ΑΠ 120/2025, με παρατηρήσεις «Η δυνατότητα εφαρμογής της ΑΚ 371 εδ. α΄ για την πλήρωση του κενού που καταλείπει καταχρηστικός γενικός όρος των συναλλαγών», Γ. Μ. Καλογεράκης

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 02

 

Άρειος Πάγος (Α1΄ Τμήμα)

Αριθ. 120/2025

 

Πρόεδρος: Μ. Δαβίου, Αντιπρόεδρος

Εισηγήτρια: Α. Σιάννου, Αρεοπαγίτης

Δικηγόροι: Α. Καλαβρός, Α. Πανούση

 

Προστασία καταναλωτή. Αοριστία τιμήματος σύμβασης. Δανειακή σύμβαση με κυμαινόμενο επιτόκιο. Καταχρηστικότητα γενικού όρου που παρείχε στο πιστωτικό ίδρυμα το δικαίωμα να προβαίνει σε περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου χωρίς να ενσωματώνονται ειδικά, σαφή και εύλογα για τον καταναλωτή κριτήρια (άρθρο 2 ν. 2251/1994). Πλήρωση του κενού που καταλείπει ο άκυρος ως καταχρηστικός όρος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 371 ΑΚ («δίκαιη κρίση»). Έλεγχος των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 371 ΑΚ. Η εφαρμογή του κριτηρίου της «δίκαιης κρίσης» από τον προμηθευτή καταλήγει στην πράξη σε όμοια αποτελέσματα με αυτά του άκυρου όρου. Ο γενόμενος προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου από τον προμηθευτή δεν αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ώστε να καθίσταται αναγκαίος ο διαφορετικός προσδιορισμός του από το Δικαστήριο. Απορρίπτει την αναίρεση.

 

Ι. Με την υπό κρίση αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, …/...2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από ...2010 αγωγή τους κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν ότι συνήψαν την ...2005 με την τελευταία ως άνω τραπεζική εταιρεία σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου για αγορά και πρόσθετες οικοδομικές εργασίες ακινήτου, που θα χρησιμοποιούσαν ως κύρια κατοικία τους, ποσού 700.000 ευρώ, εξοφλητέου σε 420 συνεχείς μηνιαίες δόσεις. Ότι κατά τον όρο 4 της δανειακής σύμβασης το επιτόκιο ορίστηκε κυμαινόμενο, ύψους 3,35%, πλέον εισφοράς του ν. 128/1975 (0,12%), και ρητώς συμφωνήθηκε ότι «η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου, εφόσον υπάρξει μεταβολή του παρεμβατικού (επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα και έως του διπλάσιου της μεταβολής αυτής. Η μεταβολή θα λαμβάνει χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία μεταβολής του παρεμβατικού (επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το νέο επιτόκιο συμφωνείται ότι θα ισχύει από την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης της Τράπεζας, ο δε οφειλέτης θα λάβει γνώση για τη μεταβολή αυτή από την Τράπεζα, είτε με ανακοίνωση της Τράπεζας, που θα δημοσιεύεται δύο φορές σε δύο πολιτικές και σε δύο οικονομικές εφημερίδες στον ημερήσιο τύπο, είτε με ειδοποίησή της προς τον οφειλέτη». Ότι κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης το, ως άνω, παρεμβατικό επιτόκιο ανερχόταν σε 2% και υπέστη έκτοτε τις εκτιθέμενες στην αγωγή αυξομειώσεις, με αποτέλεσμα από τον Μάιο του 2009 μέχρι την άσκηση της αγωγής να ανέρχεται σε 1%. Ότι η δανείστρια τράπεζα, κατ' εφαρμογή των, ως άνω, αδιαφανών, άκυρων και καταχρηστικών συμβατικών προβλέψεων του όρου 4 της δανειακής σύμβασης, παρέλειψε να το αναπροσαρμόσει προσηκόντως, ιδίως σύμφωνα με την επακολούθησασα μείωση του επιτοκίου αναφοράς (παρεμβατικού επιτοκίου ΕΚΤ), με αποτέλεσμα η προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους να καταστεί ιδιαίτερα επαχθής γι' αυτούς. Ότι ζήτησαν από την τράπεζα εξωδίκως την αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου βάσει της επελθούσας μειώσεως του παρεμβατικού επιτοκίου ΕΚΤ, την οποία αρνήθηκε, επικαλούμενη κριτήρια, βάσει των οποίων προέβη στον καθορισμό του συμβατικού επιτοκίου, τα οποία δεν προβλέπονται στη δανειακή σύμβαση. Ότι ο όρος 4 της δανειακής σύμβασης, που παρέχει στην δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα μονομερούς μεταβολής του συμβατικού επιτοκίου, είναι άκυρος, ως ΓΟΣ, και καταχρηστικός, αντικείμενος στις διατάξεις του ν. 2251/1994 και ότι, αντιθέτως, το συμβατικό επιτόκιο θα έπρεπε, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, να μεταβάλλεται αναλογικά, κατά το ύψος και προς την ίδια κατεύθυνση, με τη μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου και η σχετική μείωση θα έπρεπε να ισχύει αυτομάτως, από την ημέρα πληρωμής της επομένης, μετά τη μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου. Και ότι με τον τρόπο αυτό, κατ’ εφαρμογή του άνω άκυρου όρου, η εφεσίβλητη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας τους κατά το ποσό των 9.214,01 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ όσων κατέβαλαν προς αποπληρωμή των τοκοχρεολυτικών δόσεων του δανείου τους από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης (...2005) έως και την ...2010 και όσων θα έπρεπε να καταβάλουν για την ίδια αιτία αν η δανείστρια τραπεζική εταιρεία, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, προσάρμοζε το συμβατικό επιτόκιο στο ισχύον παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ. Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες και νυν αναιρεσείοντες ζήτησαν: α) Να υποχρεωθεί η εναγομένη και νυν αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία να τους αποδώσει το ως άνω ποσόν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής κάθε δόσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να διαμορφώνει στο εξής το επιτόκιο εκάστης δόσης του δανείου έως τη λήξη του αναλογικά με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ΕΚΤ, πλέον της εισφοράς του ν. 128/1975. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η …/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε εαυτόν καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ακολούθως, οι ενάγοντες, με την από ...2011 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την ως άνω αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επ' αυτής εκδόθηκε η …/2013 απόφαση, με την οποία απερρίφθη στο σύνολό της η αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες άσκησαν την από ...2014 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η …/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η ως άνω έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, δεχόμενη ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο αντικατέστησε και συμπλήρωσε. Κατά της απόφασης αυτής, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από ...2016 αίτηση αναίρεσης και επ’ αυτής εκδόθηκε η 354/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. Ειδικότερα, η παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση (1216/2015) υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή αν και η νομική βασιμότητα της υπό κρίση αγωγής, κατά τα ρητά εκτιθέμενα σε αυτήν, θεμελιώνεται μόνον στην παράλειψη αναφοράς των ειδικών (εύλογων) κριτηρίων μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου στην ένδικη δανειακή σύμβαση, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα του σχετικού όρου προσδιορισμού του επιτοκίου αυτού στο σύνολό του και συνακόλουθα την ελαττωματικότητα της αιτίας της γενόμενης περιουσιακής μετακίνησης, στην οποία, κατά την αγωγή, οφείλεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, το Εφετείο αρνήθηκε να εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, 2 §§ 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994 και 2 §§ α, β της 178/...2004 απόφασης της ΕΤΠΘ/ΤΕ. Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες - αναιρεσείοντες επανέφεραν προς συζήτηση την ως άνω έφεσή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και επ’ αυτής εκδόθηκε η προσ­βαλλόμενη …/...2022 απόφαση, με την οποία, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (με διάφορη αιτιολογία από εκείνη που είχε η προσβαλλόμενη, …/2013, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και στη συνέχεια, αφού έγινε δεκτό ως νόμιμο το αγωγικό αίτημα περί υποχρέωσης της τραπεζικής εταιρείας να διαμορφώνει στο εξής το επιτόκιο εκάστης δόσης του δανείου έως τη λήξη του αναλογικά με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ΕΚΤ, πλέον της εισφοράς του ν. 128/ 1975, συμμορφούμενη με την 354/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε ως προς το κεφάλαιο αυτό την …/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς το αίτημα αυτό, με βάση τη διάταξη του άρθρου 371 εδάφιο β' του ΑΚ, και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι εκκαλούντες - ενάγοντες άσκησαν την από ...2022 και με ειδ. αριθ. καταθ. ...2022 αίτηση αναίρεσης και τους από ...2024 και με αριθ. καταθ. ...2024 πρόσθετους λόγους. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3,  566 § και 569 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου παραδεκτά (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246, 573 § 1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ’ άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 757/2023, ΑΠ 157/ 2022).

