Ν. Κ. Κλαμαρή: Η από τον (διορισθέντα από το Δικαστήριο) Πραγματογνώμονα θέση ερωτημάτων σχετικών με το θέμα της (Δικαστικής) Πραγματογνωμοσύνης σε τρίτα πρόσωπα, συμπερίληψη/ένταξη των αντιστοίχων απαντήσεων στην Έκθεση Δικαστικής Πραγματογνωμοσύνης και Δικονομική Αξιολόγηση/Μεταχείριση αυτής (υπό το πρίσμα και των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων 15 ετών)
Η από τον (διορισθέντα από το Δικαστήριο) Πραγματογνώμονα
θέση ερωτημάτων σχετικών με το θέμα της (Δικαστικής)
Πραγματογνωμοσύνης σε τρίτα πρόσωπα, συμπερίληψη/ένταξη
των αντιστοίχων απαντήσεων στην Έκθεση
Δικαστικής Πραγματογνωμοσύνης και Δικονομική Αξιολόγηση/
Μεταχείριση αυτής[1] (υπό το πρίσμα
και των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων 15 ετών).
-Συμβολή στην έννοια του υποστατού των αποδεικτικών μέσων-
Νικολάου Κ. Κλαμαρή
Καθηγητή (ομότιμου) της Πολιτικής Δικονομίας στη Νομική Σχολή
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Δικηγόρου στον Άρειο Πάγο, Επίτιμου Διδάκτορος Νομικής
του Πανεπιστημίου Freiburg i.Br. (Γερμανία), Μέλος του Συμβουλίου
της Association Internationale de Droit Processuel, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου
της Wissenschaftliche Vereinigung für Internationales Verfahrensrecht
I.
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι το ζήτημα αφενός αν έχει εξουσία ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμων, προκειμένου να αποφανθεί στα ερωτήματα που εντάσσονται στο θέμα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που του ανατέθηκε, να απευθυνθεί σε τρίτα πρόσωπα θέτοντας αντίστοιχα ερωτήματα προκειμένου αυτά τα τρίτα πρόσωπα να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, τα οποία ο διορισθείς πραγματογνώμων συμπεριλαμβάνει/θα συμπεριλάβει εν συνεχεία/τελικώς στη δική του αντίστοιχη έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και αφετέρου κατά συνεκδοχήν ποία δικονομική σημασία, βαρύτητα και μεταχείριση έχει μία έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία συντάχθηκε με τον ως άνω τρόπο.
II.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ η πραγματογνωμοσύνη εντάσσεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα[2]. Η διάταξη του άρθρου 369 ΚΠολΔ περιλαμβάνει τη φράση, ότι οι «πραγματογνώμονες βοηθούν το δικαστήριο με τη γνωμοδότησή τους στα ζητήματα που έθεσε», η οποία οδηγεί στην άποψη, ότι κατά το ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο στον πραγματογνώμονα ως συντάκτη της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης προσιδιάζει η νομική φύση του «βοηθού του δικαστού», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει, ότι ο δικαστικός πραγματογνώμων επιτελεί δικαιοδοτικό έργο, το οποίο, κατά το ελληνικό δίκαιο, ούτως ή άλλως δεν επιτελεί. Την άποψη περί της νομικής φύσεως του πραγματογνώμονος ως «βοηθού του δικαστού» έχει θεμελιώσει υπό το κράτος ισχύος του ΚΠολΔ ο Γεώργιος Θ. Ράμμος, που εκθέτει ότι «ο ΚΠολΔ υιοθετεί την αντίληψιν, καθ’ήν οι πραγματογνώμονες είναι βοηθοί του δικαστού, υπό την έννοιαν της παροχής συνδρομής διά των ειδικών γνώσεών των, προς διευκρίνισιν των πραγματικών ή ειδικών ζητημάτων, χωρίς να ασκούν εργασίαν διαγνώσεως ή κρίσεως»[3].
1.1. Ο ΚΠολΔ υιοθέτησε εν προκειμένω την άποψη του Γ. Οικονομόπουλου, ο οποίος την είχε διατυπώσει στο πλαίσιο των συζητήσεων της Συντακτικής Επιτροπής του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[4]. Πρόκειται δηλαδή ˗όσον αφορά τον πραγματογνώμονα˗ περί ενός επιστήμονος που δημιουργεί κατ’ εντολή του δικαστηρίου ένα αποδεικτικό μέσο – δηλαδή την έκθεση πραγματογνωμοσύνης – που σε τελευταία ανάλυση, όπως κάθε αποδεικτικό μέσο, έχει από πλευράς τελολογικής κατευθύνσεώς του τον προορισμό να βοηθήσει το δικαστή στο να ανεύρει την (ουσιαστική) αλήθεια. Με αναφορά στο ρόλο των πραγματογνωμόνων έχει επικεντρωθεί η επιστημονική συζήτηση και στο ˗από θεωρητικής ιδίως πλευράς˗ καίριο ζήτημα της νομικής φύσεως[5] των πραγματογνωμόνων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται άλλοτε «ως αμιγώς βοηθοί του δικαστηρίου»[6], άλλοτε «ως αμιγώς αποδεικτικό μέσο»[7], ενώ άλλοτε γίνεται λόγος περί «του διφυούς χαρακτήρα του έργου»[8] τους, με την έννοια δηλαδή ότι πρόκειται (όσον αφορά τους πραγματογνώμονες) «αφενός μεν ως βοηθών του δικαστηρίου, αφετέρου δε ως επωνύμου αποδεικτικού μέσου του ΚΠολΔ»[9]. Στο πλαίσιο αυτής της επιστημονικής συζητήσεως και της αντίστοιχης βιβλιογραφίας αποδίδεται στους διάφορους συγγραφείς η μία ή η άλλη άποψη. Κατά τη γνώμη μου στο πεδίο ισχύος τουλάχιστον του ελληνικού ΚΠολΔ και εν όψει της σαφούς θέσεως/ρυθμίσεως του ισχύοντος ΚΠολΔ θα πρέπει να γίνεται η ακόλουθη διευκρίνιση, η οποία βασίζεται στην άποψη που είχε θεμελιώσει ο Γ.Θ. Ράμμος αναφερόμενος αφενός στον πραγματογνώμονα ˗ ο οποίος διορίσθηκε από το δικαστήριο για να συντάξει την πραγματογνωμοσύνη στα θέματα που (του) όρισε το δικαστήριο˗ και αφετέρου στην πραγματογνωμοσύνη (η οποία συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα, τον οποίο διόρισε το δικαστήριο για να συντάξει αυτή την πραγματογνωμοσύνη) για τα ορισθέντα (από το δικαστήριο) θέματα, και με βάση την οποία θα πρέπει να διαφοροποιείται η από νομικής επόψεως θεώρηση του διορισθέντος πραγματογνώμονος από τη θεώρηση της (συνταχθείσας) πραγματογνωμοσύνης. Με βάση αυτή τη σαφή θέση / ρύθμιση του ΚΠολΔ ο πραγματογνώμων είναι, όπως σαφώς επισημαίνει ο Γ.Θ. Ράμμος, βοηθός του δικαστού[10] (και προφανώς όχι αποδεικτικό μέσο). Περαιτέρω με βάση την ίδια σαφή θέση/ρύθμιση του ΚΠολΔ η (από τον πραγματογνώμονα συνταχθείσα) πραγματογνωμοσύνη είναι, όπως σαφώς επισημαίνει επίσης ο Γ. Θ. Ράμμος, «μέσον αποδείξεως τόσον από τυπικής, όσον και από ουσιαστικής πλευράς»[11]. Δηλαδή δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, απολύτως ακριβές να αποδίδεται στον Γ. Θ. Ράμμο, η άποψη ότι προσήκει η «αναγνώριση στους πραγματογνώμονες διπλής ιδιότητας», διότι ο Ράμμος δεν λέει ότι οι πραγματογνώμονες είναι από πλευράς νομικής φύσεως εν ταυτώ και βοηθοί του δικαστού και αποδεικτικό μέσο (δηλαδή ότι έχουν τη διπλή δικονομική ιδιότητα τόσο του βοηθού του δικαστού, όσο και του αποδεικτικού μέσου). Ο Γ. Θ. Ράμμος εν όψει και της σαφούς θέσεως/ρυθμίσεως του ΚΠολΔ σαφώς διαχωρίζει τη νομική φύση του πραγματογνώμονος, τον οποίο χαρακτηρίζει ως «βοηθό του Δικαστού», από τη νομική φύση της πραγματογνωμοσύνης, την οποία χαρακτηρίζει ως «μέσον αποδείξεως». Ο (από το δικαστήριο διορισθείς) πραγματογνώμων ˗ως, από πλευράς νομικής του φύσεως, «βοηθός του δικαστού» ˗ συντάσσει την πραγματογνωμοσύνη στα όρια και στα θέματα που του όρισε το δικαστήριο και αυτή η πραγματογνωμοσύνη συνιστά, από πλευράς νομικής της φύσεως, «μέσον αποδείξεως» και μάλιστα «επώνυμο». Η καθοριστική αυτή άποψη υιοθετείται και από εμένα στην παρούσα μελέτη, με την έννοια δηλαδή (από την οπτική γωνία της νομικής φύσεως) ότι ο μεν πραγματογνώμων είναι «βοηθός του δικαστού» και η δε πραγματογνωμοσύνη είναι «μέσο αποδείξεως». Αυτή η άποψη δεν σημαίνει ˗ούτε πρέπει να παρανοείται προς την κατεύθυνση˗ ότι εν προκειμένω υιοθετείται ˗δήθεν˗ η εν ταυτώ «διπλή ιδιότητα» των πραγματογνωμόνων, που θα συνιστούσε μια σαφή παρανόηση της ως άνω απόψεως. Αντιθέτως κατά την άποψη αυτή, την οποία θεωρώ και ορθότερη, άλλη είναι η νομική φύση του την πραγματογνωμοσύνη συντάσσοντος πραγματογνώμονος, ο οποίος είναι βοηθός του δικαστού, και άλλη είναι η νομική φύση της από τον πραγματογνώμονα συνταχθησομένης/συντασσομένης/συνταχθείσας (εκθέσεως) πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι αποδεικτικό μέσο. Άλλωστε αντίστοιχη είναι και η θεώρηση/συστηματική κατάταξη από πλευράς Νομικής Φύσεως τής στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας διεξαγόμενης/διεξαχθείσας αυτοψίας. Αποδεικτικό μέσο δεν είναι ο δικαστής, ο οποίος διενεργεί την αυτοψία και συντάσσει την έκθεση αυτοψίας, αλλά αυτή καθ’ εαυτή η αυτοψία, η οποία διενεργείται από το δικαστή (και στην πραγματικότητα η έκθεση αυτοψίας, η οποία συντάσσεται επί τη βάσει της διεξαχθείσας αυτοψίας από τον διενεργήσαντα την αυτοψία δικαστή).
1.2. Από πλευράς συγκριτικού δικονομικού δικαίου μπορούν να γίνουν οι αντίστοιχες επισημάνσεις[12]. Στην Αυστρία υιοθετείται η άποψη για τη «διπλή ιδιότητα», ή άλλως για τη «διπλή θέση» του πραγματογνώμονος στη δίκη («Doppelstellung im Prozess»)[13]. Με βάση αυτή την άποψη ο πραγματογνώμων είναι αφενός «βοηθός του δικαστηρίου» («Gehilfe des Gerichts») και αφετέρου αποδεικτικό μέσο («Beweismittel»)[14]. Αυτή η άποψη περί της «διπλής ιδιότητας» («Doppelstellung») υιοθετείται και στην κατ’ άρθρο ερμηνεία των Fasching/Konecny (στην τρίτη της έκδοση), όπου επίσης γίνεται λόγος αφενός για «βοηθό» («Gehilfe») ή για «συνεργάτη του δικαστηρίου» («Mitarbeiter des Gerichts») και αφετέρου για «αποδεικτικό μέσο» («Beweismittel»)[15]. Με ελαφρώς διαφοροποιημένη διατύπωση επισημαίνει, ο W. Rechberger, ότι ο πραγματογνώμων είναι «σε πρώτη γραμμή συνεργάτης του δικαστηρίου» («… in erster Linie Mitarbeiter des Gerichts») και «μόνο σε δεύτερη γραμμή (προσωπικό) αποδεικτικό μέσο» [«….und erst in zweiter Linie (persönliches) Beweismittel»][16].
1.3. Στην Ελβετία πριν από τη νέα (ομοσπονδιακή) ελβετική Πολιτική Δικονομία χαρακτηριζόταν ο πραγματογνώμων −με βάση την Πολιτική Δικονομία του Καντονίου της Ζυρίχης, αλλά και γενικότερα− ως «βοηθός» του δικαστηρίου» («…Gehilfe des Gerichtes…»[17], ή κατά διαφορετική διατύπωση «Richtergehilfe»)[18]. Και μετά τη θέση σε ισχύ της νέας (ομοσπονδιακής) ελβετικής Πολιτικής Δικονομίας εξακολουθεί να υποστηρίζεται η ίδια άποψη, δηλαδή ότι πρόκειται για «βοηθό του δικαστηρίου»,[19] ή κατ’ άλλη ακριβέστερη διατύπωση για «βοηθό του δικαστηρίου ως προς την έκδοση αποφάσεως» ή για «βοηθητικό πρόσωπο του δικαστηρίου»[20], το οποίο όμως σε κάθε περίπτωση λειτουργεί, ή άλλως ενεργοποιείται, ως πραγματογνώμων με βάση το διορισμό του από το δικαστήριο στο πλαίσιο μιας «έννομης σχέσεως δημοσίου δικαίου»[21].
1.4. Στη Γερμανία κατά την απολύτως κρατούσα άποψη θεωρείται, ότι ο πραγματογνώμων είναι «σύμβουλος» («Berater») του δικαστού[22] ή κατά διαφορετική διατύπωση «βοηθός» («Gehilfe» ή «Helfer») του δικαστηρίου[23]. Ταυτοχρόνως όμως τονίζεται, αφενός, ότι ο πραγματογνώμων είναι «αποδεικτικό μέσο» («Beweismittel»)[24] και αφετέρου ότι με το διορισμό του από το δικαστήριο καθιδρύεται μια «δημοσίου δικαίου έννομη σχέση» («…öffentlich-rechtliches Verhältnis») μεταξύ του διορισθέντος πραγματογνώμονος και της Πολιτείας ως φορέως της δικαιοδοσίας[25].
1.5. Στο πεδίο του Γαλλικού Αστικού Δικονομικού Δικαίου δεν φαίνεται να υιοθετείται η άποψη περί της νομικής φύσεως του πραγματογνώμονος ως βοηθού του δικαστού ή όχι. Τόσο ο Γ. Θ. Ράμμος με αναφορά στην προϊσχύσασα γαλλική Πολιτική Δικονομία δεν κάνει κάποιο λόγο για το θέμα αυτό[26], ενώ αντιθέτως τονίζει το θέμα της νομικής φύσεως του πραγματογνώμονος από την οπτική γωνία της γερμανικής Πολιτικής Δικονομίας[27], όσο και ο L.Cadiet υποβαθμίζει (ή −κατ’ άλλη διατύπωση− αποστασιοποιείται από) την άποψη περί των «auxiliaires de justice» («βοηθών της δικαιοσύνης») και τονίζει εμφαντικώς, ότι «η λειτουργία του πραγματογνώμονος δεν είναι λοιπόν παρά ένας τίτλος»[28].
1.6. Και στο πεδίο του ενωσιακού δικονομικού δικαίου προβλέπεται στον Οργανισμό και στον Κανονισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, καθώς και στον Κανονισμό του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης στο πλαίσιο της διαδικασίας αποδείξεως (άρθρα 25, 28, 29, 30, 32 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, άρθρα 64 και 70-73 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και τέλος άρθρα 91 και 96-100 του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως)[29]. Το θέμα της νομικής φύσεως του πραγματογνώμονος δεν φαίνεται πάντως να αποτελεί ιδιαίτερο αντικείμενο συζητήσεως.
