκτός, πάλι, αν η αναίρεση είναι απαράδεκτη, οπότε και θα απορρίπτεται ως τέτοια (577 § 2). Αν όμως στην τελευταία περίπτωση, οπότε τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, η αναίρεση είναι παραδεκτή και ο αναιρεσείων δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, τότε προφανώς δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 576 § 1, αφού στην περίπτωση αυτή ο αναιρεσείων δεν θα έχει λάβει γνώση της επικείμενης συζήτησης της αναίρεσης και έτσι θα εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 576 § 2 εδ. β΄ και θα κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, ώστε η υπόθεση θα επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση[7].
Επομένως, παρά την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 576 § 1, η διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 576 θα ισχύει μόνον στην περίπτωση που τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, οπότε σε περίπτωση απουσίας του η αναίρεση θα απορρίπτεται (κατ’ ουσίαν). Όταν, αντίθετα, τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος και απουσιάζει κατ’ αυτήν ο αναιρεσείων, τότε η αναίρεση θα απορρίπτεται μόνον αν ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, αν η κλήτευση του αναιρεσείοντος δεν είχε γίνει καν ή δεν είχε γίνει νομίμως ή εμπροθέσμως, η συζήτηση θα κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση θα επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Ερωτηματικά γεννά σε κάθε περίπτωση η επιφύλαξη που εισάγει η διάταξη του άρθρου 576 § 1[8], ορίζοντας ότι η απόρριψη της αναίρεσης χωρεί επί ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, «εφόσον είναι παραδεκτή» (ενν. η αναίρεση). Η επιφύλαξη αυτή αποτελεί νομοθετική αστοχία[9], αφού, αν για οποιονδήποτε λόγο η αναίρεση είναι απαράδεκτη (λ.χ. λόγω εκπροθέσμου), τότε δεν θα απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, όπως συμβαίνει επί ερημοδικίας, αλλά θα απορρίπτεται προεχόντως για τη συγκεκριμένη τυπική έλλειψη (577 § 2)[10] ενόψει και της σειράς εξέτασης των διαφόρων διαβαθμίσεων του ανίσχυρου της αναίρεσης, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 577.
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 576 § 1 ορίζει, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της αναίρεσης παρά την απουσία του. Όμως, και η διάταξη αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της διάταξης του άρθρου 576 § 2 και συνεπώς θα ισχύει, δηλαδή η υπόθεση θα συζητείται παρά την απουσία του, εφόσον τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, ενώ, αν αντίθετα τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, τότε θα εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 576 § 2 και συνεπώς ο Άρειος Πάγος θα εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση θα επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ισχύος μεν του ν. 5221/2025, αλλά πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 5264/2025, είχε επισημανθεί η αστοχία της τότε ισχύουσας ρύθμισης του άρθρου 576 § 2 εδ. γ΄, σύμφωνα με την οποία η ερημοδικία του αναιρεσείοντος οδηγούσε σε απόρριψη της αναίρεσης[11] ως παντελώς ασυμβίβαστης με τον σκοπό της αναίρεσης ως εκτάκτου ενδίκου μέσου που δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, αλλά, παράλληλα με την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, αποβλέπει στην εξέλιξη και κυρίως στην ενότητα της νομολογίας[12]. Τόνιζε δε σχετικώς η εν λόγω ορθή γνώμη, ότι η τελολογική αναντιστοιχία της ρύθμισης αυτής με τους ευρύτερους σκοπούς της αναίρεσης καθίστατο απολύτως προφανής, αν ο εισηγητής είχε λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 562 § 4 και ο αναιρεσείων δεν εμφανιζόταν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, οπότε η αναίρεση θα έπρεπε -λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος- να απορριφθεί[13].