ΙΙ. Α. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», που αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές» [στην § 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας «τα Κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή» (ΑΠ 652/2010)], «1. Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημά τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην ελληνική γλώσσα. 3. Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων. 4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 5. Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο γενικού όρου συναλλαγών κατά την εφαρμογή, των §§ 16α και 2 και 3 των άρθρων 10 και 13α αντίστοιχα, επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου (οι §§ 1 έως 5 αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο 2 § 1 του ν. 3587/2007). 6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται» [το πρώτο εδάφιο της § 6 είχε αντικατασταθεί με την § 24 του άρθρου 10 του ν. 2741/1999 (ΦΕΚΑ 199/1999) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε  με  το  άρθρο 2 § 2 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚΑ 152/10.7.2007)]. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γενικών Όρων των Συναλλαγών (ΓΟΣ), συνεπεία σημαντικής διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, η οποία περιλαμβάνεται στην ανωτέρω παράγραφο 6, στην παράγραφο 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2, παρατίθεται, ενδεικτικώς, κατάλογος ειδικών καταχρηστικών ΓΟΣ, θεωρουμένων, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, ως καταχρηστικών (ΑΠ 143/ 2024, ΑΠ 168/2024, ΑΠ 441/2023), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπό στοιχεία ε' και ια' όροι, στους οποίους ορίζονται τα κάτωθι: «7. Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι, οι οποίοι: .... ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση (η περ. ε' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 § 3 του ν. 3587/2007, προηγούμενη διατύπωση «επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο») … ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή». Ειδικότερα, η διάταξη του εδαφίου ε' του άρθρου 2 § 7 διακρίνει δύο (2) περιπτώσεις: αα) Ρήτρες μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης: Η απαγόρευση τέτοιου είδους ρητρών καταλαμβάνει τις μεταβολές οποιουδήποτε συμβατικού στοιχείου (όπως πχ του προσώπου του υπόχρεου, του αντικειμένου της παροχής, του ύψους της αντιπαροχής, του χρόνου εκπλήρωσης κ.λπ.). Προϋπόθεση του κύρους τέτοιου είδους ρητρών είναι όχι μόνο να συντρέχει σοβαρός λόγος που να δικαιολογεί τη μονομερή τροποποίηση, αλλά επιπλέον πρέπει και το είδος του λόγου αυτού να προβλέπεται ρητά στη σύμβαση και να εξειδικεύεται επαρκώς, έτσι ώστε όλα τα πιθανά αίτια μιας ενδεχόμενης τροποποίησης να είναι εκ των προτέρων γνωστά και εποπτεύσιμα από τον καταναλωτή και ββ) ρήτρες μονομερούς λύσης της σύμβασης. Επίσης, η διάταξη του εδαφίου ια' του άρθρου 2 § 7 εξειδικεύει την απαγόρευση μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης του εδαφίου ε' και δεν περιορίζεται στην αοριστία του αρχικού καθορισμού του τιμήματος, αλλά αναφέρεται και στην αοριστία του τρόπου αναπροσαρμογής των κάθε μορφής οικονομικών ανταλλαγμάτων που καταβάλλει ο καταναλωτής (ΑΠ 354/2020) και συνεπώς για την εγκυρότητα τέτοιου είδους ρητρών πρέπει να συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: 1) Συνδρομή σπουδαίου λόγου που να καθιστά αναγκαία για τον προμηθευτή την αύξηση του τιμήματος, 2) Ρητή μνεία στη σύμβαση του είδους του σπουδαίου αυτού λόγου μαζί με ειδικά και εύλογα κριτήρια για τον τρόπο άρσης της αοριστίας, δηλαδή για τον καθορισμό ή την αναπροσαρμογή του τιμήματος, ως τέτοια δε (κριτήρια), τα οποία κρίθηκαν ότι είναι επαρκή, είναι, μεταξύ άλλων, σημαντικά οικονομικά στοιχεία, όπως οι συνθήκες της χρηματαγοράς και το κόστος χρήματος, ο γενικός και ειδικός πιστωτικός κίνδυνος, οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, οι κανόνες διαφάνειας, εφόσον δεν είναι περαιτέρω ειδικός ο προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησής τους ως αόριστων (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 652/2010) και 3) Ο προμηθευτής να κάνει στους όρους του ρητή πρόβλεψη του δικαιώματος του καταναλωτή για λύση της σύμβασης, σε περίπτωση που η αύξηση του τιμήματος, έστω και αν πληροί τις προηγούμενες δύο προϋποθέσεις, αποδεικνύεται υπερβολική για τη δική του οικονομική κατάσταση. Παρά τις αυστηρές αυτές απαιτήσεις, ο ν. 2251/1994 δεν αποσκοπεί εν τέλει στην απαγόρευση του δικαιώματος μονομερούς αναπροσαρμογής των συμβατικών όρων, αλλά στην διασφάλιση της καλόπιστης άσκησής του εκ μέρους του προμηθευτή (ΟλΑΠ 12/2017) και ως εκ τούτου ΓΟΣ δανειακής σύμβασης με κυμαινόμενο επιτόκιο, στον οποίο προβλέπεται ότι η δανείστρια τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου, εφόσον υπάρξει μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα, ελέγχεται για τυχόν καταχρηστικότητά του [εφόσον δεν αναφέρονται ειδικά και εύλογα κριτήρια για την τροποποίηση αυτή (ΑΠ 354/2020)], χωρίς όμως να καθιδρύεται άνευ άλλου τινός και υποχρέωση της τράπεζας να ενσωματώνει στο επιτόκιο του δανείου τις σχετικές σταδιακές μειώσεις του επιτοκίου της ΕΚΤ, όταν αυτό δεν έχει συμφωνηθεί ή δεν προβλέπεται, αφού εάν γινόταν κάτι τέτοιο δεκτό θα παραμερίζονταν οποιαδήποτε άλλα εύλογα κριτήρια με βάση τα οποία θα κριθεί από το Δικαστήριο εάν ο προσδιορισμός έγινε κατά «δίκαιη κρίση». Συνακόλουθη δε συνέπεια των ανωτέρω είναι να μην θεμελιώνεται στην περίπτωση αυτή αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (πρβλ. ΑΠ 919/2021). Εξάλλου, με τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου, είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία, που δεν αντιμετωπίζονται από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 828/ 2018, ΑΠ 561/2014, ΑΠ 652/2010). Η ρύθμιση των ανωτέρω §§ 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας) (ΑΠ 1707/2023, ΑΠ 830/2021, ΑΠ 652/2010), με τα αναφερόμενα εκεί κριτήρια και πρέπει, για την κρίση περί της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με τη συνεκτίμηση της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε όμως στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ως μέτρο δε ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση (ΑΠ 168/2024, ΑΠ 378/2020). Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες, που φέρουν «καθοδηγητικό» χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν, με το περιεχόμενο του ΓΟΣ, αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης ελέγχεται, για καταχρηστικότητα, ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και την διατήρηση της φύσης της σύμβασης, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών (ΑΠ 168/2024, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 652/2010). Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια, να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 § 7 του ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 1987/2006). Επίσης, οι ΓΟΣ, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, που δεν ορίζεται ρητά στις ανωτέρω διατάξεις, αλλά συν­άγεται σαφώς από αυτές, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 652/2010), ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως η διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου ΓΟΣ, εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 2 της ανωτέρω Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 561/2014). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της (ΠΔ/ΤΕ) ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29.2.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/τ. Α'/14.4.1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΝΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26.6.1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ.Α'/29.6.1998) μετονομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν στους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι εκδιδόμενες από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 25 § 6 του ν. 3601/2007, κατά τους ορισμούς της οποίας «Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας» (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 652/2010). Στο πλαίσιο αυτό, με τις περιπτώσεις i) και iv) της § 2 εδ. α' του κεφαλαίου Β' της ΠΔ/ΤΕ/2501/2002 (ΦΕΚΑ' 277/18.11.2002) με τίτλο: «Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους, που διέπουν τις συναλλαγές τους», ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν κατ' ελάχιστο να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με «το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται. Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό)», καθώς και «σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)». Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 178/2004 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΠΘ/ΤΕ) «Διευκρινίσεις των ΠΔ/ΤΕ 1087/1987, 1216/ 1987, 1955/1991, 2286/1994 και 2326/ 1994, καθώς και της ΠΔ/ ΤΕ 2501/2002, που αφορούν την διαμόρφωση των επιτοκίων και την ενημέρωση των συναλλασσομένων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων» (ΦΕΚ Α' 152/9.8.2004), με τα εδάφια α' και β' της § 2, με τα οποία ορίζεται ότι: «α) Η παρ. 2 εδ. α' (iv) του Κεφαλαίου Β' της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης, β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λπ., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου». Με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί στεγαστικών δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 430/2005) και τις πιο πάνω, έχουσες κανονιστική ισχύ, αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ ΤΕ, προκύπτει, αφενός ότι δεν είναι καταχρηστικός ο προδιατυπωμένος και περιλαμβανόμενος σε σύμβαση στεγαστικού δανείου ΓΟΣ, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής από την δανείστρια τράπεζα του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/100 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (με την έννοια της απόκλισης από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει), δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ' ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης (ΑΠ 919/2021, ΑΠ 354/2020, ΑΠ 652/ 2010). Αντιθέτως, όμως, είναι καταχρηστικός, ως αντίθετος στο άρθρο 2 §§ 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994, διότι εμφανίζει αοριστία, ο προδιατυπωμένος και περιλαμβανόμενος σε σύμβαση στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο ΓΟΣ, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στην προμηθεύτρια τράπεζα, ρυθμίζοντας τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου σε σύμβαση δανείου, να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή - δανειολήπτη, κριτήρια ειδικά και εύλογα, ήτοι, εν προκειμένω, παραλλήλως προσδιοριζόμενα κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, που, συνδυαζόμενα πάντοτε με την προϋπόθεση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου, αξιολογούνται ως εύλογα και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολογήσεώς του ως αορίστου. Τέτοια, δε, παραλλήλως προσδιοριζόμενα, κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, όπως προαναφέρθηκε, δύναται να αποτελούν οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, ο γενικότερος προϊοντικός κίνδυνος και ο κίνδυνος που η τράπεζα αναλαμβάνει έναντι του κατόχου (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 652/2010). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 2 § 8 του ν. 2251/1994, που ορίζει ότι «Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί», με τις διατάξεις των άρθρων 181, 200 και 371 ΑΚ που ορίζουν ότι «η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος» (άρθρο 181 του ΑΚ), «οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη» (άρθρο 200 του ΑΚ) και «αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν γίνεται με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο» (άρθρο 371 του ΑΚ), προκύπτει ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ’ αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 168/ 2024, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 105/2019). Εφόσον, όμως, κριθεί ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί η σύμβαση με το άρθρο 200 του ΑΚ και ο όρος δανειακής σύμβασης, που αφορά το κυμαινόμενο επιτόκιο και ειδικότερα τον τρόπο αναπροσαρμογής του, είναι αόριστος, τότε η σύμβαση αυτή πάσχει από μερική ακυρότητα, δηλαδή μόνον ως προς αυτόν τον όρο της. Τότε, η πλήρωση του αναφυόμενου κενού θεραπεύεται με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 371 του ΑΚ και την ιδέα της «δίκαιης κρίσης», που διέπει το εν λόγω άρθρο, με στόχο τη δίκαιη επαναφορά της συμβατικής ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Έτσι, η αναπροσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου γίνεται σύμφωνα με τα ορθά και εύλογα κριτήρια, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών, διαφορετικά γίνεται από το δικαστήριο κατά το άρθρο 371 ΑΚ (ΑΠ 105/2019), μετά από άσκηση σχετικής αγωγής από το επικαλούμενο την ακυρότητα μέρος (ΑΠ 168/2024). Σημειώνεται δε ότι ως προς το εύλογο των κριτηρίων αναπροσαρμογής της (αντι)παροχής ο ν. 2251/1994 και η ΑΚ 371 ταυτίζονται, αφού η δίκαιη κρίση της ΑΚ 371 προϋποθέτει την εφαρμογή εύλογων κριτηρίων για την αναπροσαρμογή, όπως και ο ν. 2251/1994. Η ΑΚ 371 εφαρμοζόμενη είναι η πιο κατάλληλη για την αντιμετώπιση των καταχρηστικών ΓΟΣ Και τούτο διότι, η - με συναίνεση του αντισυμβαλλομένου - «ανάθεση» στον προμηθευτή της δυνατότητας να διαμορφώσει μέσω ΓΟΣ το περιεχόμενο της σύμβασης, έχει, κατά την ΑΚ 371, ως αντίβαρο την υποχρέωσή του να διαμορφώσει τους γενικούς όρους του κατά «δίκαιη κρίση». Έτσι, όταν δεν συμβεί αυτό, άδικοι ΓΟΣ εκτοπίζονται ακριβώς λόγω της αντίθετης με το γράμμα της ΑΚ 371 «πρακτικής» του προμηθευτή. Άλλωστε, κατά το γράμμα της, η παραπάνω διάταξη δεν «αυτοπεριορίζεται» στις ατομικές συμβάσεις, διατηρεί μάλιστα την εφαρμογή της στους ΓΟΣ εμπορικών συμβάσεων ή άλλων συμβάσεων και όταν ακόμη δεν εφαρμόζεται το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, ενώ, επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, από την συνύπαρξη της ΑΚ 371 και του ν. 2251/1994 μπορεί να προκύψει και μία ερμηνευτική συμπλήρωση της ΑΚ 371, σε περίπτωση «δίκαιης κρίσης» μεν, αλλά υπερβολικής, για τον συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τροποποίησης της αντιπαροχής, οπότε, με την επίκληση και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 288 ΑΚ, να θεμελιωθεί το δικαίωμα του αντισυμβαλλομένου δανειολήπτη για λύση της σύμβασης.