Αν και κατά την κρατούσα διδασκαλία από πλευράς νομικής φύσεως της λειτουργίας του πραγματογνώμονος ο πραγματογνώμων είναι βοηθός του δικαστού, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται/αγνοείται εν προκειμένω, ότι ο πραγματογνώμων δεν ενεργοποιείται τρόπον τινά αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο εφόσον ο δικαστής - ή άλλως το δικαστήριο - διατάξει πραγματογνωμοσύνη και ορίσει προς τούτο ειδικό πραγματογνώμονα. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό, ότι ακόμα και μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως με το ν. 2915/2001, η δημιουργία, η χρήση ή άλλως η επίκληση του αποδεικτικού μέσου της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν επαφίεται στην πρωτοβουλία των διαδίκων, ούτε πολύ περισσότερο επιβάλλεται ˗ούτε βεβαίωςεπαφίεται˗ ευθέως από το νόμο στους διαδίκους να προσκομίσουν την έκθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης ανάλογα με την κατά καιρούς ρύθμιση πριν από, ή κατά, ή μετά τη συζήτηση της υποθέσεως. Η αποκλειστική αρμοδιότητα για να διεξαχθεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη παραμένει στο δικαστήριο. Και είναι βέβαια αυτονόητο, ότι λόγω αυτής της χαρακτηριστικής διαλεκτικής και λειτουργικής σχέσεως μεταξύ του δικαιοδοτούντος οργάνου −ως αρμοδίου αποκλειστικώς οργάνου για να διατάξει/ αποφασίσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης− και της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης δεν ήταν δυνατόν εν προκειμένω να βρει πλήρη/απόλυτη έκφραση στην αντίστοιχη ρύθμιση και η γνωστή έμμονη ιδεοληψία του νόμου 2915/2001 και των συντακτών του περί ολοσχερούς καταργήσεως της πρωτοβουλίας/ευχέρειας του δικαστηρίου να διατάξει με την έκδοση κάποιας αποφάσεως −είτε προδικαστικής περί αποδείξεως αποφάσεως, είτε οποιασδήποτε άλλης μορφής αποφάσεως− τη διεξαγωγή δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, γεγονός που τους «ανάγκασε» να προβλέψουν τουλάχιστον ως προς την πραγματογνωμοσύνη με ειδική προς τούτο διάταξη στο άρθρο 270 ΚΠολΔ −η οποία όμως καταργήθηκε με τον ν. 4335/2015− ότι ειδικά για την πραγματογνωμοσύνη και την αυτοψία το «δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά» (καταργηθέν άρθρο 270 § 4 εδ. α' ΚΠολΔ).
Βεβαίως, οι διάδικοι δεν στερούνται της δυνατότητας να ζητήσουν οι ίδιοι τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, αλλά το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το αίτημα αυτό, δεδομένου ότι επαφίεται στην ευχέρειά του να κρίνει, αν θα διατάξει ή όχι πραγματογνωμοσύνη (άρθρ. 368 ΚΠολΔ). Πλην όμως, τόσο η διάταξη της § 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ — σύμφωνα με την οποία το «δικαστήριο μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κατά τη κρίση του πρόκειται για ζητήματα για την αντίληψη των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης»[30]- όσο και η διάταξη της § 2 του άρθρου 368 ΚΠολΔ - σύμφωνα με την οποία το «δικαστήριο υποχρεούται … να διορίσει πραγματογνώμονος, αν ζητηθεί αυτό από κάποιον από τους διαδίκους και κατά την κρίση του απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης»[31] - επαφίουν τελικά στην κρίση του δικαστηρίου τη διενέργεια ή μη της πραγματογνωμοσύνης, προβλέποντας όμως ταυτόχρονα, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν ταυτόχρονα κρίνει, ότι δεν απαιτούνται απλώς και μόνον ειδικές, αλλά πολύ περισσότερο ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης[32],[33]. Μόνο στην περίπτωση της συμφωνίας διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης[34], κατά την οποία τα μέρη ή άλλως οι διάδικοι αναθέτουν ή έχουν αναθέσει σε διαιτητή να προβεί με τρόπο δεσμευτικό στον «καθορισμόν της αξίας πράγματος ή περιουσιακού στοιχείου ή του μεγέθους και της εκτάσεως ζημίας τινός περί του οποίου υφίσταται αμφισβήτησις και έρις μεταξύ δύο ή πλειόνων προσώπων»[35], έχουν τα μέρη τη δυνατότητα να δεσμεύσουν το δικαστήριο, με την έννοια, δηλαδή, ότι εν προκειμένω πρόκειται στην πραγματικότητα για συμφωνία των μερών, τα οποία «καταρτίζουν ουσιαστικώς μια αποδεικτική σύμβαση με αντικείμενο τη δεσμευτική διαπίστωση του πραγματικού μέρους ορισμένης διαφοράς»[36]. Πρόκειται εν προκειμένω για συμφωνία που αποτελεί έκφραση της «αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως»[37].
Οι εξουσίες του πραγματογνώμονος διαγράφονται επακριβώς από το νόμο και τη συγκεκριμένη −αναλόγως (με βάση και την ορολογία των κατά καιρούς αντιστοίχων νομοθετικών ρυθμίσεων) – απόφαση/πράξη/διάταξη/ ανακοίνωση του δικαστηρίου, με την οποία διατάσσεται η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και διορίζεται ο συγκεκριμένος πραγματογνώμων.
3.1. Πριν από το ν. 2915/2001 προβλεπόταν, ότι η δικαστική απόφαση ή αντίστοιχα η πράξη με την οποία διατάσσεται η πραγματογνωμοσύνη και διορίζεται ο πραγματογνώμων πρέπει να καθορίζει εκτός των άλλων - δηλαδή θέμα αποδείξεως κλπ. - και το όνομα του πραγματογνώμονος ή τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, καθώς και τα ζητήματα για τα οποία θα πρέπει να γνωμοδοτήσουν (άρθρο 370 §1 σε συνδυασμό με το άρθρο 341 §2 ΚΠολΔ, όπως αυτά τα άρθρα ίσχυαν πριν από το νόμο 2915/ 2001).
3.2. Με το νόμο 2915/2001 καταργήθηκαν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 370 §1 και 341 §2 ΚΠολΔ, παρέμεινε όμως η ‒μεταγενεστέρως μετο ν. 4335/2015 καταργηθείσα‒ διάταξη του άρθρου 270 § 4 ΚΠολΔ, η οποία προέβλεπε, ότι η προφορική ανακοίνωση με την οποία διατάσσεται η πραγματογνωμοσύνη - και η οποία πρέπει να καταχωρίζεται στα πρακτικά - πρέπει να προσδιορίζει τον τόπο, τον χρόνο, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης και τέλος την προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδοτήσεως των πραγματογνωμόνων.
3.3. Και οι μετά το ν. 2915/2001 νομοθετικές τροποποιήσεις[38] επέδρασαν σε πολλά θέματα που συνδέονται με την δομή, την κατανόηση και τη λειτουργία του αποδεικτικού μέσου της Πραγματογνωμοσύνης. Σημαντικές τροποποιήσεις είχαν προβλεφθεί και στην «Πρόταση Σχεδίου Νόμου», την οποία είχεν συντάξει η «Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την Αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»[39]. Πέραν της προταθείσας ήδη τότε ευστοχότερης −κατά την άποψή μου− αναδιατυπώσεως του άρθρου 270 § 4[40] προβλεπόταν επιπλέον (με το άρθρο 30 της ως άνω Προτάσεως Σχεδίου Νόμου) και η προσθήκη δύο νέων παραγράφων (δηλαδή των §§ 7 και 8) στο άρθρο 270 ΚΠολΔ[41]. Οι νομοθετικές προτάσεις ως προς τη ρύθμιση της Πραγματογνωμοσύνης της ως άνω Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής υιοθετήθηκαν και από την αμέσως χρονικώς επόμενη «Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας» στο από αυτή συνταχθέν «Σχέδιο Νόμου»[42]. Τις νομοθετικές αυτές προτάσεις των δύο ως άνω Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών αντιστοίχως στην «Πρόταση Σχεδίου Νόμου» του έτους 2008 και στο «Σχέδιο Νόμου» του έτους 2009 υιοθέτησε σχεδόν mot à mot και ο ν. 3994/2011 (χωρίς όμως να γίνεται αναφορά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της προελθούσας από τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 νέας Κυβερνήσεως, ότι επρόκειτο για διατάξεις, οι οποίες είχαν ήδη προταθεί στην «Πρόταση Σχεδίου Νόμου» του έτους 2008 και στο «Σχέδιο Νόμου» του έτους 2009 από τις ως άνω προηγούμενες Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές επί της προηγουμένης Κυβερνήσεως). Σύγχυση δημιούργησαν οι τροποποιήσεις του −ούτως ή άλλως ιδιαιτέρως προβληματικού − νόμου 4335/2015 −τον οποίο ως γνωστόν με δημοψήφισμα απέρριψε και το σύνολο σχεδόν του Δικηγορικού Σώματος− ο οποίος εκτός του ότι κατά κάποιο τρόπο «υποβάθμιζε» διαδικαστικά την Πραγματογνωμοσύνη μεταθέτοντας την δυνατότητα για τυχόν μεταγενεστέρως διατασσομένη διεξαγωγή της με απόφαση του δικαστηρίου στην τυχόν διατασσομένη επανάληψη της συζητήσεως κατ’ άρθρον 254 ΚΠολΔ, καθιέρωνε στην πραγματικότητα ˗όπως άλλωστε και σε άλλα κρίσιμα θέματα (λ.χ. στην άσκηση της αγωγής κατά τα άρθρα 215 και 237 ΚΠολΔ) ˗ de iure δύο διαφορετικούς τρόπους για την από το δικαστήριο διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης στην Τακτική Διαδικασία (άρθρο 254 ΚΠολΔ) και στις Ειδικές Διαδικασίες (άρθρο 591 § 4 ΚΠολΔ)[43].
3.4. Με το ν. 4842/2021 τροποποιήθηκε προς την ορθή κατεύθυνση −σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ν. 4335/2015− και ο δικονομικός/δικαιοδοτικός τρόπος της μετά από πρωτοβουλία του δικαστηρίου διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης ως ακολούθως: Αφενός με το άρθρο 12 του ν. 4842/2021 εντάχθηκε στο άρθρο 237 ΚΠολΔ (στην § 8, εδάφια 5 επ.) η ακόλουθη ρύθμιση για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης: «… Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη στην οποία προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο… Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή των διαδίκων ή την κατάθεση της έκθεσης αυτοψίας ή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Η ως άνω διάταξη ανακαλείται είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με αίτηση των διαδίκων». Αφετέρου με το άρθρο 15 του ν. 4842/2021 διαγράφηκαν από το πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 254 ΚΠολΔ οι λέξεις «…ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο», με συνέπεια η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης να μην μπορεί πλέον να διαταχθεί κατά το διαδικαστικό στάδιο που αφορά η διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, δηλαδή κατά την επανάληψη της συζήτησης με βάση το ώς άνω άρθρο 254 ΚΠολΔ. Με αναφορά στη νομοθετική αυτή μεταρρύθμιση επισημάνθηκαν από πλευράς νομολογίας τα ακόλουθα[44]: «Με την τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 254 ΚΠολΔ επανέρχεται η ρύθμιση που ίσχυε πριν τη νομοθετική της μεταρρύθμιση με το ν. 2915/2001 και ν. 3994/2011 ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής της και καταργείται η δυνατότητα έκδοσης μη οριστικής απόφασης για επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθούν αποδείξεις, η οποία είχε ουσιαστικά επιβληθεί από τον ν. 2915/2001, ως διέξοδος μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης και την καθιέρωση μιας συζήτησης της υπόθεσης, αλλοιώνοντας το περιεχόμενό της. Σκοπός της κατάργησης εκείνης ήταν η προσπάθεια άμβλυνσης της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης στον πρώτο βαθμό, λόγω της έκδοσης μη οριστικής απόφασης, κατάθεσης νέας κλήσης και νέας συζήτησης μετ’ απόδειξη της υπόθεσης. Με την παρ. 8 το άρθρου 237 ΚΠολΔ, όπως ισχύει τροποποιηθείσα, διατάσσεται, εφόσον κριθεί απολύτως αναγκαίο από τη μελέτη της δικογραφίας, με διάταξη του δικαστηρίου (όχι μόνο του προέδρου επί πολυμελούς δικαστηρίου) η επανάληψη της συζήτησης ενώπιον του ορισμένου για τον σκοπό αυτό δικαστή, η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, με σκοπό και πάλι την άμβλυνση του χρονοβόρου της εξέλιξης της διαδικασίας. Μάλιστα, κατά την αιτιολογική έκθεση με την κατάργηση το άρθρου 254 το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διάταξη σε υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, χωρίς να απαιτείται νέα συζήτηση της υπόθεσης. Ωστόσο, η εφαρμογή της ως άνω τροποποίησης καθίσταται ιδιαιτέρως προβληματική στην τακτική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ειδικά μετά την τροποποίηση του άρθρου 524 ΚΠολΔ, το οποίο ευθέως παραπέμπει στην εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Το προβληματικό έγκειται στο γεγονός ότι στις υποθέσεις που δικάζονται αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία αφενός δεν είναι υποχρεωτική η προφορικότητα της διαδικασίας, αφετέρου δεν υφίσταται υποχρέωση προκατάθεσης προτάσεων και σχετικών εγγράφων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ώστε ο δικαστής του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να δύναται να αξιολογήσει τους σχετικούς ισχυρισμούς και να επισκοπήσει τα αποδεικτικά μέσα, ώστε να διαπιστώσει την ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας και συνακόλουθα σχετικής διάταξης, την οποία και να εκδώσει, όπως προκύπτει κατ’ αντιδιαστολή από την αιτιολογική έκθεση επί της παρ. 8 του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Επομένως, λόγω του ανέφικτου της δικονομικής εφαρμογής της διάταξης της παρ. 8 του άρθρου 237 ΚΠολΔ όπως ισχύει, στις περιπτώσεις που κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη (που στο εφετείο είναι στάδια που έπονται της συζήτησης της υπόθεσης) ανακύπτει ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας, θα πρέπει να εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 368 ΚΠολΔ ως δημιουργούμενο αποδεικτικό κενό που χρειάζεται να καλυφθεί με τη συνδρομή επιστήμονα με ειδικές γνώσεις (ΜΕφΑθ 447/2022 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠατ 382/2022 ΝΟΜΟΣ)».
3.5. Σημαντικές τροποποιήσεις επέφερε στα ως άνω θέματα της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης ο νέος ν. 5221/2025. Με το νέο ν. 5221/2025 η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης παρέμεινε από νομοτεχνικής και συστημικής επόψεως στη ρύθμιση του άρθρου 237 ΚΠολΔ και το ζήτημα ως προς το αν διενεργηθεί/διαταχθεί ή όχι δικαστική πραγματογνωμοσύνη επαφίεται αφενός στην πρωτοβουλία του δικαστού και αφετέρου στο πολυμελές δικαστήριο (νέο άρθρο 237, §§ 3,5,6 και 8).
3.5.1. Κατά το άρθρο (νέο) 237 § 3 ΚΠολΔ (με βάση το ν. 5221/2025) ο δικαστής «δύναται να εκδώσει διάταξη, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης».
3.5.2. Περαιτέρω με τη διάταξη της § 5 του (νέου) άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζονται τα ακόλουθα: «5. Αν με τη διάταξη διατάχθηκε η εξέταση μαρτύρων, αυτοί εξετάζονται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Είναι δυνατή η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων και με ηλεκτρονικά μέσα, με σύγχρονη μετάδοση στην αίθουσα συνεδρίασης. Αν με τη διάταξη κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, ορίζεται με αυτή ο χρόνος διενέργειας της αυτοψίας ή ο πραγματογνώμονας που πρόκειται να διεξάγει την πραγματογνωμοσύνη και η προθεσμία όρκισης και κατάθεσής της από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Η διάταξη κοινοποιείται στους διαδίκους και στον πραγματογνώμονα αμελλητί, ακόμη και με ηλεκτρονική ταχυδρομείο, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου. Εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της διάταξης προτείνονται από τους διαδίκους τυχόν λόγοι εξαίρεσης ή αίτημα αντικατάστασης από τον πραγματογνώμονα. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι εφικτό να κατατεθεί εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο, το δικαστήριο μπορεί, και αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει τη διενέργειά της. Η αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων γίνεται με προσθήκη μέχρι τη δωδεκάτη (12.00) ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η ίδια προθεσμία αξιολόγησης ισχύει και για τη διαταχθείσα αυτοψία, από τον χρόνο διενέργειάς της, ή την πραγματογνωμοσύνη, από τον χρόνο λήξης της προθεσμίας κατάθεσής της. Επαναληπτική συζήτηση στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα».