Οι ίδιοι προβληματισμοί ανακύπτουν, όμως, και στο μετά τον ν. 5264/2025 δίκαιο, αφού διατηρείται η ρύθμιση της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (τώρα πλέον στο άρθρο 576 § 1), τονίζοντας μάλιστα, στο γράμμα του, ότι στην περίπτωση αυτή η αναίρεση απορρίπτεται, «ανεξαρτήτως του ποιος επισπεύδει τη συζήτηση», διατύπωση η οποία επιβάλλεται, όμως, να υποστεί τελολογική συστολή, όπως εξηγήσαμε ήδη, και συνεπώς να μην εφαρμόζεται η διάταξη, όταν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος και αυτός δεν έχει κλητεύσει παντάπασιν, νομίμως ή εμπροθέσμως τον αναιρεσείοντα, ο οποίος έτσι αγνοεί τη συζήτηση της αναίρεσης (!). Και όλα αυτά ισχύουν ανεξαρτήτως της ρύθμισης, η οποία ίσχυε ήδη με τον ν. 5221/ 2025 (και εξακολουθεί να ισχύει και υπό την ισχύ του ν. 5264/2025), ότι επί ερημοδικίας του αναιρεσείοντος η αναίρεση απορριπτόταν, εφόσον ήταν παραδεκτή, αφού το αποτέλεσμα της ρύθμισης αυτής απέρρεε ήδη από τη διάταξη του άρθρου 577 § 2 και δεν γνωρίζω (αλλά πιστοποιείται και αρμοδίως[14]) να είχε ανακύψει στο παρελθόν οποιοδήποτε σχετικό ερμηνευτικό ζήτημα στο πλαίσιο του δικαίου της αναίρεσης. Επομένως, και ως προς το σημείο αυτό πρόκειται για μία αδικαιολόγητη και επιπόλαιη μεταφορά στο δίκαιο της αναίρεσης της ρύθμισης του άρθρου 524 § 3 για την έφεση, που εκεί δικαιολογείται ίσως και είχε εισαχθεί στο δίκαιο της έφεσης με το άρθρο 44 § 1 του ν. 3994/2011[15].
β. Όταν απουσιάζει ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος ή δεν μετέχει νομότυπα σ’ αυτήν, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση (576 § 2), ακόμη και αν ο επισπεύδων τη συζήτηση δηλώσει, ότι δεν εισάγει την υπόθεση ως προς τον απολειπόμενο, με την έννοια ότι παραιτείται της αίτησης ως προς αυτόν[16]. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 576 § 2 δεν εφαρμόζεται, όταν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αναιρεσίβλητο, αφού επί μη εμφάνισης του αναιρεσείοντος, αν αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η αναίρεση θα απορρίπτεται κατ’ άρθρον 576 § 1, ώστε απαιτείται, εντεύθεν, η τελολογική συστολή της.
γ. Στο άρθρο 576 § 3 εδ. α΄ καθιερώνεται η αρχή, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από τον κανόνα αυτόν εισάγει εξαίρεση το εδ. β΄ της ίδιας διάταξης, ορίζοντας ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Η διάταξη αυτή, ιδίως κατά το πρώτο εδάφιό της, γεννά δύο ζητήματα· το πρώτο είναι ότι η διάταξη θα πρέπει να εφαρμόζεται όχι μόνο όταν ο απολειπόμενος διάδικος δεν κλητεύθηκε παντάπασιν αλλά και όταν δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 576 § 3 εδ. α΄ πρέπει να συνδυάζεται και με τη διάταξη του άρθρου 576 § 1, έτσι ώστε μέσω τελολογικής συστολής η πρώτη διάταξη (576 § 3 εδ. α΄) να εφαρμόζεται μόνον επί μη κλήτευσης των περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων (τελούντων σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας), οπότε αν κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε καθόλου, είτε δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή/και εμπρόθεσμα να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης για όλους.