Β. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ «αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο». Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Από τη διατύπωση δε του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία υφίσταται όταν κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους, ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Εξάλλου, ο προσδιορισμός της παροχής δύναται να συμφωνηθεί ότι αφήνεται στην κρίση και των δύο μερών και είναι δυνατόν να ανατέθηκε με τη συμφωνία από κοινού στους συμβαλλομένους. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από συμβαλλόμενο ή τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Επίσης, το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδάφιο 2 του άρθρου 371 ΑΚ, που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη. Πριν από τον προσδιορισμό αυτό δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 162/ 2017, ΑΠ 403/2016, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 110/ 2015). Γ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (ερμηνευτικό σφάλμα), είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 325/ 2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1947/2006). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συν­τελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1636/2018), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 37/2021). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 66/ 2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 37/2021, ΑΠ 51/2020). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 1270/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 205/2020). Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 215/2021, ΑΠ 617/2019). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ’ αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 395/2020, ΑΠ 781/2020), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 70/2022) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 70/2022) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 265/2023, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 630/2021). Τέλος, οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται με αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 16/2024).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται προσηκόντως, αποδίδουν ως πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη (…/2022) απόφαση του Εφετείου Αθηνών την ψευδή ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 § 1 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με τις εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι η αναπλήρωση του άκυρου Γενικού Όρου Συναλλαγών αναφορικά με τα κριτήρια αναπροσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου πρέπει να συναχθεί ερμηνευτικά στη βάση των προϋποθέσεων της ΑΚ 371 εδάφιο 2. Ότι εντούτοις το κενό που δημιουργείται στην υπό κρίση δανειακή σύμβαση εξαιτίας της ακυρότητας του επίμαχου ΓΟΣ αναφορικά με τα κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου πρέπει να συμπληρωθεί από το Δικαστήριο ερμηνευτικά, όχι με διαπλαστική δικαστική απόφαση και δη με προσδιορισμό της παροχής, κατά το άρθρο 371 εδάφιο 2 του ΑΚ και τις προϋποθέσεις αυτού, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της, αλλά μόνο με συμπλήρωση του κενού που εξαρχής υπάρχει στη σύμβαση και δημιούργησε ο άκυρος όρος, ώστε το συμπλήρωμα του περιεχομένου της σύμβασης να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς να τροποποιείται η σύμβαση. Ότι, σε περίπτωση ακυρότητας ορισμένου ΓΟΣ - όπως εν προκειμένω - το κενό που ανακύπτει στη σύμβαση θα καλυφθεί, κατ’ αρχήν, με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον το ενδοτικό δίκαιο περιέχει σχετική ρύθμιση. Στην αντίθετη περίπτωση, εφόσον δηλαδή ο επίμαχος όρος αναφέρεται σε ζήτημα που δεν καλύπτεται από το ενδοτικό δίκαιο, η πλήρωση του κενού θα γίνει με συμπληρωματική ερμηνεία της συμβάσεως, κατά τα άρθρα 173, 200 ΑΚ και σύμφωνα με το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, ενώ ζήτημα εφαρμογής της ΑΚ 371 για προσδιορισμό του επιτοκίου ή/και του τρόπου μεταβολής αυτού «με δίκαιη κρίση» δεν τίθεται. Και τούτο διότι, αν γινόταν δεκτό ότι σε περίπτωση ακυρότητας του όρου μονομερούς αναπροσαρμογής, έπρεπε αυτός να συμπληρωθεί με προσφυγή στην ΑΚ 371, ο ν. 2251/1994 θα έχανε τη ρυθμιστική του αξία. Η κήρυξη ακυρότητας του όρου θα έμενε για τον προμηθευτή χωρίς δυσμενείς συνέπειες, καθώς θα οδηγούσε στο ίδιο νομικά και οικονομικά αποτέλεσμα με την περίπτωση που δεν ακυρωνόταν ο όρος. Ότι, η διάταξη της ΑΚ 371 εδ. 2, την οποία επικαλείται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να συμπληρωθεί το συμβατικό κενό με τα κριτήρια αυτής (: έλλειψη ή βραδύτητα του προσδιορισμού της παροχής με «δίκαιη κρίση» κ.λπ.), είναι de lege lata καταστρωμένη για τον τύπο μιας ατομικής σύμβασης και δεν μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις με ΓΟΣ, στις οποίες οι όροι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν καθίστανται αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Δεδομένου ότι, τόσο σύμφωνα με την 354/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου όσο και κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό ότι ο ανωτέρω ΓΟΣ είναι σύμφωνα με το άρθρο 2 §§ 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994 καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, διότι εμφανίζει αοριστία, αφού κατ’ ουσίαν επιτρέπει στην τράπεζα - αναιρεσίβλητη να (επανα)προσδιορίζει οποτεδήποτε το συμβατικό επιτόκιο χωρίς ειδικά και εύλογα κριτήρια, θα έπρεπε να συμπληρωθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το οικείο κενό της δανειακής σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προβλέπεται ότι το συμβατικό επιτόκιο θα αναπροσαρμόζεται με βάση εύλογα κριτήρια που να αντανακλούν τις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή το κόστος του χρήματος για την τράπεζα - αναιρεσίβλητη. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, η οποία στο κεφάλαιο Β' §§ 2 περ. 4 ορίζει ότι η ελάχιστη ενημέρωση της τράπεζας προς το συναλλασσόμενο πελάτη «σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο» αφορά «το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια της ΕΚΤ)». Ότι στην περίπτωση του κυμαινόμενου επιτοκίου, η τράπεζα δεν αναλαμβάνει κανένα κίνδυνο, καθώς μπορεί, με βάση το επιτόκιο αναφοράς, να αναπροσαρμόζει το επιτόκιο του δανείου και να κρατά σταθερό το κέρδος (περιθώριο προσαύξησης του επιτοκίου αναφοράς), το οποίο συμφώνησε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αντιθέτως, τον κίνδυνο αύξησης του επιτοκίου φέρει ο δανειολήπτης, ο οποίος (ενν. κίνδυνος) αντισταθμίζεται στην επιλογή του για κυμαινόμενο επιτόκιο από το αντίστοιχο όφελος (μείωση του επιτοκίου) που θα έχει σε περίπτωση μείωσης του κόστους του χρήματος για την τράπεζα. Τέτοιο δε εύλογο κριτήριο, που αντανακλά τις συνθήκες της χρηματαγοράς και εκφράζει κατά τον πλέον έγκυρο τρόπο τη βούληση των μερών να συνδέσουν τη διακύμανση του επιτοκίου της σύμβασης με τις εκάστοτε μεταβολές του κόστους χρήματος στην αγορά, αποτελεί το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής ΕΚΤ), που είναι το επιτόκιο στο οποίο αυτή χορηγεί δάνεια στα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ η προσφορότητα του κριτηρίου αυτού επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι και η Τράπεζα της Ελλάδος στην ΠΔ/ΤΕ 2501 2002, με την οποία θεσπίζει κανόνες για την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, η μοναδική ενδεικτική αναφορά που κάνει είναι στα παρεμβατικά επιτόκια της ΕΚΤ. Έτσι, κατά τους αναιρεσείοντες η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού διαπίστωσε την καταχρηστικότητα και συνεπώς την ακυρότητα του όρου της επίμαχης σύμβασης ως προς τον τρόπο αναπροσαρμογής του επιτοκίου, όφειλε, εν όψει των ΑΚ 173, 200, να προβεί σε συμπληρωματική ερμηνεία του άκυρου ΓΟΣ, κατά τα ανωτέρω, χρησιμοποιώντας, σε κάθε περίπτωση, το εύλογο κριτήριο της μεταβολής του επιτοκίου πράξεων αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Επίσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι μόνο στοιχείο από το περιεχόμενο του επίδικου ΓΟΣ που αποτελεί προϊόν συμφωνίας αμφοτέρων των μερών και θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας καλόπιστης ερμηνείας της σύμβασης, κατ’ άρθρα 173, 200 ΑΚ και σύμφωνα με το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων (του άρθρου 2) του ν. 2251/1994 είναι το επιτόκιο της ΕΚΤ, ως αντικειμενικός όρος μεταβολής του συμβατικού επιτοκίου, αφού συνιστά τη μοναδική αδιαμφισβήτητη, σαφή και διαφανή μεταβλητή αναφορικά με το κόστος του χρήματος στη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση και συνεπώς η δανειακή σύμβαση και δη ο επίδικος ΓΟΣ θα έπρεπε εν προκειμένω να αναπληρωθούν κατά περιεχόμενο, σύμφωνα με τα άρθρα 173, 200 ΑΚ και κατά το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων (του άρθρου 2) του ν. 2251/1994, ώστε να προβλέπουν την αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου κατά το ύψος και προς την κατεύθυνση της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκίου της ΕΚΤ, όπως αναλύεται και στην αγωγή. Συνακόλουθα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δια των εν λόγω παραδοχών της, απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα, παραβιάζοντας τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και δη, αφ’ ενός, την ΑΚ 371 εδ. 2, αφ’ ετέρου, τα άρθρα 2 §§ 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994 και 173, 200 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω. Συγκεκριμένα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, από τη μία πλευρά, έσφαλε ως προς την ανεύρεση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 371 εδ. 2 ΑΚ για να απορρίψει τα αγωγικά αιτήματα, ενώ, από την άλλη πλευρά, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, μολονότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στη δανειακή σύμβαση λόγω του άκυρου ΓΟΣ, εντεύθεν, δε, και την ανάγκη πλήρωσης του κενού αυτού με ερμηνεία, και κατ’ αυτόν τον τρόπο και όλως αντιθέτως προς το γράμμα και το πνεύμα της υπ’ αριθ. 354/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, στη βάση της οποίας αναπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, απέφυγε να συμπληρώσει τη σύμβαση αναφορικά με τους όρους αναπροσαρμογής του επιτοκίου.