3.5.3. Τέλος με την § 8 του (νέου) άρθρου 237 ΚΠολΔ ορίζονται τα ακόλουθα: «Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στην περίπτωση της παρ. 6, καθώς και στην περίπτωση έκδοσης διάταξης των άρθρων 249 και 250 το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, με αντίστοιχη διάταξή του, εφαρμοζόμενης αναλόγως της παρ. 5».
3.5.4. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό −αρνητικό κατά τη γνώμη μου− της νέας ρυθμίσεως που εισήχθη με το ν. 5221/2025 ως προς τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη είναι (και) ότι ενώ σε όλες (σχεδόν) τις μέχρι τώρα ισχύσασες σχετικές ρυθμίσεις προβλεπόταν, ρητώς, ότι η προθεσμία για την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης, η οποία (θα) οριζόταν από το δικαστή/δικαστήριο, «δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες» −έτσι λ.χ. και το (προϊσχύσαν) άρθρο 237§8, εδ. 5 επ. υπό την ισχύ του ν. 4842/2021− στην αντίστοιχη νέα ρύθμιση με βάση το ν. 5221/2025 δεν προβλέπεται ρητώς κάποια συγκεκριμένη ανώτατη προθεσμία (ενεργείας) την οποία θα πρέπει να θέσει ο δικαστής/το δικαστήριο για την κατάθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται με βάση το νέο Νόμο 5221/2025 από τον δικαστή/δικαστήριο. Ανεξαρτήτως του ότι αυτή η παράλειψη δεν φαίνεται αν είναι συνειδητή ή όχι, συνιστά σε κάθε περίπτωση κατά τη γνώμη μου ένα νομοθετικό λάθος. Επομένως με βάση το γράμμα του νόμου −και ειδικότερα της διατάξεως της § 5 του (νέου) άρθρου 237 ΚΠολΔ −ο δικαστής δεν δεσμεύεται όσον αφορά την πρόβλεψη για ανώτατη προθεσμία ή άλλως για το ανώτατο/απώτατο χρονικό σημείο της προθεσμίας για την κατάθεση της διαταχθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, με συνέπεια δηλαδή ο δικαστής να μπορεί εν προκειμένω να ορίσει προθεσμία οποιασδήποτε διάρκειας για την κατάθεση της διαταχθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να δεσμεύεται από το νόμο για (να θεσπίσει) κάποιο ως προς την κατάθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης ανώτατο χρονικό όριο, με −προφανώς− μόνο απώτατο χρονικό όριο καταθέσεως της εκθέσεως της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης εκείνο το απώτατο χρονικό όριο, το οποίο θα είναι συμβατό (και θα συναρτάται) με το απώτατο χρονικό όριο, το οποίο ορίζει το (νέο) άρθρο 307 ΚΠολΔ για την έκδοση της οικείας δικαστικής αποφάσεως −με βάση το νέο νόμο 5221/2025− και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί η με βάση την κατατεθησομένη/κατατεθείσα έκθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης εκδοθησομένη απόφαση να εκδοθεί εντός της προθεσμίας, την οποία ορίζει το (νέο) άρθρο 307 ΚΠολΔ.
3.5.5. Αντίστοιχη παράλειψη παρατηρείται και στη νέα διάταξη της § 8 του (νέου) άρθρου 237 ΚΠολΔ, όπου για την οικεία στην παράγραφο αυτή ρυθμιζομένη περίπτωση προβλέπεται ρητώς, ότι «το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων ή των διαδίκων, σε ημερομηνία που δεν απέχει πάνω από δύο (2) μήνες από τη συζήτηση, ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, με αντίστοιχη διάταξή του, εφαρμοζομένης αναλόγως της παρ. 5» με συνέπεια να ανακύπτει αυτομάτως το κρίσιμο ερώτημα, αν η ως άνω ανώτατη προθεσμία των δύο (2) μηνών «από τη συζήτηση», η οποία όμως χωρίζεται με ένα κόμμα από τις επόμενες λέξεις «,ή αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη,», ισχύει ή όχι −κατ’ ανάλογο εφαρμογή− και στην περίπτωση της, κατά την ως άνω παράγραφο, διατάξεως (της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης) από το δικαστήριο, το οποίο δίκασε την υπόθεση (και αποφάσισε για τη διενέργεια της συγκεκριμένης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης). Με βάση το σαφές γράμμα του νόμου η θεώρηση, ότι η ως άνω προθεσμία των δύο (2) μηνών ισχύει κατ’ ανάλογο εφαρμογή και για την περίπτωση της διατάξεως διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δυσχερώς μπορεί να γίνει δεκτή, οπότε θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να θεωρηθεί, ότι και στην περίπτωση αυτή της ως άνω § 8 του (νέου) άρθρου 237 ΚΠολΔ το δικαστήριο δεν δεσμεύεται αμέσως από πλευράς θεσπίσεως προθεσμίας ως προς το ανώτατο χρονικό όριο καταθέσεως της εκθέσεως της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, με συνέπεια και εν προκειμένω το αντίστοιχο ανώτατο χρονικό όριο για την κατάθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης να συμπροσδιορίζεται εμμέσως από το ανώτατο/απώτατο χρονικό όριο, το οποίο ορίζει ο νόμος στο άρθρο 307 ΚΠολΔ για την έκδοση της αντίστοιχης δικαστικής αποφάσεως.
3.6. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και με βάση όλες τις τροποποιήσεις των τελευταίων 25 χρόνων, δεδομένο είναι ότι ˗όπως άλλωστεκαι με βάση το αρχικό κείμενο του ΚΠολΔ 1968˗ ναι μεν ο πραγματογνώμων είναι ελεύθερος να εκφράσει και να διατυπώσει τις επιστημονικές κρίσεις που του υπαγορεύει με βάση την αντίστοιχη επιστημονική του ειδίκευση η επιστημονική του συνείδηση, πλην όμως το θέμα ή τα θέματα της πραγματογνωμοσύνης δεν τα προσδιορίζει — ούτε είναι ελεύθερος να τα προσδιορίσει - ο ίδιος ο πραγματογνώμων, αλλά ο τελευταίος δεσμεύεται από το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, όπως αυτό προσδιορίζεται −ανάλογα με την ορολογία της κατά καιρούς ισχύουσας/ισχύσασας ρυθμίσεως στον ΚΠολΔ− από την απόφαση/πράξη/ανακοίνωση/διάταξη, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
Ο κυριαρχικός ρόλος του δικαστηρίου στα θέματα της πραγματογνωμοσύνης δεν εξαντλείται μόνο στην απόφασή του για διενέργεια ή μη πραγματογνωμοσύνης, στον ορισμό του πραγματογνώμονος - και ποίου συγκεκριμένου πραγματογνώμονος - καθώς εν τέλει και στον καθορισμό του συγκεκριμένου θέματος πραγματογνωμοσύνης. Ο κυριαρχικός ρόλος του δικαστηρίου και αντίστοιχα ο εκτελεστικός και «υπηρετικός» ρόλος του πραγματογνώμονος επεκτείνεται και σε πολλά άλλα ζητήματα και επί μέρους θέματα και ιδίως ως προς τις ειδικότερες δεσμεύσεις και εξουσίες του πραγματογνώμονος. Πρέπει να επισημανθεί εν προκειμένω, ότι ο πραγματογνώμων δεν έχει «ελεύθερο πεδίο δράσεως», αλλά περιορίζεται από τις σχετικές διατάξεις του νόμου και από τις εξουσίες που του παρέχει η απόφαση ή ανακοίνωση του δικαστηρίου που τον διόρισε πραγματογνώμονα ορίζοντας ταυτόχρονα και το θέμα της πραγματογνωμοσύνης. Οι ειδικότερες εξουσίες και δεσμεύσεις του πραγματογνώμονος καθορίζονται στα βασικά τους σημεία από τις ακόλουθες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας: Άρθρο 379 ΚΠολΔ: «1. Το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντα τους και ορίζει ιδίως α) αν κρίνει αναγκαίο να παραστούν σε διαδικαστικές πράξεις και σε ποιες, β) αν η πραγματογνωμοσύνη θα ενεργηθεί ενώπιόν του ή από μόνους τους πραγματογνώμονες. 2. Τις εξουσίες της παραγράφου 1 έχει και το δικαστήριο που ύστερα από αίτηση ή παραγγελία ενεργεί διαδικαστικές πράξεις που αναφέρονται στην πραγματογνωμοσύνη ή ο εντεταλμένος δικαστής, εφόσον δεν όρισε διαφορετικά το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση». Άρθρο 380 ΚΠολΔ: «1. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. 2. Το δικαστήριο του άρθρου 379 ή ο δικαστής μπορούν να επιτρέψουν στους πραγματογνώμονες να ζητήσουν, πριν συντάξουν τη γνωμοδότησή τους, διευκρινίσεις από τους διαδίκους ή πληροφορίες από τρίτους, ή να καταρτίσουν σχέδια ή ιχνογραφήματα, να πάρουν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις ή να κάνουν επιτόπια εφαρμογή τίτλων ή τεχνικές ενέργειες ή να εξετάσουν έγγραφα ή βιβλία εμπόρων ή επαγγελματιών.». Άρθρο 381 ΚΠολΔ: «Τις αποφάσεις των άρθρων 379 και 380 παρ. 2 τις λαμβάνει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή των πραγματογνωμόνων ή και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να κλητευθούν προηγουμένως οι διάδικοι ή οι πραγματογνώμονες. ».
Χαρακτηριστική και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα περίπτωση για τον κύκλο αυτό προβλημάτων είναι και κάποια συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία με δικαστική απόφαση ορίσθηκε πραγματογνώμων με την εντολή να «γνωμοδοτήσει, με αιτιολογημένη έκθεσή του, η οποία θα κατατεθεί, με σύνταξη σχετικής εκθέσεως, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την όρκισή του, και θα προσκομισθεί κατά την επαναληπτική συζήτηση της υποθέσεως α) αν οι φθορές των ελασμάτων του πλοίου «…» πρώην «…», στην έκταση που διαπιστώθηκαν με βάση τις παχυμετρήσεις ελασμάτων που έγιναν εις … της Ολλανδίας και εις … Πολωνίας το 1998, υπήρχαν κατά τη διενέργεια της ειδικής επιθεωρήσεως του πλοίου αυτού το 1994 στην …, β) αν, αντιθέτως, η διαφορά μεταξύ των παχυμετρήσεων ελασμάτων που διενεργήθηκαν το 1994 και των παχυμετρήσεων ελασμάτων που έλαβαν χώρα το 1998 δημιουργήθηκε κατά το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα, γ) αν η διαφορά αυτή ήταν τεχνικώς αναμενόμενη και εντός των ορίων φυσιολογικής φθοράς, δ) αν η διαφορά αυτή, στο μέτρο που ήταν εκτός φυσιολογικών ορίων, οφείλεται στον παροπλισμό του πλοίου, σε διαρροή ψυκτικού υγρού ή σε άλλη και ποια αιτία και ε) για κάθε σχετικό με τα παραπάνω ζητήματα περιστατικό που θα υποπέσει στην αντίληψή του και θα κρίνει αναγκαίο για την υποβοήθηση της κρίσεως του Δικαστηρίου στην επίλυση της προκειμένης διαφοράς, θα προσδιορίσει δε ο πραγματογνώμονας τις συγκεκριμένες ειδικές περιοχές του πλοίου που βρέθηκαν το 1998 οι φθορές, καθώς και τα αναφερόμενα στα ίδια επί μέρους τμήματα των περιοχών αυτών αποτελέσματα αφενός των παχυμετρήσεων ελασμάτων που διενεργήθηκαν το 1994 και αφετέρου των παχυμετρήσεων ελασμάτων που έλαβαν χώρα το 1998.».
5.1. Με αίτηση ενός εκ των διαδίκων αντικαταστάθηκε ο κατά τα ως άνω συγκεκριμένος διορισθείς πραγματογνώμων για λόγους υγείας με άλλο πραγματογνώμονα.
5.2. Ο νέος από το δικαστήριο διορισθείς πραγματογνώμων υπέβαλε όμως αντίστοιχα ειδικότερα ερωτήματα σε άλλο πρόσωπο (καθηγητή Α.Ε.Ι.), τα οποία είχαν ως ακολούθως: «ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ: 1) Η έντονη διάβρωση που μετρήθηκε το 1998 στα ελάσματα και ενισχυτικά καταστρωμάτων και εξωτερικού περιβλήματος σε όλες τις περιοχές της συμβολής των ενδιαμέσων καταστρωμάτων μετά του εξωτερικού περιβλήματος των χώρων φορτίου, όπως αυτή αναγράφεται στις αντίστοιχες Εκθέσεις παχυμετρήσεων, είναι δυνατόν να προϋπήρχε έστω και σε μικρότερο βαθμό κατά το 1994 (πριν από τέσσερα χρόνια) και άρα να διέλαθε της προσοχής των τότε παχυμετρήσεων αφού δεν δίδονται καθόλου ανάλογες μετρήσεις στην αντίστοιχη Έκθεσή τους; 2) Είναι δυνατόν η ανωτέρω έντονη διάβρωση, που μετρήθηκε στις παραπάνω περιοχές του πλοίου κατά το 1998, να προκλήθηκε στο χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών (1994-1998) ή μήπως αυτή εξελίχθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια της ζωής του πλοίου (επί 24 έτη), συνεπεία της συμπύκνωσης των υδρατμών στο εξωτερικό των σωληνώσεων και της συσσώρευσής τους στις παραπάνω περιοχές ή από άλλη αιτία; 3) Στη περίπτωση που η εν λόγω φθορά προκλήθηκε στο χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών, ποίο το αίτιο που την προκάλεσε; Μπορεί αυτή να προκλήθηκε από το ψυκτικό υγρό, που κυκλοφορούσε στους σωλήνες μεταφοράς της ψύξης στους χώρους φορτίου, από τυχόν διαρροές του; Το ψυκτικό υγρό ήταν διάλυμα CaCi (brine). Ποιες είναι οι πρόσθετες χημικές ουσίες που αναμιγνύονται με το ψυκτικό υγρό προκειμένου να περιορίσουν την αλκαλικότητά του και συνεπώς να εξουδετερώσουν (και σε ποιο βαθμό) τις διαβρωτικές του ιδιότητες;».
5.3. Ο θέσας τα ερωτήματα αυτά νέος διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμων επισήμανε στο τρίτο αυτό πρόσωπο προς το οποίο έθεσε τα ως άνω ερωτήματα και τα ακόλουθα: «Για την διερεύνηση των παραπάνω θεμάτων είμαι στη διάθεσή σας για κάθε συνεργασία. Επίσης, σας προσκομίζω τις εκθέσεις παχυμετρήσεων του 1994 και 1998, καθώς και σχέδια του πλοίου. Επίσης έχω στη διάθεσή σας κάθε άλλο στοιχείο που θα κριθεί απαραίτητο να υφίσταται στη δικογραφία που έχω ανά χείρας μου. Να σημειώσετε ότι δεν διαθέτω στοιχεία από το ιστορικό του πλοίου (records) πριν το 1994. Επίσης δεν διαθέτω στοιχεία από τις ετήσιες επιθεωρήσεις του πλοίου από το Νηογνώμονά του στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα 1994-1998, κατά το οποίο είχε ανανεωθεί η κλάση του πλοίου (υφίστανται τα σχετικά πιστοποιητικά)».
5.4. Στη συνέχεια αυτό το τρίτο πρόσωπο (προς το οποίο έθεσε τα ως άνω ερωτήματα ο −νέος− πραγματογνώμων που όρισε το δικαστήριο) συνεργάσθηκε, με δική του πρωτοβουλία, και με άλλο πρόσωπο και με το οποίο απέστειλε τελικώς από κοινού «Τεχνική Έκθεση» προς τον θέσαντα τα ερωτήματα (νέο) πραγματογνώμονα, ο οποίος −κάνοντας μάλιστα λόγο για την «εποικοδομητική συνεργασία» που είχε με αυτά τα δύο τρίτα πρόσωπα− υπέβαλε στη συνέχεια τη δική του έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία επισύναψε και τη γνωμάτευση αυτών των δύο τρίτων προσώπων.