Διαφορετική είναι, όμως, η συνέπεια επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων τελούντων σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 §§ 1, 2 και 3 εδ. α΄, η μη κλήτευση παντάπασιν ή μη νόμιμη ή/και εμπρόθεσμη κλήτευση κάποιου εξ αυτών πρέπει να έχει ως συνέπεια την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης ως προς αυτόν, ενώ ως προς τους κλητευθέντες αναιρεσείοντες, οι οποίοι τυχόν απολείπονται, θα απορρίπτεται κατ’ ουσίαν η αναίρεση. Η ρύθμιση αυτή, επομένως, που αφορά τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας δεν εναρμονίζεται πλήρως με τη διάταξη του άρθρου 76 § 4, αν και εδώ θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη, ότι η διάταξη του άρθρου 576 § 1 ως ειδική επικρατεί εκείνης του άρθρου 76 § 4.
Ελαττωματική παράσταση του διαδίκου στην αναιρετική δίκη
Υπενθυμίζεται, ότι οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με δικηγόρο (έστω και με δήλωση του άρθρου 242 § 3 και 573), που πρέπει να διαθέτει τη σχετική δικαστική πληρεξουσιότητα (96 § 3), η οποία πρέπει να είναι σε ισχύ (97 § 3). Διάδικος παριστάμενος στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με δικηγόρο χωρίς έγκυρη πληρεξουσιότητα θεωρείται, ότι απολείπεται. Σημειωτέον, ότι, η πληρεξουσιότητα στον Άρειο Πάγο παρέχεται με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή και με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση (96 § 3)[17]. Στο άρθρο 568 § 1 προστέθηκε με το άρθρο 54 του ν. 5221/2025 διάταξη, σύμφωνα με την οποία ειδικά όταν ο διάδικος είναι φυσικό πρόσωπο, η πληρεξουσιότητα μπορεί να παρέχεται και με ψηφιακή εξουσιοδότηση, η οποία εκδίδεται μέσω της ενιαίας ψηφιακής πύλης της δημόσιας διοίκησης (gov.gr) και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στο Δικαστήριο.
Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών της πληρεξουσιότητας στην αναιρετική δίκη και από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 576, αλλά και την καθιερούμενη από την τελευταία απ’ αυτές αρχή, ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι:
α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), αν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση·
β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και απορρίπτεται η αναίρεση κατά το άρθρο 576 § 1, εκτός αν είναι απαράδεκτη, οπότε απορρίπτεται για τον λόγο αυτό (577 § 2)∙
γ) αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι τότε πρέπει να διακρίνουμε, αν πρόκειται αναγκαστική ή απλή ομοδικία, οπότε θα εφαρμόζεται, αντιστοίχως, το πρώτο ή το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 § 3. Περαιτέρω, αν οι περισσότεροι διάδικοι μετέχουν ως αναιρεσείοντες και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι’ αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, τότε ως προς αυτούς θα απορρίπτεται η αναίρεση κατά το άρθρο 576 § 1, ενώ αν οι περισσότεροι μετέχουν ως αναιρεσίβλητοι και παρουσιασθεί έλλειψη πληρεξουσιότητας του δικηγόρου που τους εκπροσωπεί, τότε, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 §§ 1 και 2, η συζήτηση θα κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι διάδικοι αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους[18]. Αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι ως αναιρεσίβλητοι, εφόσον πρόκειται αναγκαστική ομοδικία και ο παριστάμενος δικηγόρος ενός εξ αυτών στερείται έγκυρης πληρεξουσιότητας, τότε η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους (576 § 3 εδ. α΄). Αν στην ίδια περίπτωση πρόκειται απλή ομοδικία, τότε η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 3 αδ. α΄, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν επιτρέπεται η εισαγωγή αίτησης αναίρεσης για συζήτηση μόνο για μερικούς από τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, εκτός και αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε αν κάποιος δεν παρίσταται ή δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, μολονότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς[19]. Διαφέρουν, βέβαια, τα πράγματα, αν μεσολάβησε παραίτηση του αναιρεσείοντος από την αναίρεση ως προς ορισμένους απλούς ομοδίκους[20] ή αν η δήλωση του αναιρεσείοντος περί μη εισαγωγής της υπόθεσης ως προς ορισμένους ομοδίκους εκτιμηθεί ως παραίτηση[21].