Με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, τίθενται δύο κρίσιμα νομικά ζητήματα: αφενός μεν η εφαρμογή ή μη του άρθρου 371 εδάφιο 2 του ΑΚ για την πλήρωση κενού σε δανειακή σύμβαση, με κυμαινόμενο επιτόκιο, λόγω καταχρηστικού - άκυρου ΓΟΣ, αφετέρου δε η προσφυγή για την ερμηνεία του κενού αυτού αποκλειστικά στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ώστε η αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου να γίνεται με μοναδικό κριτήριο αυτό της μεταβολής του επιτοκίου πράξεων αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: «... Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, με το σκεπτικό ότι ο επίμαχος όρος 4 είναι μεν έγκυρος κατά το σκέλος που προβλέπει τη δυνατότητα μεταβολής του συμβατικού επιτοκίου έως το διπλάσιο της μεταβολής του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, αλλά άκυρος ως καταχρηστικός λόγω αδιαφάνειας, κατά το σκέλος που δεν προσδιορίζονται στη σύμβαση ειδικά κριτήρια, βάσει των οποίων θα ασκείται από την δανείστρια τράπεζα η διακριτική ευχέρειά της κατά τον μονομερή προσδιορισμό του συμβατικού, κυμαινομένου, επιτοκίου, πέραν της αναφοράς στη μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, ότι η ακυρότητα αυτή δεν θεμελιώνει κατά νόμο τα ένδικα αιτήματα της αγωγής, παρά μόνο θα μπορούσε να ζητηθεί η αναγνώριση της ακυρότητας του επίδικου όρου, που δεν ζητείται και ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν είχαν περιληφθεί στη σύμβαση τα εν λόγω κριτήρια, δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί κατά νόμο η ένδικη αξίωση. Με την δε αναιρεθείσα, ως άνω, απόφαση επί της εφέσεως η ένδικη αγωγή κρίθηκε ομοίως απορριπτέα ως μη νόμιμη, αλλά με διαφορετική αιτιολογία. Με την κρινόμενη έφεση οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και υπό εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την αγωγή τους, παρά το γεγονός ότι κρίθηκε άκυρος ο προεκτεθείς όρος 4 και ότι κακώς κρίθηκε ότι ο ίδιος όρος, κατά το σκέλος που προβλέπει το άνω ανώτατο όριο αναπροσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου είναι έγκυρος. ... β) Επίσης, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, η αγωγή, ως προς τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ένδικη αξίωση των εκκαλούντων, ύψους 9.214,01 ευρώ, ήταν απορριπτέα προεχόντως ως μη νόμιμη, διότι: Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν...σε περίπτωση επικαλούμενης ακυρότητας ΓΟΣ, με τον οποίο είχε ανατεθεί στη δανείστρια τράπεζα ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής των οφειλετών, δηλαδή του ύψους και της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, βάσει του οποίου υπολογίζονται οι υπ' αυτών οφειλόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις αποπληρωμής του δανείου τους, ως αντικειμένου στις διατάξεις του ν. 2251/1994, δημιουργείται κενό στη σύμβαση ως προς τον προσδιορισμό του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο καθιστά αναγκαία τη συμπλήρωση της σύμβασης και τη δικαστική διάπλαση της παροχής των εκκαλούντων, υπό τους όρους του άρθρου 371 ΑΚ. Στο μέτρο, όμως, που τέτοια διάπλαση δεν είχε λάβει χώρα κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ώστε να προσδιοριστεί κατά δίκαιη κρίση το ύψος της οφειλόμενης παροχής τους, δεν είχε γεννηθεί κατά τον χρόνο αυτό η ένδικη αξίωση εκ του άρθρου 904 ΑΚ. Πέραν τούτου, ο επικαλούμενος από τους εκκαλούντες με την αγωγή τους υπολογισμός της ένδικης αυτής αξίωσης, βάσει του «ορθού», κατά τους εκκαλούντες, επιτοκίου (το οποίο δεν προσδιορίζεται μεν αριθμητικά, αλλά υπολείπεται του συμβατικού, όπως αυτό ορίστηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τη δανείστρια τράπεζα) και των εκτιθέμενων στην αγωγή αυξομειώσεων του παρεμβατικού επιτοκίου ΕΚΤ κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την άσκηση της αγωγής, στηρίζεται σε μία απολύτως εσφαλμένη κατά νόμο παραδοχή και συγκεκριμένα: ότι ο αρχικός (κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης) προσδιορισμός του ύψους του συμβατικού - κυμαινομένου επιτοκίου σε 3,35%, πλέον εισφοράς του ν. 128/1975, βάσει του οποίου υπολογίστηκε η πρώτη καταβληθείσα τοκοχρεολυτική δόση του δανείου τους στις ...2005, αντίκειται στο νόμο, διότι αυτό θα έπρεπε (κατά τους εκκαλούντες) να ορίζεται ως άθροισμα του επίμαχου παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ (που, κατά την αγωγή, ανερχόταν τον Δεκέμβριο του 2005 σε 2%) πλέον ενός σταθερού περιθωρίου. Όμως, αυτός ο αγωγικός ισχυρισμός ουδόλως κρίνεται νόμιμος, καθόσον: α) Ο προσδιορισμός του επιτοκίου στο ύψος αυτό (3,35%) κατά τη σύναψη της σύμβασης είναι σαφής, μη αντικείμενος στις διατάξεις του ν. 2251/94 και απολύτως σύμφωνος με τη βασική αρχή της απελευθέρωσης των επιτοκίων, όπως αυτή ρητώς διαγράφεται στην ΠΔ/ΤΕ 2501/ 2002 και στην απόφαση ΕΤΠΘ/ΤΕ 178/2004, στο πλαίσιο της οποίας δεν τίθεται κανένας απολύτως διοικητικός περιορισμός κατά τη διαμόρφωση του ύψους των τραπεζικών επιτοκίων σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Και β) η επιλογή εκ μέρους των εκκαλούντων αυτής της μορφής κυμαινομένου επιτοκίου (δηλαδή, απλώς συνδεδεμένου με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ) και όχι σύνθετου κυμαινομένου επιτοκίου (ως αμιγούς αθροίσματος του παρεμβατικού επιτοκίου ΕΚΤ πλέον ενός σταθερού περιθωρίου - spread) είναι, ομοίως, σύμφωνη με τα οριζόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και στην απόφαση ΕΤΠΘ/ΊΓΕ 178/2004... Επίσης, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν πλήττεται λόγω καταχρηστικότητας και αδιαφάνειας ο αρχικός (κατά τη σύναψη της σύμβασης) συμβατικός προσδιορισμός του κυμαινομένου επιτοκίου, αλλά τα κριτήρια της εντεύθεν, μονομερούς από την δανείστρια, αναπροσαρμογής του κατά την διάρκεια ισχύος της δανειακής σύμβασης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν υφίστατο κατά τον επίδικο χρόνο και δη, κατά τη σύναψη της σύμβασης και, ιδίως, κατά τον χρόνο καταβολής της πρώτης τοκοχρεολυτικής δόσης εκ μέρους των εκκαλούντων έλλειψη νομίμου αιτίας για τη γενόμενη καταβολή τους υπό την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ και, συνεπώς, όλοι οι επικαλούμενοι από τους εκκαλούντες υπολογισμοί της ένδικης αυτής αξιώσεως θεμελιώνονται σε μη νόμιμη βάση. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς μεν απέρριψε την ένδικη αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη, αλλά υπό εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με τα προδιαληφθέντα, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, και να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση κατά το σκέλος αυτό. γ) Όμως, περαιτέρω, κατά το σκέλος της αγωγής, που οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι την ακυρότητα του όρου 4 της δανειακής συμβάσεως ως προς την αναπροσαρμογή του κυμαινομένου επιτοκίου, ζήτησαν να διαμορφωθεί κατ’ άλλο τρόπο, ως άνω, το συμβατικό επιτόκιο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 181, 200 και 371 ΑΚ, αφού, δεχόμενο ότι συντρέχει περίπτωση νόμιμης επίκλησης ακυρότητας του εν λόγω ΓΟΣ, όφειλε να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη, στηριζόμενη στις άνω διατάζεις και να την εξετάσει κατ' ουσίαν, εφαρμόζοντας τις νόμιμες διατάξεις, που θα ίσχυαν άλλως ή διερευνώντας την ανάγκη συμπλήρωσης της σύμβασης κατά δίκαιη κρίση κατ’ άρθρο 371ΑΚ, το οποίο δεν έπραξε, όπως βασίμως παραπονούνται οι εκκαλούντες με την ένδικη έφεση .... Όμως, ενόψει της προεκτεθείσας ακυρότητας του όρου 4 της δανειακής συμβάσεως περί μονομερούς αναπροσαρμογής του κυμαινομένου επιτοκίου κατά τη διακριτική ευχέρεια της δανείστριας τράπεζας, καθίσταται αναγκαία η συμπλήρωση της συμβάσεως από το Δικαστήριο κατ’ άρθρο 371 ΑΚ, διότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής άλλος νόμιμος όρος αναπροσαρμογής του, αφού με τον όρο αυτό υφίσταται παρέκκλιση από την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 806επ ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες το ύψος του επιτοκίου εντόκου δανείου θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των οφειλέτη και δανειολήπτη, η οποία ελλείπει ...». Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς την αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου, δεχόμενο ότι, αν και ο όρος 4 της επίδικης δανειακής σύμβασης είναι άκυρος ως καταχρηστικός, ο γενόμενος προσδιορισμός, με προσφυγή στο άρθρο 371 ΑΚ, από τη δανείστρια τράπεζα δεν αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 371 εδάφιο β' του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην υπό κρίση υπόθεση, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την οποία αποκλειστικά και μόνον ελέγχεται η συνδρομή τυχόν πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 11/2023, ΑΠ 256/2022, ΑΠ 571/2017), συμμορφούμενη η τελευταία στην 354/2020 απόφαση του ΑΠ (άρθρο 580 § 4 του ΚΠολΔ), α) ο όρος 4 της δανειακής σύμβασης του επίμαχου στεγαστικού δανείου κρίθηκε ως καταχρηστικός - άκυρος, ως αντίθετος στο άρθρο 2 §§ 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/ 1994 και 2 §§ α' και β' της 178/...2004 απόφασης της ΕΤΠΘ/ΤΕ, διότι εμφανίζει αοριστία, καθόσον παραλείπεται η αναφορά των κριτηρίων μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου στην ένδικη δανειακή σύμβαση, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα του σχετικού όρου προσδιορισμού αυτού (επιτοκίου) και συγκεκριμένα παραλείπεται η αναφορά κριτηρίων ειδικών και εύλογων, ήτοι, εν προκειμένω, παραλλήλως προσδιοριζόμενων κριτηρίων μεταβολής του κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, που συνδυαζόμενα πάντοτε και με την μεταβολή του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, αξιολογούνται ως εύλογα και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολογήσεώς του ως αορίστου. Τέτοια, δε, παραλλήλως προσδιοριζόμενα, κριτήρια μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, όπως προαναφέρθηκε, δύναται να αποτελούν οι συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, ο γενικότερος προϊοντικός κίνδυνος και ο κίνδυνος που η τράπεζα αναλαμβάνει έναντι του κατόχου (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 652/2010) και όχι μόνον το κριτήριο μεταβολής του επιτοκίου πράξεων αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, το οποίο, κατά τους αναιρεσείοντες αποτελεί το μόνο εύλογο κριτήριο αναπροσαρμογής, β) με προσφυγή στις διατάξεις του άρθρου 371 εδάφιο β' του ΑΚ, έκρινε ανέλεγκτα ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο γενόμενος προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου από τη δανείστρια τράπεζα αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ώστε να καθίσταται ανάγκη διαφορετικού προσδιορισμού του συμβατικού επιτοκίου. Η επιλογή του άρθρου 371 εδάφιο β' του ΑΚ από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας για την πλήρωση του κενού της επίμαχης δανειακής σύμβασης, το οποίο με σαφήνεια διέγνωσε ότι δημιουργήθηκε από την αοριστία του παραπάνω όρου [βλ. παραδοχές της προσβαλλόμενης, 7ο φύλλο, σ.13, στιχ. 2-10, «σε περίπτωση επικαλούμενης ακυρότητας ΓΟΣ, με τον οποίο είχε ανατεθεί στη δανείστρια τράπεζα ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής των οφειλετών, δηλαδή του ύψους και της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, βάσει του οποίου υπολογίζονται οι υπ' αυτών οφειλόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις αποπληρωμής του δανείου τους, ως αντικείμενου στις διατάξεις του ν. 2251/1994, δημιουργείται κενό στη σύμβαση ως προς τον προσδιορισμό, το οποίο καθιστά αναγκαία τη συμπλήρωση της σύμβασης και τη δικαστική διάπλαση της παροχής των εκκαλούντων, υπό τους όρους του άρθρου 371 ΑΚ» και 9ο φύλλο, σ. 18, στιχ. 15-24, «Όμως, ενόψει της προεκτεθείσας ακυρότητας του όρου 4 της δανειακής συμβάσεως περί μονομερούς αναπροσαρμογής του κυμαινόμενου επιτοκίου κατά τη διακριτική ευχέρεια της δανείστριας τράπεζας, καθίσταται αναγκαία η συμπλήρωση της συμβάσεως από το Δικαστήριο κατ’ άρθρο 371 ΑΚ, διότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής άλλος νόμιμος όρος αναπροσαρμογής του, αφού με τον όρο αυτό υφίσταται παρέκκλιση από την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 806επ ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες το ύψος του επιτοκίου έντοκου δανείου θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των οφειλέτη και δανειολήπτη, η οποία ελλείπει»] ήταν ορθή για την αντιμετώπιση του κενού που δημιουργήθηκε από τον άνω καταχρηστικό ΓΟΣ, αφού ως προς το εύλογο των κριτηρίων αναπροσαρμογής της (αντι)παροχής ο ν. 2251/1994 και η ΑΚ 371 ταυτίζονται, δεδομένου ότι η «δίκαιη κρίση» της ΑΚ 371 εδάφιο β' προϋποθέτει την εφαρμογή εύλογων κριτηρίων για την αναπροσαρμογή, όπως και ο ν. 2251/1994. Εξάλλου, η - με συναίνεση του αντισυμβαλλομένου - «ανάθεση» στον προμηθευτή της δυνατότητας να διαμορφώσει μέσω ΓΟΣ το περιεχόμενο της σύμβασης, έχει, κατά την ΑΚ 371, ως αντίβαρο την υποχρέωσή του να διαμορφώσει τους γενικούς όρους του κατά «δίκαιη κρίση». Έτσι, άδικοι ΓΟΣ εκτοπίζονται ακριβώς λόγω της αντίθετης με το γράμμα της ΑΚ 371 «πρακτικής» του προμηθευτή, εν προκειμένω της δανείστριας τράπεζας, εφόσον κριθεί ότι δεν υπήρξε «δίκαιη κρίση». Άλλωστε, κατά το γράμμα της ΑΚ 371 εδάφιο β', η παραπάνω διάταξη δεν «αυτοπεριορίζεται» στις ατομικές συμβάσεις, διατηρεί μάλιστα την εφαρμογή της στους ΓΟΣ εμπορικών συμβάσεων ή άλλων συμβάσεων και όταν ακόμη δεν εφαρμόζεται το άρθρο 2 του ν. 2251/ 1994, ενώ, επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, από την συνύπαρξη της ΑΚ 371 και του ν. 2251/1994 μπορεί να προκύψει και μία ερμηνευτική συμπλήρωση της ΑΚ 371, σε περίπτωση «δίκαιης κρίσης» μεν, αλλά υπερβολικής, για τον συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τροποποίησης της αντιπαροχής, οπότε, με την επίκληση και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 288 ΑΚ, να θεμελιωθεί το δικαίωμα του αντισυμβαλλομένου δανειολήπτη για λύση της σύμβασης (ΑΠ 168/ 2024, ΑΠ 105/2019, οι οποίες παραπέμπουν ρητά στην εφαρμογή του άρθρου 371 εδάφιο β' του ΑΚ για τον προσδιορισμό του συμβατικού επιτοκίου, σε περίπτωση άκυρου - καταχρηστικού όρου ΓΟΣ, βλ. και οικεία νομική σκέψη της παρούσας) και γ) σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, για την πλήρωση του κενού της σύμβασης, ως προς τον προσδιορισμό του συμβατικού επιτοκίου, προσέφυγε στη διάταξη του άρθρου 371 εδάφιο β' του ΑΚ, αφού, πρώτα διαπίστωσε ότι δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας του επίμαχου ΓΟΣ με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 371 εδάφιο β' του ΑΚ είναι και η αδυναμία συμπλήρωσης της σύμβασης με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Τούτο δε αν και δεν αναφέρεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει έμμεσα, με σαφήνεια, όμως, από τις παραδοχές της («...διότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής άλλος νόμιμος όρος αναπροσαρμογής του...»), οπότε ουδόλως το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, εφόσον, αντιθέτως, διέγνωσε ότι είναι αδύνατη η συμπλήρωση της αοριστίας με προσφυγή στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Τέλος, σημειώνεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφού ερεύνησε τα εύλογα κριτήρια που συνέτρεξαν στην προκειμένη υπόθεση, σε συνδυασμό και με τις μεταβολές του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ κατά τον χρόνο εκείνο, εδέχθη ανέλεγκτα κατ’ ουσίαν ότι: «δεν αποδείχθηκε ότι ο γενόμενος προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου από την δανείστρια τράπεζα αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ώστε να καθίσταται ανάγκη διαφορετικού προσδιορισμού του από το Δικαστήριο». Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συμμορφώθηκε, ως όφειλε, πλήρως με τα οριζόμενα στην ΑΠ 354/2020 απόφαση, μετά την οποία επανήλθε προς συζήτηση η υπό κρίση υπόθεση (άρθρο 580 § 4 του ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 371 εδάφιο β' του ΑΚ και 2 §§ 6 και 7 περ. ε' και ια' του ν. 2251/1994, στην ορθή έννοια των οποίων υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ανέλεγκτα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με τον προσδιορισμό του συμβατικού επιτοκίου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμοι.