Από τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ (ιδίως άρθρα 379, 380, 381), τα οποία ρυθμίζουν τα της πραγματογνωμοσύνης και τις εξουσίες του πραγματογνώμονος, συνάγεται αναμφίβολα, ότι ο πραγματογνώμων αφενός δεν έχει αυτογνωμόνως και αυτοτελώς −δηλαδή χωρίς άδεια του αρμοδίου δικαστηρίου− οποιαδήποτε εξουσία να ορίσει άλλον πραγματογνώμονα και αφετέρου δεν έχει εξουσία να εξουσιοδοτήσει άλλον πραγματογνώμονα ˗ήοποιοδήποτε άλλο τρίτοπρόσωπο˗ για να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα και τα ζητήματα που του έθεσε το δικαστήριο που τον όρισε ως πραγματογνώμονα ορίζοντας ταυτόχρονα και το θέμα της πραγματογνωμοσύνης. Επομένως μη νομίμως και αντίθετα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 368 επ. 371, 372 επ., 375 επ., 379 επ., 380 επ.) ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμων (μπορεί να) αναθέτει −χωρίς άδεια του αρμοδίου δικαστηρίου−σε τρίτο πρόσωπο να απαντήσει, εν είδει δικής του γνωμοδοτήσεως, σε ερωτήματα, τα οποία είναι/ήταν ταυτόσημα με τα ερωτήματα που έχουν/είχαν τεθεί προς αυτόν τον ίδιο στο πλαίσιο της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο.
Ο περιορισμός των εξουσιών του πραγματογνώμονος εκφράζεται σαφώς και με τη ρύθμιση που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 370 §2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η αντικατάσταση του ίδιου του πραγματογνώμονος γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. - δηλαδή με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων - είτε έπειτα από αίτηση μόνο των διαδίκων, είτε αυτεπαγγέλτως από το ίδιο το δικαστήριο. Ο ίδιος ο πραγματογνώμων - οποίος βεβαίως δεν έχει άλλωστε την ιδιότητα του διαδίκου - μόνος του «δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αιτήσεως αντικαταστάσεως, το δικαστήριο όμως λαμβάνοντας αφορμή από την άσκηση τέτοιας αιτήσεως, μπορεί κατά την εκδίκασή της, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης, να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως και να αποφασίσει την αντικατάσταση, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις»[45].
Ανακύπτει αναμφίβολα το ερώτημα, αν η τυχόν πρωτοβουλία του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονος να αναθέσει σε τρίτο πρόσωπο να απαντήσει σε θέματα της πραγματογνωμοσύνης, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως δήλωση, ή άλλως «ομολογία», του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονος περί της ιδίας αυτού «ανεπιτηδειότητας»/«ανικανότητας»/«επιστημονικής αναρμοδιότητας», «ανεπάρκειας», δηλαδή ελλείψεως στο πρόσωπό του των απαιτουμένων ειδικών επιστημονικών γνώσεων για να διατυπώσει επιστημονικές κρίσεις στα θέματα της συγκεκριμένης πραγματογνωμοσύνης που του ανατέθηκε από το δικαστήριο. Ως γνωστόν γίνεται δεκτό, γενικώς, ότι η επιλογή του επιστημονικά κατάλληλου προσώπου, για να συντάξει μία συγκεκριμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από τον κατάλογο ή όχι των πραγματογνωμόνων εναπόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας[46]. Άλλωστε γίνεται επίσης δεκτό, ότι τελικώς το κύρος της πραγματογνωμοσύνης δεν θίγεται από την επιστημονική ή οποιαδήποτε άλλη ακαταλληλότητα ή ανεπάρκεια του διορισθέντος πραγματογνώμονος και ότι το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του την πραγματογνωμοσύνη, έστω και αν τελικά θεωρήσει, ότι - προφανώς λόγω της επιστημονικής ακαταλληλότητας ή ανεπιτηδειότητας του συντάξαντος αυτήν πραγματογνώμονος - η συγκεκριμένη πραγματογνωμοσύνη δεν έχει αποδεικτική αξία[47]. Ανεξάρτητα πάντως από αυτή τη σε ένα ύστερο χρονικό σημείο «δικονομικά χαλαρή» αντιμετώπιση της πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε από έναν επιστημονικά ανεπιτήδειο ή μη κατάλληλο ή ανεπαρκή πραγματογνώμονα, δεν αμφισβητείται, ότι η «ανεπιτηδειότητα» του πραγματογνώμονος συνιστά λόγο αντικαταστάσεως αυτού[48], είτε όταν αυτή η ανεπιτηδειότητα προβάλλεται από (το) διάδικο, είτε −πολλώ μάλλον −από αυτόν τον ίδιο (τον διορισθέντα από το δικαστήριο) τον πραγματογνώμονα[49]. Πάντως κατά την άποψή μου η τυχόν πρωτοβουλία/ενέργεια του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονος, να αναθέσει σε τρίτο πρόσωπο να απαντήσει στα θέματα της πραγματογνωμοσύνης, θα μπορούσε να αποτελέσει, όπως επισημάνθηκε και αμέσως προηγουμένως, και βάση για την αντικατάστασή του από το δικαστήριο.
Οι διάδικοι μπορούν να χρησιμοποιούν τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπει ο ΚΠολΔ σύμφωνα με τους ειδικότερους ορισμούς του ΚΠολΔ, ο οποίος θέτει και τους κανόνες χρήσεως των αποδεικτικών μέσων[50]. Βασικός κανόνας εν προκειμένω είναι, ότι τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προβλέπονται από το νόμο και να έχουν αποκτηθεί νομίμως, με συνέπεια δηλαδή να απαγορεύεται η χρήση παρανόμων (μη νομίμως) αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων, ενώ μια ειδική αντίστοιχη απαγόρευση θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 § 3 του Συντάγματος, το οποίο ρητά προβλέπει, ότι απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος, δηλαδή με τρόπο που συνιστά προσβολή των προσωπικών δεδομένων[51]. Βέβαια ο ΚΠολΔ επιτρέπει πλέον συμπληρωματικά τη χρήση και αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο - στο πλαίσιο δηλαδή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο - και τούτο για να μπορεί να επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα από το δικαστήριο η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, χωρίς το τελευταίο να δεσμεύεται από τυπικές αποδεικτικής μορφής δικονομικές προδιαγραφές στη δικαιοδοτική του προσπάθεια για αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας. Αυτή η δικονομική χαλαρότητα ως προς τη χρήση των αποδεικτικών μέσων και τη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο δεν σημαίνει βεβαίως με κανένα τρόπο, ότι η έννοια των αποδεικτικών μέσων διευρύνεται απεριόριστα και πέραν των ορίων του ΚΠολΔ, ο οποίος προβλέπει με τη μορφή της περιοριστικής αριθμήσεως συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προσδιορίζοντας ταυτόχρονα στις επί μέρους διατάξεις του και τη δικονομική μορφή και υπόσταση -ή άλλως τους όρους ή τις προϋποθέσεις του υποστατού- αυτών. Με αφετηρία αυτές τις διαπιστώσεις, πρέπει να επισημανθεί ειδικότερα, ότι θεμελιώδης ούτως ή άλλως προϋπόθεση και βασικό θεμέλιο, στο οποίο στηρίζεται η κατά νόμο χρήση των αποδεικτικών μέσων με βάση τους κανόνες χρήσεως των αποδεικτικών μέσων, είναι να πρόκειται σε κάθε περίπτωση για υποστατό αποδεικτικό μέσο. Η προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο που χρησιμοποιείται ή προσάγεται ή του οποίου γίνεται ανάλογα επίκληση πρέπει να είναι υποστατό, ισχύει μάλιστα ακόμα και στην περίπτωση, κατά την οποία ο νόμος επιτρέπει τη χρήση και τέτοιων αποδεικτικών μέσων, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Όπως πειστικά και εύστοχα επισημαίνεται από την Π. Γέσιου-Φαλτσή είναι επιτρεπτή στις σχετικές περιπτώσεις η από τους διαδίκους επίκληση και προσαγωγή, καθώς αντίστοιχα και η από το δικαστήριο εκτίμηση, αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου «αρκεί η παραβίαση των παραπάνω να μην αναιρεί το υποστατό τους, την έννοια δηλαδή των επώνυμων μέσων που προβλέπει το άρθρο 339»[52]. Ομοίως τονίζεται από το Λ. Σινανιώτη, ότι ως αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου «νοούνται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις του υποστατού ενός των από τον ΚΠολΔ προβλεπομένων γενικώς μέσων, αδιαφόρως αν ελλείπουν ορισμένες προϋποθέσεις, αναγόμενες είτε στο παραδεκτό αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε γενικώτερα στο κύρος αυτών ....»[53].
10. Εν όψει της συγκεκριμένης ρυθμίσεως του ΚΠολΔ ως προς το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης συνάγεται, ότι εννοιολογικό στοιχείο του υποστατού αυτής είναι και η συγκεκριμένη από υποκειμενικής και θεσμικής / δικαιοδοτικής πλευράς διάταξή της και προέλευσή της. Πραγματογνωμοσύνη με βάση τον ΚΠολΔ - από πλευράς «υποκειμενικής» υποστάσεως αυτής - δεν είναι και δεν μπορεί να είναι οποιαδήποτε γνωμάτευση που έχει συνταχθεί από οποιονδήποτε επιστήμονα και προσάγεται στην εκκρεμή δίκη[54]. Το θέμα της «υποκειμενικής προελεύσεως» μιας ενέργειας ή μιας πράξεως και του «ενεργούντος υποκειμένου» ως στοιχείων του υποστατού μιας πράξεως ή μιας ενέργειας αποτελεί ως γνωστόν κρίσιμο προσδιοριστικό στοιχείο και κρίσιμο προσδιοριστικό παράγοντα για τα συνθετικά στοιχεία μιας συγκεκριμένης μορφής διαδικαστικής πράξεως[55]. Όπως επισημαίνεται σχετικώς, το «πρόσωπον, μεθ’ ου κατ’ ανάγκην συνδέεται η διαδικαστική πράξις, πρέπει να μετέχη οπωσδήποτε της διαδικασίας είτε ως υποκείμενον αυτής, ήτοι ως το δικαστήριον ή άλλο δικαστικόν όργανον ή ως διάδικος, είτε ως τρίτον πρόσωπον, π.χ. ως μάρτυς ή πραγματογνώμων»[56]. Κατά τον Κ. Μπέη τα «περί της εννοιολογικής αναγκαιότητος της προελεύσεως της διαδικαστικής πράξεως εξ υποκειμένου μετέχοντος οπωσδήποτε της διαδικασίας υπό ωρισμένην ιδιότητα, ισχύουν και επί των πράξεων τρίτων προσώπων, εκτός των διαδίκων και των δικαστικών οργάνων, τα οποία συμπράττουν εις την διαμόρφωσιν της δίκης»[57]. Επομένως «είναι όχι απλώς άκυρος αλλ’ ανυπόστατος ως διαδικαστική πράξη η ούτω καλούμενη ιδιωτική γνωμοδότησις, π.χ. αι κρίσεις αι οποίαι εκφέρονται εις έγγραφον βεβαίωσιν ιατρού περί της καταστάσεως ασθενούς»[58], ως ειδικότερη δε αιτιολογία αυτής της απόψεως επισημαίνεται[59] «ότι η βεβαίωσις αύτη δεν αποτελεί γνωμοδότησιν πραγματογνώμονος, διότι ο συντάκτης της δεν έχει προσλάβει νομίμως την ιδιότητα του πραγματογνώμονος, όπερ γίνεται διά του διορισμού του διά δικαστικής αποφάσεως (386 δ, ΠολΔ 293), είτε δυνάμει κοινής πράξεως των διαδίκων (ΠολΔ 292 § 2), είτε αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου (384, 386, ΠολΔ 292 § 2 εν τέλει)». Προκειμένου δε να εξαρθεί η διαφοροποίηση και να «εξωτερικευθεί» η εννοιολογική και λειτουργική αντίθεση μεταξύ «ακυρότητας» αφενός και «ανυποστάτου» αφετέρου τονίζει ταυτοχρόνως -στη αντίστοιχη κλασική Υφηγητική διατριβή του- ο Κ. Μπέης[60], ότι «τουναντίον δεν αποτελεί στοιχείον του πραγματικού της πραγματογνωμοσύνης, αλλ’ όρον του κύρους αυτής η όρκισις των νομίμως διορισθέντων πραγματογνωμόνων (402, ΠολΔ 297 § 1), ώστε εν παραλείψει της ορκίσεως να είναι η γνωμοδότησις άκυρος (ΠολΔ 288 εν συνδ. προς 334)».
11. Κατά κρατούσα γνώμη γίνεται γενικώς δεκτό, ότι η ύπαρξη δικονομικής παθολογίας στο πεδίο της πραγματογνωμοσύνης και γενικότερα της διεξαγωγής της συνολικής διαδικασίας για την προετοιμασία και τη σύνταξη της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί κάποια ακυρότητα του αποδεικτικού αυτού μέσου, η οποία να παρακωλύει ή απολύτως να απαγορεύει τη χρήση αυτού του αποδεικτικού μέσου.
11.1. Η συναγωγή αυτού του συμπεράσματος και η υποστήριξη αυτής της θέσεως εκκινούν οπωσδήποτε και από τις αξιολογήσεις που εμπεριέχονται και εκφράζονται στη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ που ρυθμίζοντας τα των δικονομικών ακυροτήτων δεν θεσπίζει ως αυστηρό και απαράβατο κανόνα, ότι γενική συνέπεια της προς οποιαδήποτε κατεύθυνση παραβάσεως των δικονομικών διατάξεων είναι η απόλυτη ακυρότητα των κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων επιχειρουμένων διαδικαστικών πράξεων. Η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ μόνο υπό προϋποθέσεις καθιερώνει την ακυρότητα ως συνέπεια της παραβάσεως δικονομικών διατάξεων με την έννοια, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση του γράμματος της ως άνω δικονομικής διατάξεως, ότι η «παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο 1) αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας 2) αν για την παράβαση αυτή επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση, 3) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας». Δηλαδή η ελληνική δικονομική νομοθεσία στο πεδίο της διαδικασίας των ιδιωτικών διαφορών προφανώς θεωρεί, ότι κάποιες δικονομικές παραβάσεις - και ειδικότερα όλες εκείνες, οι οποίες δεν υπάγονται στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 159 ΚΠολΔ ή άλλως στην κατηγορία των δικονομικών παραβάσεων του ως άνω άρθρου - είναι αδιάφορες για την δικονομική έννομη τάξη, με την έννοια δηλαδή ότι δεν συνεπάγονται ούτως ή άλλως, ούτε επισύρουν, κάποια άμεση (απόλυτης εμβέλειας) δικονομική συνέπεια (ακυρότητας ή απαραδέκτου) οποιασδήποτε μορφής και φύσεως.
11.2. Ειδικότερα για την πραγματογνωμοσύνη η κρατούσα γνώμη στη θεωρία και στη νομολογία δέχεται, ότι οι περισσότερες παραβάσεις των δικονομικών διατάξεων που ρυθμίζουν την πραγματογνωμοσύνη, καθώς και η μη τήρηση των εντολών του δικαστηρίου από τον πραγματογνώμονα ή από τους πραγματογνώμονες είτε δεν συνεπάγονται κατά κανόνα ούτε την ακυρότητα με βάση τη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ, είτε συνεπάγονται τέτοιου είδους ακυρότητα μόνον κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον συντρέχει βλάβη[61]. Ειδικά μάλιστα για την πραγματογνωμοσύνη η άποψη για τη «δικονομικά χαλαρή» και «επιεική» αντιμετώπιση κάποιων δικονομικών παραβάσεων ή αποκλίσεων στο πεδίο της προετοιμασίας και της διαδικασίας της διαταχθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης θεμελιώνεται κατά την κρατούσα άποψη και στο ότι η έκθεση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα, δεδομένου ότι ο ΚΠολΔ καθιερώνει εν προκειμένω όσον αφορά την αποδεικτική δύναμη και την εκ μέρους του δικάζοντος δικαστηρίου αξιολόγηση της εκθέσεως της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων σύμφωνα με τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 387 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το «δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων». Αναφερόμενος μάλιστα ειδικά στην περίπτωση της μη συμμορφώσεως των πραγματογνωμόνων με τις δικαστικές οδηγίες και στο συναφές ερώτημα που ανακύπτει εν προκειμένω, αν δηλαδή σε μια τέτοια περίπτωση μη συμμορφώσεως εκ μέρους του διορισθέντος πραγματογνώμονος με τις δικαστικές οδηγίες επέρχεται ακυρότητα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ, ο Κ. Μπέης υποστηρίζει την άποψη, ότι «η παράλειψη των πραγματογνωμόνων να συμμορφωθούν με τις δικαστικές οδηγίες διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί καμία ακυρότητα, παρά μόνο σταθμίζεται κατά την ελεύθερη εκτίμηση της γνωμοδοτήσεως»[62], και θεμελιώνει την άποψή του στο ότι «στο ισχύον δίκαιο η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν έχει δικονομικές συνέπειες»[63]. Η ίδια γνώμη υποστηρίζεται και από τον I. Τέντε, ο οποίος με αναφορά και στην αρεοπαγιτική και λοιπή νομολογία[64] επισημαίνει, ότι η «παράλειψη των πραγματογνωμόνων να ακολουθήσουν τις οδηγίες του δικαστηρίου δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, ακόμα και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, αφού το δικαστήριο αφενός εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότησή τους και αφετέρου μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει επανάληψη ή συμπλήρωσή της ή και νέα πραγματογνωμοσύνη»[65].