Τέλος, εναντίον των αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1-3, δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας (576 § 4), ούτε και λόγω άκυρης ερημοδικίας[22].
ΙΙΙ. Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Η τέχνη του νομοθετείν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προϋποθέτει βαθιά γνώση του δικαίου, γνώση των θεωρητικών και πρακτικών ζητημάτων που θέτει η εκάστοτε υπό τροποποίηση διάταξη και στις περιπτώσεις κωδίκων χρειάζεται επιπλέον ιστορική επίγνωση των αρχών που τους διέπουν, ώστε οι τυχόν αποφασιζόμενες τροποποιήσεις να εντάσσονται ομαλά στην όλη τελολογία του κώδικα, όπου ανήκει η εκάστοτε τροποποιούμενη διάταξη.
Φοβάμαι, ότι για τους λόγους που ανέδειξα πιο πάνω, οι πρόσφατες τροποποιήσεις των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ στο δίκαιο της αναίρεσης ουδόλως προωθούν τους σκοπούς της αναίρεσης και στην πράξη θα δημιουργήσουν ζητήματα, ενώ θα απαιτηθεί η τελολογική ερμηνευτική προσαρμογή τους για την ορθή εφαρμογή τους. Πιθανώς, οι ρυθμίσεις αυτές υπακούουν στη γενικότερη τάση «ελάφρυνσης» του Αρείου Πάγου, θυσιάζουν όμως σε έντονο βαθμό την ορθότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, που σε κάθε περίπτωση αποτελεί υπέρτερο αγαθό.
[1] Διατάξεις χωρίς άλλη ένδειξη είναι του ΚΠολΔ.
[2] ΣχΠολΔ ΙΙΙ, 169.
[3] ΣχΠολΔ ΙΙΙ, 298, 371 επ.
[4] Κατ’ απόλυτη ακρίβεια, από τη θέση σε ισχύ του ΚΠολΔ ήδη με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 προστέθηκε στο άρθρο 576 § 3 δεύτερο εδάφιο ως προς την απλή ομοδικία.
[5] Βλ. Καλαβρό, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ[5], 2023, αριθ. 5, σ. 3 επ.
[6] Για την ακρίβεια η συγκεκριμένη διάταξη εισήχθη ως § 1 του άρθρου 576 με το άρθρο 112 § 1 του ν. 5264/2025, ενώ αυτή (χωρίς όμως τη φράση «ανεξαρτήτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση») προβλεπόταν ήδη ως εδ. γ΄ του άρθρου 576 § 2, όπως η τελευταία διάταξη είχε διατυπωθεί με το άρθρο 59 του ν. 5221/2025.
[7] Η αδιάστικτη διατύπωση θέτει, πάντως, ένα ερμηνευτικό ζήτημα που εκτίθεται στο κείμενο.
[8] Όμοια είναι και η διατύπωση του άρθρου 524 § 3 για την έφεση που είχε εισαχθεί με το άρθρο 44 § 1 του ν. 3994/2011∙ πρβλ. και Πανταζόπουλο, Ένδικα μέσα και Ανακοπές3, 2025, 381επ.∙ η Αιτιολογική Έκθεση του άρθρου 59 του ν. 5221/2025 σημειώνει σχετικώς: «Η αξιολογούμενη ρύθμιση επιδιώκει να εξορθολογήσει τον λόγο απόρριψης της αναίρεσης σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, διασφαλίζοντας ότι η αναίρεση απορρίπτεται μόνο εφόσον είναι παραδεκτή. Με τη διατύπωση αυτή αίρεται η παλαιότερη προβληματική πρακτική, κατά την οποίαν μπορούσε να απορριφθεί αίτηση αναίρεσης λόγω ερημοδικίας χωρίς να εξεταστεί αν ήταν παραδεκτή, η οποία δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια του δικαίου και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Η αξιολογούμενη ρύθμιση αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι η ουσιαστική δυνατότητα κρίσης επί των εννόμων συνεπειών μίας αναίρεσης, δεν παρακάμπτεται σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος από τη δικάσιμο, αλλά συνδέεται με το κατά πόσο αυτή πληροί τους τυπικούς όρους του παραδεκτού»∙ καλώς σημειώνει τα ανωτέρω η Αιτιολογική Έκθεση, αν και θα αρκούσε μία παραπομπή απλώς στο άρθρο 577 § 2!