IV. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και για το έτερο αγωγικό αίτημα, που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την αιτιολογία που αναφέρεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 290/2022). Αντιθέτως γίνεται μόνο μνεία των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη του ως άνω αγωγικού αιτήματος. V.Α. Περαιτέρω, η υποχρέωση των τραπεζών προς ενημέρωση των πελατών τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα προβλέπεται και στις διατάξεις της 2501/2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) σχετικά με την «Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους» (ΦΕΚ Α', 277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 2123/2009), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους (ΑΠ 633/2024). Με την εν λόγω Πράξη, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις, οι οποίες αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους, που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα δε με τις γενικές αρχές, που θεσπίζονται στην παράγραφο Α' της ίδιας ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους, για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις, που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους συναλλασσόμενους, κατά τη διάρκεια ισχύος και λειτουργίας των συμβάσεων, για τον τρόπο εφαρμογής των όρων, που έχουν συμφωνηθεί, να ανταποκρίνονται, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, σε αίτημα των συναλλασσομένων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινήσεων, σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων, καθώς και να μεριμνούν, για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης, που αποσκοπεί, στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κτλ.) (ΑΠ 1073/2023). Ειδικότερα, αναφορικά με την «ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ» υπό στοιχ. Β' ορίζονται τα ακόλουθα: Τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις άνω γενικές αρχές, οφείλουν να παρέχουν κατ' ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι μ’ αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης και συγκεκριμένα ως προς τις χορηγήσεις (υπό τον αριθ. 2) η ελάχιστη ενημέρωση αφορά: «α.ι)Το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται. Επιπλέον αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό)» και «ιν) Σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιοριζόμενο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)». Με βάση τα ανωτέρω, η παράλειψη ενημέρωσης του καταναλωτή για συμβατικό όρο ή ΓΟΣ καθιστά αυτόν αδιαφανή και εντεύθεν καταχρηστικό, ως επίσης και η πρόσδοση σε τέτοιο όρο ορισμένου περιεχομένου, εξαγομένου από τη σιωπηρή συμπεριφορά του καταναλωτή (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 828/2018, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 1219/2001). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των §§ 1 και 6 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 και 2501/2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), σαφώς προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα γενικού όρου συναλλαγών, που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού προϋποθέτει ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, ιδίως όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή του ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του. Επίσης, ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη, εκτός των άλλων, και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Έτσι, η ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, καθώς και οι ειδικές συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης, ανάγονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο καταναλωτής βαρύνεται να επικαλεσθεί, κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό, και να αποδείξει (ΑΠ 441/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται το πρώτον ότι η αναιρεσίβλητη τόσον πριν τη σύναψη της σύμβασης, όσον και κατά τον χρόνο της σύναψης αυτής, παρέλειψε να τους ενημερώσει, ως όφειλε, κατά την 2501/2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), περί του πως αναλύεται το συμβατικό επιτόκιο, ύψους 3,35% και ειδικότερα ποιο είναι το επιτόκιο βάσης (δηλαδή το κόστος δανεισμού της) και ποιο το περιθώριο κέρδους της (spread), τα οποία αμφότερα εμπεριέχονταν στο παραπάνω συμβατικό επιτόκιο. Ότι, στις δανειακές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο η ως άνω ανάλυση του αρχικού συμβατικού επιτοκίου είναι απαραίτητο στοιχείο της προσυμβατικής πληροφόρησης του ενδιαφερόμενου δανειολήπτη και το συμβατικό επιτόκιο ύψους 3,35% ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης μεταξύ τους. Ότι ενόψει των ανωτέρω, ο προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου, ύψους 3,35%, είναι σε κάθε περίπτωση άκυρος, κατ’ άρθρο 174 και 179 ΑΚ σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 υπό στοιχεία Α (αν θεωρηθεί ότι το σημείο αυτό της σύμβασης υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ της τράπεζας και των ιδίων) ή δυνάμει των ΑΚ 174, 179 σε συνδυασμό με τα προβλεπόμενα ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 υπό στοιχεία Β (αν θεωρηθεί, όπως είναι το αληθές εν προκειμένω, ότι το ύψος του συμβατικού επιτοκίου, ως τμήμα του στερεότυπου προγράμματος δανείων «ΣΤΕΓΗ 35» δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης). Ότι η εν λόγω ακυρότητα, η οποία αντιστοιχεί σε καταχρηστική ένσταση, δεν ήταν αναγκαίο να προταθεί με την αγωγή ειδικώς, αλλά έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι αρκεί ότι είχαν προταθεί νομίμως όλα τα αναγκαία για τη διάγνωσή της πραγματικά περιστατικά και συνεπώς εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, παρέλειψε να εφαρμόσει αυτεπάγγελτα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174 και 179 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 2501/2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ουδόλως ερεύνησε ούτε όφειλε να ερευνήσει τα παραπάνω αναφερόμενα περιστατικά, αφού οι ενάγοντες θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις τους στην καταχρηστικότητα - ακυρότητα του όρου 4 της επίμαχης δανειακής σύμβασης, με την οποία είχε ανατεθεί στην δανείστρια τράπεζα ο μονομερής προσδιορισμός του ύψους και της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου, βάσει του οποίου υπολογίζονταν οι οφειλόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις αποπληρωμής του δανείου από τους αναιρεσείοντες, λόγω έλλειψης αναφοράς εύλογων και δίκαιων κριτηρίων και όχι στην έλλειψη προσυμβατικής ή συμβατικής πληροφόρησής τους με τυχόν συνέπεια την καταχρηστικότητα και αδιαφάνεια του αρχικού (κατά τη σύναψη της σύμβασης) συμβατικού προσδιορισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου και των μεταγενέστερων μεταβολών του, όπως το πρώτον επιχειρείται να θεμελιωθεί εν προκειμένω με τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Η αναφορά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση της 2501/2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) και της απόφασης 178/2004 ΕΤΠΘ/ΤΕ γίνεται, σύμφωνα με τις παραδοχές της, αναφορικά και μόνον με την εγκυρότητα του συμφωνηθέντος ως προς το είδος του κυμαινόμενου επιτοκίου και της αναπροσαρμογής του, προκειμένου στη συνέχεια να στηρίξει το αιτιολογικό και διατακτικό της για την απόρριψη της βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό [βλ. ιδίως τις παραδοχές της απόφασης σ. 13-14 «α) ... ο προσδιορισμός του επιτοκίου στο ύψος αυτό (3,35%) κατά τη σύναψη της σύμβασης, είναι σαφής, μη αντικείμενος στις διατάξεις του ν. 2251/1994 και απολύτως σύμφωνος με τη βασική αρχή της απελευθέρωσης των επιτοκίων, όπως αυτή ρητώς διαγράφεται στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και στην απόφαση ΕΤΠΘ/ΤΕ 178/ 2004 ... στο πλαίσιο της οποίας δεν τίθεται κανένας απολύτως διοικητικός περιορισμός κατά τη διαμόρφωση του ύψους των τραπεζικών επιτοκίων σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού και β) η επιλογή εκ μέρους των εκκαλούντων (νυν αναιρεσειόντων) αυτής τη μορφής του κυμαινόμενου επιτοκίου (δηλαδή, απλώς συνδεδεμένου με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ) και όχι σύνθετου κυμαινόμενου επιτοκίου (ως αμιγούς αθροίσματος του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ πλέον ενός σταθερού περιθωρίου - spread) είναι ομοίως, σύμφωνη με τα οριζόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και στην απόφαση ΕΤΠΘ/ ΤΕ 178/2004 ... Επίσης, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν πλήττεται λόγω καταχρηστικότητας και αδιαφάνειας ο αρχικός (κατά τη σύναψη της σύμβασης) συμβατικός προσδιορισμός του κυμαινόμενου επιτοκίου, αλλά τα κριτήρια της εντεύθεν, μονομερούς από την δανείστρια αναπροσαρμογής του κατά την διάρκεια ισχύος της δανειακής σύμβασης. Υπό τις περιστάσεις αυτές ... δεν υφίστατο έλλειψη νομίμου αιτίας για τη γενόμενη καταβολή … υπό την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ και συνεπώς … πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση κατά το σκέλος αυτό»)]. Τέλος, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η παραπάνω ακυρότητα του συμβατικού επιτοκίου, υπό τις διακρίσεις που αναφέρονται στο αναιρετήριο, έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διότι αρκεί ότι είχαν προταθεί νομίμως όλα τα αναγκαία για τη διάγνωσή της πραγματικά περιστατικά, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, όπως αναφέρεται στην οικεία νομική σκέψη, η καταχρηστικότητα γενικού όρου συναλλαγών, που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού προϋποθέτει ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, ιδίως όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή του ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του. Επίσης, ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη, εκτός των άλλων και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Έτσι, η ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, καθώς και οι ειδικές συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης, ανάγονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο καταναλωτής βαρύνεται να επικαλεσθεί, κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό, και να αποδείξει (ΑΠ 441/2023) και οι αναιρεσείοντες δεν πρότειναν τον παραπάνω ισχυρισμό, ούτε τα περιστατικά περί άγνοιάς τους του όρου αυτού λόγω έλλειψης πληροφόρησής τους σε κανένα δικονομικό στάδιο για την κατ’ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης.