11.3. Αλλά και σε άλλες περιπτώσεις μη τηρήσεως των δικονομικών διατάξεων ή μη τηρήσεως των οδηγιών, εντολών, όρων και προδιαγραφών που θέτει η δικαστική απόφαση, η οποία διατάσσει την πραγματογνωμοσύνη, δεν επέρχεται κατά την κρατούσα άποψη κάποια ακυρότητα ως προς την έκθεση της συγκεκριμένης πραγματογνωμοσύνης και τη χρήση αυτής από το δικαστήριο, αλλά μόνον, ενδεχομένως, τέτοιας μορφής δικονομικές συνέπειες / κυρώσεις με βάση τις οποίες οι σχετικές παθολογίες σταθμίζονται από το δικαστήριο στο πλαίσιο της εκ μέρους του ελεύθερης εκτιμήσεως της συγκεκριμένης πραγματογνωμοσύνης. Έτσι λ.χ. αν οι πραγματογνώμονες δεν τηρήσουν την προθεσμία, την οποία όρισε το δικαστήριο, μέσα στην οποία θα έπρεπε/πρέπει −σύμφωνα με την απόφαση/διάταξη του δικαστού/δικαστηρίου− να υποβληθεί η έκθεση της αντίστοιχης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, και συνεπώς λόγω αυτής της καθυστερήσεως καταθέσουν οι πραγματογνώμονες την έκθεση της (αντίστοιχης) δικαστικής πραγματογνωμοσύνης εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την άπρακτη εκπνοή της προθεσμίας αυτής, δεν δημιουργείται κατά κρατούσα άποψη εξ αυτού αποκλειστικά του λόγου κάποια απόλυτη ακυρότητα για την αντίστοιχη γνωμοδότηση /έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ή έκπτωση του διαδίκου, ή των διαδίκων από το δικαίωμά τους να χρησιμοποιήσουν την αντίστοιχη έκθεση πραγματογνωμοσύνης ή κατ’ αντιστοιχίαν απαγόρευση για το δικαστήριο να τη λάβει υπόψη του[66]. Δηλαδή κατά την ως άνω κρατούσα άποψη το δικαστήριο δύναται «να εμμείνει στη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, αν τη θεωρεί αναγκαία, παρά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας»[67],[68], αν και μετά το ν. 2915/2001 (και το ν. 3043/2002) και το (καταργηθέν όμως μεταγενεστέρως με το ν. 4335/2015) άρθρο 270 § § 4 και 6 ΚΠολΔ, αλλά και μετά τους ν. 4842/2021 και 5221/2025 θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι αυτή η άποψη επιδέχεται (και) αντιρρήσεις. Οι σχετικές επιφυλάξεις ως προς την πειστικότητα/ ορθότητα της ως άνω κρατούσας απόψεως σε περίπτωση μη (εμπρόθεσμης) καταθέσεως της εκθέσεως της διαταχθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης καθίστανται μάλιστα πολλώ μάλλον εντονότερες μετά τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου 5221/2025, με το άρθρο 22 του οποίου προστέθηκε ως § 4 στο άρθρο 144 ΚΠολΔ η ακόλουθη ρύθμιση: «Οι προθεσμίες που αναφέρονται στον παρόντα Κώδικα, αν δεν ορίζεται άλλως, είναι αποκλειστικές και δεσμευτικές τόσο για τους διαδίκους όσο και για το δικαστήριο». Βεβαίως ο ΚΠολΔ δεν καθορίζει αμέσως την προθεσμία καταθέσεως/υποβολής της εκθέσεως της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάχθηκε από το δικαστήριο, αλλά προβλέπει ότι ο δικαστής/το δικαστήριο θα ορίζει αυτή. Πρόκειται δηλαδή για δικαστική προθεσμία, της οποίας ο ορισμός είναι μεν ούτως ή άλλως δεσμευτικός για το δικαστή/δικαστήριο, πλην όμως η διάρκεια της προθεσμίας και κατά συνεκδοχήν και το χρονικό σημείο της καταθέσεως της διαταχθείσας εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης επαφίεται στο δικαστή/δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου εγγύτερα προς τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία της ως άνω νέας διατάξεως της § 4 του άρθρου 144 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 του ν. 5221/2025, είναι η άποψη, ότι η νέα αυτή διάταξη αφορά και τις νόμιμες και τις δικαστικές προθεσμίες και επομένως και την προθεσμία καταθέσεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, την οποία θα ορίσει ο δικαστής ή αναλόγως το δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση κατά την κρατούσα άποψη και με βάση την ίδια αφετηρία θεωρείται, ότι δεν συνεπάγονται κάποια ακυρότητα, που να απαγορεύει τη χρήση της πραγματογνωμοσύνης από τους διαδίκους και το δικαστήριο, παραλείψεις που συνδέονται με τη μη σύμπραξη των περισσοτέρων τυχόν πραγματογνωμόνων να συντάξουν κοινό έγγραφο εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, ή παραλείψεις που συνδέονται με τη μη αναφορά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης των επιστημονικών αρχών ή τεχνικών αρχών που λήφθηκαν υπόψη από τους πραγματογνώμονες, ή η παράλειψη υπογραφής της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης εκ μέρους ενός από τους περισσότερους πραγματογνώμονες, ή παραλείψεις που συνδέονται με σφάλματα ή ανακρίβειες ή με έλλειψη αιτιολογίας ή με μη λήψη υπόψη κρίσιμων στοιχείων ή με μη αναφορά του τόπου και του χρόνου συντάξεως ή της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης[69].
12. Βεβαίως μεμονωμένως έχει υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη, δηλαδή ότι εν «παραλείψει των πραγματογνωμόνων να συμμορφωθούν προς τα διά της αποφάσεως οριζόμενα επέρχεται ακυρότης υπό τους όρους του άρθρου 159»[70]. Κατά της ορθότητας αυτής της απόψεως αντιτάχθηκε, ότι η «αντίληψη αυτή ήταν σωστή με τη δικονομία του 1835 ...., επειδή τότε η γνωμοδότηση είχε δικονομικές συνέπειες, δηλαδή τη δέσμευση του δικαστηρίου να δεχθεί το πόρισμά της (298 §2 ΠολΔ 1835)» και έτσι «μπορούσε να τεθεί πρόβλημα εγκυρότητας ή μη της δικονομικής αυτής δεσμευτικότητας», αλλά «στο ισχύον δίκαιο η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν έχει δικονομικές συνέπειες (387)»[71]. Η σοβαρή αυτή διαφοροποίηση ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης μεταξύ της ρυθμίσεως της Πολιτικής Δικονομίας του 1834 και της ρυθμίσεως του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επισημαίνεται και από τον Κ. Κεραμέα, ο οποίος τονίζει με έμφαση, ότι “παρά τον εξειδικευμένο χαρακτήρα της γνωμοδοτήσεως των πραγματογνωμόνων - και σε απόκλιση από την παλιά ΠολΔ 298 - υπόκειται και αυτή, όπως καταρχήν και κάθε αποδεικτικό μέσο (340), στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου (387)”[72]. Πράγματι η διάταξη του άρθρου 298 §§ 2 και 3 της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας 1834 όριζε ως προς το ζήτημα της αποδεικτικής δυνάμεως του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης τα ακόλουθα: “...Η απόφασίς των, εάν συνετάχθη κατά τους διαγεγραμμένους τύπους, είναι υποχρεωτική διά τα δικαστήρια και αποτελεί ως προς το προκαταρκτικόν ζήτημα τελείαν απόδειξιν. Κατά πάσαν άλλην περίπτωσιν χρησιμεύει ως απλή γνωμοδότησις”.
Κατά την άποψή μου αυτή η αναμφίβολα σοβαρή διαφοροποίηση ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης μεταξύ της Πολιτικής Δικονομίας 1834 και του ισχύοντος από το 1968 νέου Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας δεν θα έπρεπε να “υπερτιμάται” - δηλαδή να συνιστά τη βασική επιχειρηματολογία - για να κριθεί ποιες συνέπειες επέρχονται σε περίπτωση “δικονομικής παθολογίας” ή άλλως “δικονομικής ελαττωματικότητας” της πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα σε περίπτωση κατά την οποία η δικαστική πραγματογνωμοσύνη διενεργήθηκε είτε κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΠολΔ, είτε κατά παράβαση ή υπέρβαση εκ μέρους του πραγματογνώμονος ή των πραγματογνωμόνων των ειδικότερων διατάξεων, προδιαγραφών ή ορισμών που έθεσε το δικαστήριο διατάσσοντας σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ, λ.χ. με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 368-392 ΚΠολΔ, τη διεξαγωγή δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Ούτε νομίζω, ότι θα πρέπει όλες οι τυχόν παραβάσεις που γίνονται ή διαπιστώνονται στο πλαίσιο της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο δικονομικά “χαλαρό” τρόπο, δηλαδή απλώς και μόνο επειδή το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης υπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστού ή του δικαστηρίου. Εν προκειμένω είναι σκόπιμο να διατυπωθούν και κάποιες πρόσθετες σκέψεις με ειδικότερη αναφορά και σε τελολογικές σταθμίσεις και προσεγγίσεις.
13.1. Ο ίδιος ο Γεώργιος Θ. Ράμμος επισημαίνει με έμφαση - αφού προηγουμένως έχει αναφερθεί στον τότε (ΠολΔ 1834, άρθρο 298) ισχύοντα κανόνα, κατά τον οποίο η “γνωμοδότησις των πραγματογνωμόνων αποτελεί, κατά το άρθρ. 298 ΠολΔ, πλήρη απόδειξιν, δεσμεύουσαν τον δικαστήν” - ότι αυτή η ρύθμιση ίσχυε εφόσον συνέτρεχαν οι τότε προβλεπόμενες προϋποθέσεις — λ.χ. τρεις πραγματογνώμονες κλπ. - και ότι αντιθέτως κατά “πάσαν άλλην περίπτωσιν, ήτοι επί μη επιτεύξεως πλειονοψηφίας, επί διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης (και) υπό ενός μόνον πραγματογνώμονος και όταν πρόκειται περί οιουδήποτε άλλου ζητήματος, δι' ό αρκούν κοιναί εμπειρικαί κλπ. γνώσεις, η γνωμοδότησις των πραγματογνωμόνων έχει συμβουλευτικήν απλώς αξίαν, δηλαδή ισχύει ως προς αυτήν το σύστημα της ελευθέρας εκτιμήσεως των αποδείξεων”[73]. Δηλαδή κατά την — για τους γνωστούς λόγους - εγκυρότατη γνώμη του Γεωργίου Θ. Ράμμου ο κανόνας για την πλήρη αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης υπό το κράτος ισχύος της Πολιτικής Δικονομίας 1834 δεν ήταν χωρίς εξαιρέσεις και ο Ράμμος ακριβώς με τις ως άνω εύστοχες σκέψεις του, οι οποίες θεμελιώνονται στην τελολογική προσέγγιση της διατάξεως του άρθρου 298 ΠολΔ, αποδυναμώνει εκ των πραγμάτων όχι μόνο τον ως άνω κανόνα για την τότε πλήρη αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης, αλλά και τη σημασία χρησιμοποιήσεως αυτού του κανόνα προκειμένου να απαντηθούν άλλα ερωτήματα σχετικά με την πραγματογνωμοσύνη, αφού και υπό το κράτος ισχύος της Πολιτικής Δικονομίας 1834 ο ως άνω κανόνας ούτε απαράβατος, ούτε άνευ εξαιρέσεων ήταν, όπως ευστόχως επισημαίνεται από το Γεώργιο Θ. Ράμμο.
13.2. Ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της ως προς την πραγματογνωμοσύνη ρυθμίσεως του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι, ότι το ισχύον Αστικό Δικονομικό Δίκαιο με βάση τον ΚΠολΔ - διαφοροποιούμενο ως προς τούτο από το προϊσχύσαν Αστικό Δικονομικό Δίκαιο της Πολιτικής Δικονομίας 1834 - εμπεριέχει σαφή διάταξη ως προς τη νομική φύση του πραγματογνώμονος. Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 369 ΚΠολΔ οι «πραγματογνώμονες βοηθούν το δικαστήριο με τη γνωμοδότησή τους στα ζητήματα που έθεσε». Όπως επισημαίνεται από το Γεώργιο Θ. Ράμμο ο «ΚΠολΔ υιοθετεί την αντίληψιν, καθ’ ήν οι πραγματογνώμονες είναι βοηθοί του δικαστού, υπό την έννοιαν της παροχής συνδρομής διά των ειδικών γνώσεών των, προς διευκρίνισιν των πραγματικών ή ειδικών ζητημάτων, χωρίς να ασκούν εργασίαν διαγνώσεως ή κρίσεως»[74]. Με βάση αυτή τη ρύθμιση - που οφείλεται σε πρόταση του Γ. Οικονομόπουλου στη Συντακτική Επιτροπή του Κώδικα - ο ΚΠολΔ έλαβε μία σαφέστατη θέση αναφορικά με τη διχογνωμία που υπήρχε υπό το κράτος ισχύος της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας 1834 ως προς τη νομική φύση των πραγματογνωμόνων και ειδικότερα αν «πρόκειται περί πραγματικού μέσου αποδείξεως», ή αν «οι πραγματογνώμονες είναι βοηθοί του δικαστούν»[75]. Ο ΚΠολΔ πήρε εν προκειμένω τη σαφή θέση ότι οι πραγματογνώμονες είναι βοηθοί του δικαστού και του δικαστηρίου, αλλά παραλλήλως, όπως τονίζει ο Γ. Θ. Ράμμος «η πραγματογνωμοσύνη διατηρεί τον χαρακτήρα αυτής ως μέσον αποδείξεως τόσον από τυπικής, όσον και από ουσιαστικής πλευράς»[76].