[9] Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 524 § 3 δικαιολογείται εκεί λόγω ερμηνευτικών ζητημάτων που είχαν ανακύψει, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι στο δίκαιο της έφεσης ελλείπει διάταξη αντίστοιχη εκείνης του άρθρου 577 επί αναίρεσης.
[10] Πρβλ. και Νίκα, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ2, 2022, § 114, αριθ. 25.
[11] Άρθρο 576 § 2 εδ. γ΄: «Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του».
[12] Πανταζόπουλος, Ένδικα μέσα και Ανακοπές[3], 2025, 382· βλ. τονίδιο, Οι νομοθετικές ρυθμίσεις του ν. 5221/2025 για τα ένδικα μέσα, ΕφΑΔ 2025. 1020-1021.
[13] Όπως προηγούμενη σημείωση.
[14] Πανταζόπουλος, Ένδικα μέσα και Ανακοπές[3], 2025, 382.
[15] Πολύ μάλλον αφού η Αιτιολογική Έκθεση του άρθρου 59 του ν. 5221/2025 που εισήγαγε τη σχετική προϋπόθεση κάνει λόγο για «παλαιότερη προβληματική πρακτική, κατά την οποίαν μπορούσε να απορριφθεί αίτηση αναίρεσης λόγω ερημοδικίας χωρίς να εξεταστεί αν ήταν παραδεκτή».
[16] Βλ. ΑΠ 463/2006 ΝΟΜΟΣ=sakkoulas-online, ΑΠ 641/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1181/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 692/2010 ΝΟΜΟΣ.
[17] Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 96 § 3, ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
[18] ΟλΑΠ 39/2005 ΕλλΔνη 2005. 1049, ΟλΑΠ 7/ 2008 ΝΟΜΟΣ=sakkoulas-online. Βλ. και ΟλΑΠ 9/2003 ΧρΙδΔ 2003. 440.
[19] Βλ. όμως ΑΠ 893/2002 ΕλλΔνη 2003. 1279, ΑΠ 1051/ 2008 ΝΟΜΟΣ=sakkoulas-online.
[20] ΟλΑΠ 388/1979 ΕΕΝ 1979. 373.
[21] ΟλΑΠ 39/2005 ΕλλΔνη 2005. 1049. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου κατά κανόνα δεν ερμηνεύει τη δήλωση του αναιρεσείοντος «περί μη εισαγωγής της υπόθεσης» για κάποιον αναιρεσίβλητο ως παραίτηση· βλ. ΑΠ 1280/1998 ΔΣΑ, ΑΠ 619/2001 ΔΣΑ, ΑΠ 583/2002 ΔΣΑ. Μάλιστα, η ΑΠ 463/2006 ΝοΒ 2006. 1301, με παρατηρήσεις Λάλα, δέχθηκε, ορθώς, τα ακόλουθα: «… Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ 36/1997). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 2, 576 παρ. 3 και 75 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δεν επιτρέπεται η εισαγωγή της αίτησης αναίρεσης για συζήτηση μόνο για μερικούς από τους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, ακόμη και αν πρόκειται για απλή ομοδικία. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992). Όμως η δήλωση του αναιρεσείοντος “ότι η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται” ως προς κατονομαζόμενους αναιρεσίβλητους, δεν επέχει θέση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, διότι δήλωση με τέτοιο περιεχόμενο δεν προβλέπεται στον ΚΠολΔ …». Βλ. και την ΑΠ 641/2007 ΝΟΜΟΣ, όπου οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν με σχετική ρητή δήλωσή τους στο ακροατήριο.
[22] ΑΠ 561/1993 ΕΕΝ 1994. 354· βλ. και Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα/(-Κονδύλη), ΚΠολΔ[2] (2020), άρθρο 576, αριθ. 7.