Η σαφής θέση του ΚΠολΔ ως προς τη νομική φύση των πραγματογνωμόνων ως βοηθών του δικαστηρίου/δικαστού επηρεάζει κατά τη γνώμη μου και την αξιολόγηση των ενεργειών των πραγματογνωμόνων προς την κατεύθυνση της αυστηρότερης αξιολογήσεως των ενεργειών αυτών, ιδίως μάλιστα εκείνων που παραβιάζουν τις προδιαγραφές που έθεσε το δικαστήριο διατάσσοντας πραγματογνωμοσύνη. Η παράβαση ή η μη τήρηση των ορισμών/οδηγιών που έθεσε το δικαστήριο διατάσσοντας πραγματογνωμοσύνη εκ μέρους του πραγματογνώμονος που σύμφωνα με το νόμο έχει τη «νομική φύση του βοηθού του δικαστηρίου» ενέχει μεγάλη βαρύτητα ως «δικονομική παραβατική συμπεριφορά» σε σύγκριση με αντίστοιχες παραβάσεις που οφείλονται σε πραγματογνώμονα, ο οποίος δεν έχει, ή δεν θα είχε, εκ του νόμου τη νομική φύση του «βοηθού του δικαστηρίου». Το γεγονός, ότι κατά το ισχύον Αστικό Δικονομικό Δίκαιο η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, δεν έχει κατά τη γνώμη μου μεγαλύτερη βαρύτητα ως κριτήριο κρίσεως των συνεπειών των παραβατικών από δικονομικής επόψεως ενεργειών των πραγματογνωμόνων - είτε λόγω μη τηρήσεως των δικονομικών κανόνων δικαίου, είτε λόγω μη τηρήσεως των ορισμών/οδηγιών/προδιαγραφών του δικαστηρίου που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης - σε σύγκριση με τη βαρύτητα που έχει - και πρέπει να έχει το γεγονός - ότι εν προκειμένω η δικονομικώς παραβατική συμπεριφορά προέρχεται από ένα πρόσωπο, τον πραγματογνώμονα, που εκ του νόμου έχει τη «νομική φύση του βοηθού του δικαστηρίου», και ο οποίος εν προκειμένω, σύμφωνα με τον ΚΠολΔ επιτελεί «λειτούργημα, συνδεόμενος με την πολιτεία με σχέση δημοσίου δικαίου»[77]. Ένας πραγματογνώμων, ο οποίος εκ του νόμου έχει τη «νομική φύση του βοηθού του δικαστηρίου» και ο οποίος ως εκ τούτου «επιτελεί λειτούργημα, συνδεόμενος με την πολιτεία με σχέση δημοσίου δικαίου» δεν έχει πολλώ μάλλον την εξουσία να μεταβιβάσει περαιτέρω αυτή την αρμοδιότητα και το αντίστοιχο λειτούργημά του και ειδικότερα δεν έχει τη λειτουργική αρμοδιότητα να διορίζει άμεσα ή έμμεσα άλλο πρόσωπο ως «βοηθό του δικαστηρίου», προκειμένου ο τελευταίος με βάση ερωτήματα που θα του θέσει ο από το δικαστήριο διορισθείς πραγματογνώμων να συντάξει την όλη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ή (μόνον) ένα τμήμα αυτής, ή μία πρόσθετη/υποβοηθητική έκθεση/γνωμάτευση, στην οποία θα στηρίξει τελικώς και τη δική του γνωμοδότηση (ή, αναλόγως, την οποία τελικώς θα επισυνάψει στη δική του γνωμοδότηση, ή, άλλως, την οποία τελικώς θα συνυποβάλει μαζί με την δική του γνωμοδότηση) ο πραγματογνώμων, ο οποίος διορίσθηκε από το δικαστήριο. Εν προκειμένω άλλωστε «νόμιμος πραγματογνώμων», ως «νόμιμος βοηθός του δικαστηρίου», είναι μόνον εκείνος τον οποίο όρισε το δικαστήριο που διέταξε την δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Οποιοσδήποτε άλλος, στον οποίο αναθέτει - άμεσα ή έμμεσα - αυτά τα καθήκοντα ο από το δικαστήριο - ως βοηθός του δικαστηρίου - διορισθείς πραγματογνώμων, δεν είναι «νόμιμος πραγματογνώμων». Και μάλιστα σε μία τέτοια περίπτωση, κατά την οποίαν ο από το δικαστήριο διορισθείς πραγματογνώμων - δηλαδή ο βοηθός του δικαστού που όρισε το δικαστήριο — ανέθεσε με δική του πρωτοβουλία/αυθαίρετη ενέργεια, άμεσα ή έμμεσα, καθήκοντα πραγματογνώμονος με την ευρεία του νόμου έννοια - δηλαδή βοηθού του ως άνω δικαστηρίου - σε άλλο πρόσωπο, τότε δεν συντρέχει μόνο παράβαση των άρθρων 237, 368, 369, 370, 372 και 379 −και, προ της καταργήσεώς τους, ή αντιστοίχως της μεταρρυθμίσεώς τους με μεταγενέστερους νόμους, των άρθρων 270 § 4 και 254 ΚΠολΔ− ΚΠολΔ, αλλά ανακύπτει εμμέσως υπό κάποια διευρυμένη (δικαιοκρατικής αποχρώσεως) οπτική γωνία και έποψη και (υπό μεταφορική έννοια) κάποιο θέμα (κάποιας, «άτυπης», έμμεσης) «παραβάσεως» (ή «ασυμβατότητας» έναντι) της διατάξεως του άρθρου 8 του Συντάγματος (και της στη διάταξη αυτή υποφώσκουσας σκέψεως και αξιολογικής θεωρήσεως/κυρώσεως/σταθμίσεως) −και εν τέλει της από τη διάταξη αυτή υπό κάποιαν (μεταφορικήν) έννοια (ενδεχομένως) απορρέουσας ευρύτερης δικαιοκρατικής αντανακλάσεως της αντίστοιχης απαγορεύσεως στο πλαίσιο της έννομης τάξεως− σύμφωνα με την οποία κανένας «δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος». Ο πραγματογνώμων δεν είναι βεβαίως δικαστής, ούτε επιτελεί δικαιοδοτικό έργο, αλλά απλός βοηθός του δικαστού και του δικαστηρίου (και ασφαλώς δεν εντάσσεται στο πραγματικό αυτής της διατάξεως του Συντάγματος, το οποίο ρητώς και σαφώς ομιλεί μόνο για δικαστή και όχι και για βοηθούς του δικαστού). Ούτε βεβαίως εν προκειμένω μπορεί να είναι νοητή κάποια, οποιασδήποτε μορφής (με την κατά κυριολεξία του όρου έννοια), αναλογική εφαρμογή. Στο βαθμό πάντως που ο δικαστής κρίνει αναγκαίο, ως «βοηθό» του, το διορισμό πραγματογνώμονος νόμιμος βοηθός του συγκεκριμένου δικαστού −λαμβάνοντας εν προκειμένω αναλόγως υπόψη υπό κάποια διευρυμένη/διασταλτική έννοια και έποψη (δικαιοκρατικής αποχρώσεως) και το άρθρο 8 Συντάγματος (στην αντανακλαστική του «διαπαιδαγωγική» λειτουργική διάσταση και εμβέλεια στο πλαίσιο της έννομης τάξεως)− είναι μόνον ο συγκεκριμένος πραγματογνώμων που διορίστηκε από το δικαστήριο και ουδείς άλλος. Οποιοσδήποτε άλλος, στον οποίο ανατέθηκαν (από τον από το δικαστήριο διορισθέντα πραγματογνώμονα ή από οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο) με άλλο τρόπο καθήκοντα πραγματογνώμονος, δεν μπορεί να θεωρηθεί «νόμιμος βοηθός του δικαστού» −λαμβάνοντας εν προκειμένω (υπό μεταφορικήν έννοιαν) «αναλόγως» υπόψη υπό κάποια (διευρυμένη/διασταλτική) έννοια και το άρθρο 8 Συντάγματος− και κατά συνεκδοχήν η από αυτόν συνταχθείσα γνωμοδότηση/πραγματογνωμοσύνη δεν πληροί τα στοιχεία του υποστατού της κατά τον ΚΠολΔ «δικαστικής» πραγματογνωμοσύνης.
13.3. Στην αληθή ερμηνεία των σχετικών με τις υποχρεώσεις και τις εξουσίες του διορισθέντος πραγματογνώμονος διατάξεων του ΚΠολΔ — και από της πλευράς των συνεπειών που επέρχονται σε περίπτωση παραβάσεως των υποχρεώσεων ή υπερβάσεως των εξουσιών εκ μέρους του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονος − συμβάλλει και η θεώρηση των αντιστοίχων διατάξεων της γερμανικής Πολιτικής Δικονομίας, ιδίως εν όψει του ότι η γερμανική δικονομική έννομη τάξη και η γερμανική επιστήμη του αστικού δικονομικού δικαίου εμφανίζουν ως γνωστόν ιδιαίτερη επιστημολογική συγγένεια και συμβατότητα με την ελληνική δικονομική έννομη τάξη και την ελληνική επιστήμη του αστικού δικονομικού δικαίου. Και στη Γερμανία, όπως ελέχθη προηγουμένως, γίνεται δεκτό, ότι ο πραγματογνώμων είναι «σύμβουλος» (“Berater”) του δικαστού[78] και ότι και ως εκ τούτου είναι ένας «αντικειμενικός/ουδέτερος βοηθός του δικαστού»[79], χωρίς όμως εξ αυτού του λόγου - δηλαδή του χαρακτήρα του πραγματογνώμονος ως βοηθού του δικαστού, και ειδικότερα ως βοηθού του «δικαστού της ουσίας» («Tatrichter») - να θεωρείται, ότι επηρεάζεται η κατάταξη και η ένταξη του πραγματογνώμονος στα αποδεικτικά μέσα[80]. Δηλαδή πρόκειται από πλευράς νομικής φύσεως για την ίδια ακριβώς προσέγγιση που ευστόχως έχει επισημανθεί από το Γεώργιο Θ. Ράμμο με βάση τον ισχύοντα ΚΠολΔ, κατά τον οποίο ο πραγματογνώμων έχει τη νομική φύση του βοηθού του δικαστηρίου/δικαστού, ενώ η πραγματογνωμοσύνη −όπως ελέχθη και ανωτέρω[81]− είναι μέσο αποδείξεως[82]. Και στη Γερμανία - ακριβώς όπως και στην Ελλάδα - ο διορισμός του πραγματογνώμονος γίνεται από το δικαστήριο (§ 404 Γερμ. Πολ. Δικ.). Και στη Γερμανία - ακριβώς όπως και στην Ελλάδα - προβλέπεται, ότι το δικαστήριο που διορίζει τον πραγματογνώμονα του δίνει και τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσει τα καθήκοντά του ως προς τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης (§ 404 α ΓερμΠολΔ)[83]. Κατ’ ακολουθίαν αυτών των ρυθμίσεων και ως λογική συνέπεια αυτών γίνεται δεκτό, με βάση τη διάταξη της § 407α ΓερμΠολΔ, ότι ο πραγματογνώμων δεν έχει την εξουσία να μεταβιβάσει την εξουσία του για διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης σε κάποιο άλλο πρόσωπο[84]. Μεταξύ των άλλων η ως άνω γερμανική δικονομική διάταξη προβλέπει, ότι ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμων οφείλει να εξετάσει αμελλητί, αν η εντολή που του δόθηκε για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εμπίπτει στο δικό του επιστημονικό πεδίο και αν η πραγματογνωμοσύνη αυτή μπορεί να γίνει χωρίς να διορισθούν και πρόσθετοι πραγματογνώμονες, εφόσον δε δεν συντρέχει μια τέτοια περίπτωση ο πραγματογνώμων οφείλει να ενημερώσει αμέσως το δικαστήριο. Ταυτοχρόνως η ίδια ως άνω διάταξη ρητώς προβλέπει, ότι ο πραγματογνώμων δεν έχει την εξουσία να μεταβιβάσει την εντολή για την πραγματογνωμοσύνη σε άλλο πρόσωπο. Σχετικώς με αυτή τη διάταξη επισημαίνεται, ότι το ότι ο πραγματογνώμων δεν έχει την εξουσία να μεταβιβάσει την εντολή για την πραγματογνωμοσύνη σε ένα άλλο πρόσωπο συνάγεται ήδη από τη βασική διάταξη της § 404 εδ. 1 υπεδάφιο 1 ΓερμΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο διορισμός των πραγματογνωμόνων γίνεται αποκλειστικά από το δικαστήριο - πρόκειται δηλαδή για ανάλογη διάταξη με το άρθρο 368 ΚΠολΔ - κρίθηκε όμως αναγκαίο να ρυθμισθεί η απαγόρευση αυτή και με ειδική προς τούτο διάταξη λόγω του ότι σχετικά με αυτό το ζήτημα είχαν ανακύψει πολλά προβλήματα στην πράξη. Προκειμένου δε να διαφοροποιείται η απαγορευόμενη μεταβίβαση της εντολής για διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης σε άλλο πρόσωπο από την επιτρεπόμενη ανάμειξη συνεργατών - ως παράδειγμα αναφέρεται η ανάμειξη ενός βοηθού του ιατρού («Assistenzarzt» - τονίζεται, ότι τα όρια μεταξύ του επιτρεπτού αφενός και της απαγορεύσεως αφετέρου καθορίζονται / βρίσκονται ανάλογα με το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται μόνο για προεργασίες («Vorarbeiten») του συνεργάτου ή πολύ περισσότερο για εργασία που αφορά τον πυρήνα της γνωματεύσεως («Kern der Begutachtung»). Ταυτόχρονα επισημαίνεται, ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο πραγματογνώμων ανεπιτρέπτως μεταβίβασε - και χωρίς να επακολουθήσει μεταγενέστερη θεραπεία - την εντολή που του δόθηκε για την πραγματογνωμοσύνη, τότε αυτή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί/αξιοποιηθεί[85].
13.4. Οι εκ μέρους των πραγματογνωμόνων ή του μοναδικού πραγματογνώμονος παραβάσεις των διατάξεων του νόμου ή των οδηγιών του δικαστηρίου ή άλλως οι υπερβάσεις των εξουσιών του δεν (μπορεί να) έχουν, κατά τη γνώμη μου, όλες την ίδια βαρύτητα (ποσοτική ή / και ποιοτική) ως προς το υποστατό του αντίστοιχου αποδεικτικού μέσου και τη δυνατότητα χρήσεως, χρησιμοποιήσεως και λήψεως υπόψη της πραγματογνωμοσύνης:
13.4.1. Ειδικότερα λ.χ. η εκπρόθεσμη κατάθεση της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης δεν καθιστά, ως ελέχθη, κατά κρατούσα γνώμη, από μόνη της άκυρη ή ανεπίτρεπτη την πραγματογνωμοσύνη[86], αν και, όπως θα μπορούσε, ίσως, πειστικώς να υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη, δηλαδή ότι με βάση τις τροποποιήσεις του ν. 2915/2001 ακριβώς λόγω της τότε νέας ρυθμίσεως (με το ν. 2915/2001, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3043/2002) του άρθρου 270 §§ 4 και 6 ΚΠολΔ (το οποίο όμως καταργήθηκε με το ν. 4335/2015), αλλά και με βάση τις ρυθμίσεις των μεταγενεστέρων νόμων 4842/2021 και 5221/ 2025, η εκπροθέσμως κατατεθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη[87]. Πάντως κατά κρατούσα άποψη - σε περίπτωση διορισμού περισσοτέρων πραγματογνωμόνων -η παράλειψη λ.χ. των περισσοτέρων πραγματογνωμόνων να ενεργήσουν από κοινού ή η παράλειψη συμπράξεως ή υπογραφής ενός εξ αυτών - δηλαδή παραλείψεις που συνιστούν παραβάσεις της διατάξεως του άρθρου 383 ΚΠολΔ - δεν «παραβλάπτει το κύρος της πραγματογνωμοσύνης» και ως μόνη κύρωση συζητείται «η εφαρμογή των κυρώσεων του άρθρου 386»[88]. Περαιτέρω αν λ.χ. το δικαστήριο διέταξε να παραστούν οι πραγματογνώμονές κατά την ενέργεια ορισμένων πράξεων και αυτοί τελικά δεν παραστούν, δεν ανακύπτει ζήτημα ακυρότητας ή μη επιτρεπτού της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Αντιθέτως όμως, αν λ.χ. διορίστηκε ως πραγματογνώμων πρόσωπο από εκείνα, τα οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 373 ΚΠολΔ δεν μπορούν να εγγραφούν στον κατάλογο πραγματογνωμόνων, τότε η αντίστοιχη έκθεση πραγματογνωμοσύνης πάσχει κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 159 ΚΠολΔ, κατά κρατούσα δε άποψη μόνο αν συντρέχει βλάβη υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 3 του άρθρου 159 ΚΠολΔ[89].
13.4.2. Κατά τη γνώμη μου ένα άλλο στοιχείο, το οποίο έχει νόημα να λαμβάνεται υπόψη εν προκειμένω για την αξιολόγηση των εκ μέρους των πραγματογνωμόνων παραβάσεων των σχετικών με την πραγματογνωμοσύνη διατάξεων, καθώς και των αντιστοίχων οδηγιών/εντολών του δικαστηρίου προς τους πραγματογνώμονες, είναι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για πραγματογνωμοσύνη της § 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ ή της § 2 του άρθρου 368 ΚΠολΔ. Ο ΚΠολΔ, ως γνωστόν, σε άλλες περιπτώσεις επαφίει στην κρίση του δικαστηρίου να διατάξει ή όχι πραγματογνωμοσύνη, δηλαδή αν το δικαστήριο «κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης», ενώ σε άλλες περιπτώσεις κατά τη διάταξη της § 2 του άρθρου 368 το «δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται» ιδιάζουσες — όπως είναι η ορθή απόδοση στη δημοτική του αντίστοιχου όρου της καθαρεύουσας και όχι «ειδικές» όπως κατά κραυγαλέα παρανόηση αποδόθηκε ο όρος στη δημοτική - «γνώσεις επιστήμης ή τέχνης». Η σημαντική αυτή διαφοροποίηση μεταξύ αυτών των δύο ειδών πραγματογνωμοσύνης συνδέεται, ως γνωστόν, και με διαφορετικές συνέπειες ως προς τον έλεγχο της κρίσεως του δικαστηρίου αναφορικά με τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Έτσι κατά πάγια άποψη στην περίπτωση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 368 ΚΠολΔ «η διάταξη πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς ούτε για έλλειψη αιτιολογίας ή σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος»[90] ·αντίθετα στην περίπτωση κατά την οποία (άρθρ. 368 §2 ΚΠολΔ) «η πραγματογνωμοσύνη ζητήθηκε από διάδικο και το δικαστήριο δέχεται ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις, τότε είναι υποχρεωμένο να τη διατάξει, διότι αλλιώς δημιουργείται λόγος αναιρέσεως», χωρίς όμως η κρίση του δικαστηρίου στην τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή ως προς το ότι απαιτούνται ή όχι ιδιάζουσες γνώσεις, να ελέγχεται αναιρετικώς[91].
13.4.3. Κατ’ ακολουθίαν αυτής της ίδιας μεθοδολογικής, επιστημολογικής και ερμηνευτικής προσεγγίσεως νομίζω, ότι ανάλογες διαφοροποιήσεις ενδείκνυνται και ως προς τις συνέπειες που θα πρέπει να επέρχονται σε περίπτωση παραβάσεως - και ως προς τη βαρύτητα (ποσοτική ή / και ποιοτική) που έχουν αυτές οι παραβάσεις στις αντίστοιχες συνέπειες - εκ μέρους των πραγματογνωμόνων των διατάξεων των άρθρων 368-392 ΚΠολΔ ή των σχετικών οδηγιών / εντολών του δικαστηρίου και μάλιστα με την ακόλουθη έννοια: Ότι οι ως άνω παραβάσεις θα πρέπει να αξιολογούνται ηπιότερα ή χαλαρότερα στην περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης κατ’ εφαρμογήν της πρώτης παραγράφου του άρθρου 368 ΚΠολΔ και αυστηρότερα στην περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης κατ’ εφαρμογήν της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 368 ΚΠολΔ. Είναι νομίζω τελολογικά συνεπές, οι οποιεσδήποτε κατά τα ανωτέρω παραβάσεις εκ μέρους των πραγματογνωμόνων να αντιμετωπίζονται αυστηρότερα, από πλευράς δικονομικής αξιολογήσεως αυτών, όταν πρόκειται για περίπτωση, στην οποία το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες κατά τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 368 ΚΠολΔ, σε σύγκριση δηλαδή με την περίπτωση κατά την οποία εναπόκειτο στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει (ή να μη διατάξει) πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 368 ΚΠολΔ.
13.4.4. Διαφοροποιήσεις ως προς τη βαρύτητα των παραβάσεων εκ μέρους των πραγματογνωμόνων, είτε των σχετικών με την πραγματογνωμοσύνη διατάξεων του ΚΠολΔ, είτε των οδηγιών/εντολών του δικαστηρίου που προέβη στο διορισμό των πραγματογνωμόνων, πρέπει να θεωρηθεί, ότι επιβάλλονται και στην περίπτωση κατά την οποία η συγκεκριμένη παράβαση ή υπέρβαση των εξουσιών εκ μέρους του πραγματογνώμονος επηρεάζει το υποστατό της πραγματογνωμοσύνης ως αποδεικτικού μέσου, όπως οι όροι, προδιαγραφές και προϋποθέσεις του υποστατού αυτού του αποδεικτικού μέσου επακριβώς προσδιορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 237,335 επ., 339 επ. και ειδικότερα 368-392 επ. ΚΠολΔ. Όταν επομένως η συγκεκριμένη παράβαση είναι τέτοιας βαρύτητας, ώστε η συγκεκριμένη γνωμάτευση να μη συνιστά υποστατή έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης (δηλαδή το κατά νόμον υποστατό αποδεικτικό μέσο), τότε η στην παράβαση αυτή ερειδομένη συγκεκριμένη έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους διαδίκους και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο ως υποστατό αποδεικτικό μέσο δικαστικής πραγματογνωμοσύνης κατ’ εφαρμογή των άρθρων, και από το συνδυασμό αυτών, 237, 159, 559 §§11, 12 και 14, εν προκειμένω δε σε συνδυασμό και με τα άρθρα 368, 369, 370, 371, 372, 374, 375, 379, 380, 381 και 385 ΚΠολΔ.
13.4.5. Η περίπτωση της εκ μέρους του διορισθέντος πραγματογνώμονος αυθαίρετης - δηλαδή κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου και χωρίς άδεια του δικαστηρίου που τον διόρισε - αναθέσεως απαντήσεως / διερευνήσεως των εις αυτόν τεθέντων ερωτημάτων της πραγματογνωμοσύνης σε άλλο πρόσωπο, για να συντάξει αυτό το τελευταίο σχετική έκθεση / γνωμάτευση, συνιστά, όπως είναι αυτονόητο, κραυγαλέα παράβαση και για το λόγο αυτό δεν φαίνεται - και φυσικό είναι - να έχει ανακύψει υπό το κράτος ισχύος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η μοναδική φορά που φαίνεται να ανέκυψε στη δικαστηριακή πρακτική και να έχει ασχοληθεί με το θέμα αυτό ο Άρειος Πάγος ανάγεται στις αρχές του δευτέρου ημίσεος του 19ου αιώνα, δηλαδή στα πρώτα είκοσι χρόνια της ισχύος της Πολιτικής Δικονομίας 1834. Ειδικότερα με την απόφασή του 206/1855 ο Άρειος Πάγος έκρινε τότε, ότι είναι «άκυρος η γνωμοδότησις των πραγματογνωμόνων η στηριζομένη ουχί εις ιδίας γνώσεις ή εμπειρίαν, αλλ’ εις μαρτυρίας ή γνωμοδοτήσεις άλλων προσώπων»[92].
14. Κατ’ ακολουθίαν των προηγηθεισών παρατηρήσεων και σκέψεων συνάγονται −κατά την άποψή μου− τα ακόλουθα συμπεράσματα: Η από διορισθέντα από το Δικαστήριο Πραγματογνώμονα συνταχθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη μετά από προηγούμενη θέση ερωτημάτων −σχετικών ή μη με το θέμα της (Δικαστικής) πραγματογνωμοσύνης που του ανατέθηκε από το Δικαστήριο− από τον ως άνω πραγματογνώμονα σε τρίτα πρόσωπα και η συμπερίληψη/ένταξη των αντιστοίχων απαντήσεων/απόψεων αυτών των τρίτων προσώπων −ή η επισύναψη με τη μορφή του συνημμένου εγγράφου ή του συνυποβαλλομένου εγγράφου ή του αναφερόμενου εγγράφου− στην υποβαλλόμενη και υπογραφόμενη από τον πραγματογνώμονα (που διόρισε το Δικαστήριο) έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης πάσχει. Ειδικότερα:
14.1. Ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμων −προκειμένου να αποφανθεί στα ερωτήματα που εντάσσονται στο θέμα της πραγματογνωμοσύνης που του ανατέθηκε με μία/τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση (και με βάση το περιεχόμενο αυτής και τις εξουσίες που η συγκεκριμένη απόφαση του δίδει)− δεν έχει εξουσία να απευθυνθεί (αυτοβούλως) σε τρίτα πρόσωπα θέτοντας σε αυτά αντίστοιχα ερωτήματα, προκειμένου αυτά τα τρίτα πρόσωπα να δώσουν με δική τους γνωμάτευση / πραγματογνωμοσύνη/έκθεση απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, την οποία ή τις οποίες ο συγκεκριμένος διορισθείς πραγματογνώμων στη συνέχεια θα συμπεριλάβει ή θα επισυνάψει ως συνημμένα έγγραφα στη δική του έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ή θα συνυποβάλει μαζί με τη δική του έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Μια τέτοια ενέργεια/ πρωτοβουλία του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονος (μπορεί να) συνιστά κατά περίπτωση και δήλωση/ομολογία του συγκεκριμένου πραγματογνώμονος, περί της ιδίας αυτού «ανεπιτηδειότητας»/«ανικανότητας», «ανεπάρκειας», ή άλλως ελλείψεως στο πρόσωπό του των ειδικών, ή/και (πολλώ μάλλον) ιδιαζουσών, επιστημονικών κ.λπ. γνώσεων προκειμένου να συντάξει τη συγκεκριμένη έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης.
14.2. Η παθολογία αυτής της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης είναι τέτοιου βαθμού, ώστε όχι μόνο να αναιρείται τελείως η οποιαδήποτε αξιοπιστία αυτής ως αποδεικτικού μέσου πρόσφορου να δημιουργήσει στο δικαστήριο οποιασδήποτε μορφής και βαθμού δικανική πεποίθηση, αλλά και να μπορεί να θεωρηθεί, ότι λόγω της συγκεκριμένης παθολογίας αναιρείται επί πλέον εξ ολοκλήρου και το υποστατό αυτής της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης −ως το κατά τον ΚΠολΔ νόμιμο και υποστατό αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης− δεδομένου ότι η με τον τρόπον αυτόν συνταχθείσα γνωμοδότηση/πραγματογνωμοσύνη δεν πληροί −και δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι πληροί− τα κατά τον ΚΠολΔ στοιχεία του υποστατού του επώνυμου αποδεικτικού μέσου της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, με συνέπεια να μη μπορεί −και δεν επιτρέπεται κατά νόμον (ΚΠολΔ) − τελικώς αυτή να χρησιμοποιηθεί από τους διαδίκους ή να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο ως το, κατά τον ΚΠολΔ, αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης (ως αντικειμένη στα άρθρα −και στο εν τω μεταξύ καταργηθέν με το ν. 4335/2015 άρθρο 270 § 4 και επ. −237, 368 έως 392, 159, 559 αριθ. 11,12 και 14 ΚΠολΔ).
[1] Προδημοσίευση από τον τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή κ. Ευάγγελο Περάκη.
[2] Τα άρθρα του ΚΠολΔ που αφορούν την Πραγματογνωμοσύνη υπέστησαν τροποποιήσεις τα τελευταία 25 χρόνια με τους ν. 2915/2001, 3994/2011, 4335/2015, 4842/2021 και 5221/2025.
[3] Γ.Θ. Ράμμος,Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, Αθήνα, 1980, II, §271, σ. 816· Ν. Κ. Κλαμαρής-Σ. Ν. Κουσούλης - Σ. Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία (Οργανισμός Δικαστηρίων-Γενική Εισαγωγή και Διαδικασία στα Πρωτοβάθμια Δικαστήρια-Απόφαση-Απόδειξη), Ε΄ έκδοση, 2023, σ. 998 επ.· Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙ, Η τακτική διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, Β΄ έκδοση, 2021, σ. 554. Ως προς τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί για τη νομική φύση της πραγματογνωμοσύνης βλ. και την πρόσφατη μονογραφία (διδακτορική διατριβή) του Ζ. Χατζηγιαννάκου, Η Δικαστική Πραγματογνωμοσύνη κατά τον ΚΠολΔ, 2020, σ. 2-6 (όπου υιοθετείται η άποψη για την «αναγνώριση του διφυούς χαρακτήρα του έργου των πραγματογνωμόνων» με την έννοια της αναγνωρίσεως «στους πραγματογνώμονες διπλής ιδιότητας» (ό.π., σ. 3 και 5).
[4] Βλ. Σχέδιον Πολιτικής Δικονομίας, τόμος 6, σ. 132 και 261.
[5] Για την όλη επιστημονική συζήτηση ως προς τη νομική φύση του πραγματογνώμονος βλ. και Γ. Νικολόπουλο, Δίκαιο αποδείξεως, Β΄ έκδοση, 2011, σ. 221 επ.
[6] Ζ. Χατζηγιαννάκος, ό.π., σ. 5.
[7] Ζ. Χατζηγιαννάκος, ό.π., σ. 5.
[8] Ζ. Χατζηγιαννάκος, ό.π., σ. 5.
[9] Ζ. Χατζηγιαννάκος, ό.π., σ. 3.
[10] Γ. Θ. Ράμμος, ό.π., σ. 816.
[11] Γ. Θ. Ράμμος, ό.π., σ. 816.
[12] Βλ. σχετικώς και H.Dolinar, Der Sachverstäntigenbeweis-eine rechtsvergleichende Analyse, Festschrift für R. Sprung zum 65. Geburtstag, Wien, 2001, σ. 117-142.
[13] H.-W.Fasching, Lehrbuch des österreichischen Zivilprozessrechts, Lehr-und Handbuch für Studium und Praxis, 1984, σ. 471.
[14] H.W.Fasching, ό.π., σ. 471.
[15] Fasching/Konecny (-B.Schneider), Zivilprozessgesetze, 3. Band, 1. Teilband (§§ 226-389 ZPO), 3. Aufl., σ. 1031 επ. και 1033.
[16] Rechberger/Simotta, Zivilprozessrecht, Erkenntnisverfahren, 9. Aufl., 2017, σ. 501.
[17] M.Guldener, Schweizerisches Zivilprozessrecht, 3. Aufl., 1979, σ. 350.
[18] W.Habscheid, Schweizerisches, Zivilprozess -und Gerichtsorganisationsrecht, Ein Lehrbuch seiner Grundlagen, 2. Aufl., 1990, σ. 405 (με βάση την §171 της τότε ισχύουσας Πολιτικής Δικονομίας του Καντονίου της Ζυρίχης)·H.U.Walder-Bohner, Der neue Zürcher Zivilprozess, Ein Handbuch, 1977, σ. 330 («… Gehilfe des Richters im besten Sinne des Wortes»).
[19] Thomas Sutter-Somm, Schweizerisches Zivilprozessrecht, 3. Aufl., 2019, σ. 221.
[20] Th.Sutter - Somm/ F. Hasenböhler / Chr. Leuenberger, Kommentar zur Schweizerischen Zivilprozessordnung (ZPO), 3. Aufl., 2016, Zürich-Basel-Genf, άρθρ. 183, σ. 1374 («…Entscheidungsgehilfe des Gerichts…» και άρθρ. 184, σ. 1383 («…Hilfsperson des Gerichts…»).
[21] Th. Sutter - Somm/F. Hasenböhler/ Chr. Leuenberger, ό.π., άρθρ. 185, σ. 1389 («… öffentlich-rechtliches Rechtsverhältnis…».
[22] Rosenberg-Schwab-Gottwald, Zivilprozessrecht, 18 Aufl., 2018, σ. 748.
[23] Stein-Jonas-Chr.Berger, ZPO, 2015. 23 Aufl., Tübingen, Band 5, §§ 328-510 c, σ. 654· Prütting/Gehrlein (Katzenmeier), ZPO Kommentar, 2013, σ. 1179· Münchener Kommentar (-Zimmermann), ZPO, 7 Aufl., B.2, σ. 178.
[24] Rosenberg-Schwab-Gottwald, ό.π., σ. 748· Stein-Jonas-Chr. Berger, ό.π., σ. 654· Münchener Kommentar (-Zimmermann), ό.π., σ. 178.
[25] Stein-Jonas-Chr.Berger, ό.π., σ. 667.
[26] Glasson-Tissier-Morel (-Ράμμος), Σύστημα Πολιτικής Δικονομίας, Μετάφρασις, Τόμος τρίτος, Αθήνα, 1933, σ. 730/731. Τονίζεται, βεβαίως, ότι ο πραγματογνώμων «δεν ενεργεί δικαιοδοτικήν πράξιν» και ότι «ορθότερον είναι να γείνη δεκτόν, ότι ο πραγματογνώμων είναι κοινός πολίτης, επιφορτισμένος προσκαίρως την εκτέλεσιν δημοσίας υπηρεσίας» [Glasson-Tissier-Morel (-Ράμμος), ό.π., σ. 734/ 735].
[27] Glasson-Tissier-Morel (-Ράμμος), ό.π., σ. 732 και εκεί υποσημείωση «4α».
[28] L. Cadiet-E. Jeuland, Droit judiciaire privé, 12e édition, Paris, 2023, σ. 600: «La fonction d’ expert judiciaire n’est donc qu’un titre». Και μάλιστα ο L. Cadiet (ό.π., σ. 600) με αναφορά στο γεγονός, ότι -προφανώς στη Γαλλία- οι δικαστές ορίζουν συχνά τα ίδια πρόσωπα ως πραγματογνώμονες, καθώς και ότι η σύνταξη του καταλόγου των πραγματογνωμόνων γίνεται από τα Εφετεία και την Cour de cassation, επισημαίνει, μεν, ότι δημιουργείται η εντύπωση, ότι οι δικαστικοί πραγματογνώμονες είναι «βοηθοί της δικαιοσύνης» («auxiliaries de justice») και μάλιστα με την έννοια ότι πρόκειται για μια «διαρκή λειτουργία» («fonction permanente»), προσθέτει όμως ρητώς «ότι στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν ισχύει» («En verité, il n’en est rien»), δηλαδή απορρίπτει σαφώς την άποψη ότι πρόκειται για «βοηθούς» του δικαστού ή του δικαστηρίου.
[29] Από την ελληνική βιβλιογραφία βλ.: Σ. Δεληκωστοπούλου, Ευρωπαϊκόν Δικονομικόν Δίκαιον, Διαδικασία και μέσα εννόμου προστασίας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Αθήνα, 1986, σ. 93-97· Κ. Γώγο, Η αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΕΕΕυρΔ, Ειδικό τεύχος, Ζ 808, Τ.21 (2001), σ. 167-188.
[30] Γ. Θ. Ράμμου-Ν. Κ. Κλαμαρή, Επιτομή αστικού δικονομικού δικαίου4, τρίτος ημίτομος, Δίκαιο Αποδείξεως, Αθήναι, 2009, σ. 77˙ Ν. Κ.Κλαμαρής-Σ. Ν. Κουσούλης-Σ. Σ. Πανταζόπουλος, ό.π., σ. 998˙ Ν. Νίκας, ό.π., σ. 549.
[31] Γ. Θ. Ράμμου-Ν. Κ. Κλαμαρή, ό.π., σ. 77˙ Ν. Κ. Κλαμαρής-Σ. Ν. Κουσούλης-Σ. Σ. Πανταζόπουλος, ό.π., σ. 998.
[32] Βλ. γενικά και K. D. Kerameus, Die Entwicklung des Sachverständigenbeweises im deutschen und griechischen Zivilprozessrecht, 1963.
[33] Βλ. και ΑΠ 1176/2024 (Χ. Κατσιάνη): «Κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ ‘‘Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης’’ (§ 1). ‘‘Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης’’ (§ 2). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, και οι υπάρχουσες αποδείξεις δεν είναι επαρκείς προς τούτο, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 255/2020, 110/ 2020, ΑΠ 1701/2018, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 20/2015). Η μη λήψη δε υπόψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του ισχυρισμού του διαδίκου, για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσής της, επειδή αυτός (ισχυρισμός) δεν αποτελεί ‘‘πράγμα’’, έστω και αν η μη λήψη του υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο προτείνεται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1493/ 2003)».
[34] Βλ. και την ειδική μελέτη του Ν. Κατηφόρη, Διαιτητική Πραγματογνωμοσύνη (Νομική φύση, διάκριση από τη διαιτησία και τον προσδιορισμό της παροχής από τρίτο, κατά Α.Κ. 37`), Πειραϊκή Νομολογία, 8 (1986). 161-184.
[35] Γ. Θ. Ράμμου, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, IV, 1985, σ. 2127.
[36] Σ. Ν. Κουσούλης, Διαιτησία, ερμηνεία κατ’ άρθρο, ΚΠολΔ 867-903, Ν. 2135/1999, Σύμβαση Νέας Υόρκης, Αθήνα, 2004, σ. 7.
[37] Βλ. Γ. Θ. Ράμμου, ό.π., σ. 2128.
[38] Βλ. και Κ. Μακρίδου/Χ. Απαλαγάκη/Γ. Διαμαντόπουλο, Πολιτική Δικονομία, 2016, σ. 20-25· βλ. τους ίδιους στη β΄ έκδοση του ως άνω έργου (2018), σ. 46-68 για τις τροποποιήσεις του ν. 4335/2015.
[39] Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την Αναμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Πρόταση Σχεδίου Νόμου, Δημοσιεύματα του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών, Τόμος 39, 2008, σ. 62 επ., 68 επ.
[40] Πρόταση Σχεδίου Νόμου, ό.π., Τ.39, σ. 63.
[41] Πρόταση Σχεδίου Νόμου, ό.π., Τ.39, σ. 62-64.
[42] Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Σχέδιο Νόμου, Δημοσιεύματα του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών, Τόμος 44, 2009, σ. 60/61, σ. 184/186.
[43] Βλ. αναλυτικά και Ζ. Χατζηγιαννάκο, ό.π. σ. 79 επ. Για την επανάληψη της συζητήσεως κατ’ άρθρον 254 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με διενέργεια πραγματογνωμοσύνης βλ. και το πρόσφατο αναλυτικό και θεμελιωμένο σχόλιο του Αθανασίου Πανταζόπουλου στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς 6/2024, ΕΠολΔ, 2025. 76-85. Βλ. σχετικώς και την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου 1055/2024 για την επανάληψη της συζητήσεως κατ’ άρθρον 254 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
[44] ΜΕφΘ 439/2023 (Α. Κυτρίδου).
[45] I. Τέντες, στο έργο Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΚΠολΔ I, άρθρ. 370, σ. 723, με αναφορά και στις αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης 1114/1978, Αρμ 1979. 3155 και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς 22/1984, Δ 1984. 230.
[46] ΑΠ 387/1993, ΕλλΔνη 1994. 360· I. Τέντες, ό.π., σ. 725.
[47] I. Τέντες, ό.π., σ. 725.
[48] Βλ.: ΑΠ 332/1962, ΝοΒ 1962. 1107/1108· ΕφΘ 104/1978, Δ 1979. 104-105.
[49] I. Τέντες, ό.π., άρθρ. 372, σ. 724.
[50] Βλ. Γ. Θ. Ράμμου, Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου. Τ. Β, 1980, σ. 735-739· Γ. Θ. Ράμμου - Ν. Κ. Κλαμαρή, Επιτομή Αστικού Δικονομικού Δικαίου4, Τόμος Γ', σ. 17/18 επ.
[51] Γ. Θ. Ράμμου - Ν. Κ. Κλαμαρή, ό.π., σ. 18.
[52] Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως3 (θεμελιωμένο από τον Χαρ. Ν. Φραγκίστα), Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 82.
[53] Λ. Σινανιώτης, Ειδικές Διαδικασίες3, Αθήνα, 2008, σ. 329.
[54] Για τη νομική φύση των νομικών γνωμοδοτήσεων βλ. το πρόσφατο αναλυτικό και θεμελιωμένο σχόλιο του Γ.Κόντη (στην απόφαση 1141/2023 του Α.Π.), ΕΠολΔ, 2024. 576 επ. και 581 επ. Από την παλαιότερη αρεοπαγιτική νομολογία βλ. AΠ 1469/1988, Ελληνική Δικαιοσύνη, 31 (1990). 764/765.
[55] Βλ. Κ. Μπέη, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, Αθήναι, 1968, σ. 106.
[56] Κ. Μπέης, ό.π., σ. 120.
[57] Κ. Μπέης, ό.π., σ. 128.
[58] Κ. Μπέης, ό.π., σ. 128.
[59] Κ. Μπέης, ό.π., σ. 128.
[60] Κ.Μπέης, ό.π., σ. 128.
[61] Βλ. περιπτωσιολογία στο Γ. Νικολόπουλο, ό.π., σ. 229 και 230 και αντίστοιχα υποσ. 34, 34 και 39.
[62] Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία, Γενικές Αρχές και Ερμηνεία των Άρθρων, τ. 8, Άρθρα 351 - 494, Αθήνα, 1975, άρθρο 379, σ. 1681.
[63] Κ. Μπέης, ό.π., σ. 1681.
[64] Βλ. λ.χ. ΑΠ 1588/1991, ΕλλΔνη 1993. 325/326· ΑΠ 1172/1997, ΕλλΔνη 1999. 634· ΕφΑθ 6913/1998, ΕλλΔνη 1998. 681.
[65] I. Τέντες, ό.π., σ. 729.
[66] Γ.Θ. Ράμμος, Δ 3 (1972). 469 επ. (472) : «... Περί δικονομικής μεν ακυρότητος δεν είναι δυνατόν κατ’ ακριβολογίαν να γίνεται λόγος, διότι δεν πρόκειται περί παραβάσεως διατάξεως, ρυθμιζούσης την διαδικασίαν και ιδία τον τύπον διαδικαστικής τινός πράξεως. Ούτε όμως και δικονομικόν απαράδεκτον δύναται να λεχθή ότι δημιουργείται εκ της μη τηρήσεως της προς κατάθεσιν της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης καθορισμένης προθεσμίας»· Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία, ό.π., σ. 1864· I. Τέντες, ό.π., σ. 731·Ν.Κ.Κλαμαρής-Σ.Ν.Κουσούλης-Σ.Σ.Πανταζόπουλος, ό.π., σ. 1002 (και υποσημείωση 11)˙ ΑΠ 99/1992 ΕΕΝ 1993. 2170˙ ΑΠ 604/1992, ΕλλΔνη 1994. 82/84˙ ΑΠ 860/2006, ΝοΒ 2006. 1744˙ ΑΠ 1241/2013, ΝοΒ 2014. 93˙ Ν. Νίκας, ό.π., σ. 558 επ.
[67] Ι. Τέντες, ό.π., σ. 731.
[68] Βλ. σχετικώς με το ζήτημα της καθυστερημένης υποβολής της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και της προθεσμίας για αξιολόγηση αυτής από τους διαδίκους και Π. Γέσιου-Φαλτσή / Χ.Απαλαγάκη / Π. Αρβανιτάκης, Η νέα διαδικασία του ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, 2004,σ. 122/123.
[69] Βλ. αντί πολλών άλλων I. Τέντε, ό.π., σ. 731 (732), όπου και εξαντλητική αναφορά νομολογιακών δεδομένων και νομολογιακής περιπτωσιολογίας· επίσης Κ. Μπέη, ό.π., σ. 1684/1685.
[70] Στ. Σταυρόπουλος, Ερμηνεία του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, Κατ’ άρθρον, Δευτέρα έκδοσις, Αθήνα, 1979, σ. 493.
[71] Κ. Μπέης, ό.π., σ. 1681.
[72] Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1986, σ. 435.
[73] Γ. Θ. Ράμμος, Στοιχεία Ελληνικής Πολιτικής Δικονομίας5, τ. Α΄ τεύχος Α΄, 1961, σ. 543.
[74] Γ. Θ. Ράμμος, Εγχειρίδιον Αστικού Δικονομικού Δικαίου, Τ. Β΄, 1980, σ. 816.
[75] Γ. Θ. Ράμμος, ό.π., σ. 816.
[76] Γ. Θ. Ράμμος, ό.π., σ. 816.
[77] I. Τέντες, ό.π., άρθρ. 369 ΚΠολΔ, αριθ. 1, σ. 722.
[78] Rosenberg - Schwab - Gottwald, Zivilprozessrecht, 18 Aufl., München, 2018, σ. 748.
[79] «(neutraler) Richtergehilfe», σύμφωνα και με την άποψη των Rosenberg — Schwab — Gottwald, ό.π., σ. 748.
[80] Rosenberg - Schwab - Gottwald, ό.π., σ. 748.
[81] Βλ. προηγουμένως στο κείμενο υπό «13.2».
[82] Γ. Θ. Ράμμος, Εγχειρίδιο Αστικού Δικονομικού Δικαίου, 1980, ό.π., σ. 816.
[83] Βλ. Stein - Jonas - Leipold, ΖΡΟ22, Band 5, §§ 328-510b, Tübingen, 2006, σ. 626 επ.· Stein-Jonas-Chr. Berger, ZPO, 2015, Tübingen, Band 5, §§328-510c, 2015 σ. 712 επ.· Münchener Kommentar/ Zimmermann, ZPO7, 2025, Β.2, § 404a, σ. 186 επ.
[84] Η ως άνω διάταξη έχει ως ακολούθως: «§ 407α - Weitere Pflichten des Sachverständigen. (1) Der Sachverständige hat unverzüglich zu prüfen, ob der Auftrag in sein Fachgebiet fällt und ohne die Hinzuziehung weiterer Sachverständiger sowie innerhalb der vom Gericht gesetzten Frist erledigt werden kann. 1st das nicht der Fall, so hat der Sachverständige das Gericht unverzüglich zu verständigen. (2) Der Sachverständige hat unverzüglich zu prüfen, ob ein Grund vorliegt, der geeignet ist, Misstrauen gegen seine Unparteilichkeit zu rechtfertigen. 2Der Sachverständige hat dem Gericht solche Gründe unverzüglich mitzuteilen. 3Unterlässt er dies, kann gegen ihn ein Ordnungsgeld festgesetzt werden. (3) Der Sachverständige ist nicht befugt, den Auftrag auf einen anderen zu übertragen. Soweit er sich der Mitarbeit einer anderen Person bedient, hat er diese namhaft zu machen und den Umfang ihrer Tätigkeit anzugeben, falls es sich nicht um Hilfsdienste von untergeordneter Bedeutung handelt. (4) Hat der Sachverständige Zweifel an Inhalt und Umfang des Auftrages, so hat er unverzüglich eine Klärung durch das Gericht herbeizuführen. Erwachsen voraussichtlich Kosten, die erkennbar aufs er Verhältnis zum Wert des Streitgegenstandes stehen oder einen angeforderten Kostenvorschuss erheblich übersteigen, so hat der Sachverständige rechtzeitig hierauf hinzuweisen. (5) Der Sachverständige hat auf Verlangen des Gerichts die Akten und sonstige für die Begutachtung beigezogene Unterlagen sowie Untersuchungsergebnisse unverzüglich herauszugeben oder mitzuteilen. Kommt er dieser Pflicht nicht nach, so ordnet das Gericht die Herausgabe an. (6) Das Gericht soll den Sachverständigen auf seine Pflichten hinweisen». Η διάταξη αυτή (§407α) της γερμανικής Πολιτικής Δικονομίας (ΖΡΟ) τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο (Gesetz) της 11.10.2016 (βλ. Münchener Kommentar-Zimmermann, ό.π., σ. 201 και 202).
[85] «Bei einer unzulässigen Übertragung ist (wenn keine spätere Heilung erfolgt...) das Gutachten nicht verwetbar und kein Vergütungsanspruch gegeben» Stein- Jonas-Leipold, ZPO22, ό.π., § 407α, περιθ. αριθ. 4, σ. 652/653)· Stein-Jonas-Chr. Berger, ZPO23, ό.π., § 407a, περιθ. αριθ. 4, σ. 713/714.
[86] Ι. Τέντες, ό.π., σ. 731.
[87] Βλ. σχετικώς με το ζήτημα της καθυστερημένης υποβολής της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και της προθεσμίας για αξιολόγηση αυτής από τους διαδίκους και Π. Γέσιου - Φαλτσή / X. Απαλαγάκη / Π. Αρβανιτάκης, Η νέα διαδικασία του ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, 2004, σ. 122-123.
[88] I. Τέντες, ό.π., σ. 731.
[89] I. Τέντες, ό.π. σ. 725/726.
[90] I. Τέντες, ό.π., σ. 720.
[91] I. Τέντες, ό.π., σ. 720/721.
[92] Γενικόν Ευρετήριον Νομολογίας, Τόμος Ε΄, Ναοί - Πωλήσεις Κληρονομιάς, Αθήναι, Εκδοτικός οίκος I. και Π. Ζαχαρόπουλου, Αθήναι, 1939, Πραγματογνωμοσύνη (πολ. δικ.) § 9, αριθ. 197, σ. 739 = Α. Κιτσικόπουλου, Πολιτική Δικονομία, Τόμος τρίτος, Αθήναι, 1937, άρθρ. 297, αριθ. 98, σ. 2659.