VI. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά («έλλειψη αιτιολογίας»), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της («ανεπαρκής αιτιολογία»), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους («αντιφατική αιτιολογία») (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Έτσι, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 79/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/ 2005, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 182/2021). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει ν’ αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 65/2023, ΑΠ 721/2022). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1082/2018). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημ­μέλειες: α) ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αρνήθηκε να προβεί στην αναπλήρωση του κενού που δημιουργήθηκε στην επίμαχη δανειακή σύμβαση εξαιτίας της ακυρότητας του ΓΟΣ που διέγνωσε η 354/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η έλλειψη αυτή θεραπεύεται επειδή δήθεν ο προσδιορισμός του επιτοκίου από την αναιρεσίβλητη τράπεζα είναι στην πράξη δίκαιος, ισοδυναμεί με, εκ των υστέρων αλλά και εξωσυμβατικά, εισαγωγή κάποιων κριτηρίων μεταβολής του επιτοκίου στη δανειακή έννομη σχέση, ερμηνευτική εξέλιξη η οποία οδηγεί στο ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα με την περίπτωση που δεν ακυρωνόταν ο ΓΟΣ και η οποία αντιβαίνει καταφανώς στο πνεύμα και στο σκοπό των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, β) ότι ο παντελώς άτοπος από νομική σκοπιά χαρακτήρας της ερμηνείας της δανειακής σύμβασης στην οποία προβαίνει, μετ' αναίρεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εν προκειμένω και εντεύθεν η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει και από το εξής: Δεν είναι ορατό στη σύμβαση ποιο τμήμα του συμβατικού επιτοκίου (που αρχικά είχε τεθεί μονομερώς από την τράπεζα στο ύψος του 3,35%) αντιστοιχεί στο επιτόκιο βάσης (δηλαδή στο κόστος δανεισμού της τράπεζας) και ποιο τμήμα του συμβατικού επιτοκίου αντιστοιχεί στο περιθώριο κέρδους - spread της τράπεζας, αν γινόταν δεκτό ότι η δανειακή σύμβαση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, πως δικαιολογείται το νομικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή, παρά την ακυρότητα του ΓΟΣ, διατηρείται κατ' ουσίαν η ευχέρεια της αναιρεσίβλητης να αυξάνει κατά το δοκούν το κέρδος της ανεξέλεγκτα, εξέλιξη που όχι μόνο προδήλως δεν αντιστοιχούσε στη βούλησή τους κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης και δεν επιτρέπεται από τη νομοθεσία, αφού θέτει το βασικότερο στοιχείο μιας δανειακής συμφωνίας (που είναι η συνεννόηση για το περιθώριο κέρδους) εκτός σύμβασης, αλλά και συνιστά απόλυτη ματαίωση της ιδιωτικής τους αυτονομίας και την «άνευ όρων» παράδοση στις αυθαιρεσίες της τράπεζας, γ) ότι η συμπλήρωση του κενού που δημιουργείται στη σύμβαση εξαιτίας άκυρου ΓΟΣ πρέπει να συντελείται επί του περιεχομένου της δανειακής σύμβασης και να ανταποκρίνεται στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς να τροποποιείται η σύμβαση, δ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός του ότι αποφεύγει να προβεί σε συμπληρωματική ερμηνεία του περιεχομένου της δανειακής σύμβασης χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς πως είναι νομικά δυνατή επί της αρχής η παράλειψη της συμπλήρωσης κατά περιεχόμενο ενόψει του άκυρου ΓΟΣ, διαστρεβλώνει και το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου συνήφθη και λειτούργησε η δανειακή σύμβαση, αφού άλλοτε νοθεύει τα οικεία πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και άλλοτε παραλείπει να αναφερθεί στις ιστορικές περιστάσεις εκείνες που επιβεβαιώνουν τη βασιμότητα των αγωγικών αιτημάτων και συνακόλουθα δεν αιτιολογεί με επάρκεια την άρνησή της να προβεί σε συμπληρωματική ερμηνεία της δανειακής σύμβασης. Συγκεκριμένα, κατά τους αναιρεσείοντες, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει τις αυξήσεις του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της δανειακής σύμβασης, από τη σύναψη αυτής μέχρι το χρόνο έγερσης της αγωγής, παραθέτει απολύτως καχεκτικά τις μειώσεις του επιτοκίου της ΕΚΤ και παρορά το κρίσιμο γεγονός ότι από το χρόνο σύναψης της σύμβασης μέχρι και την άσκηση της αγωγής το επιτόκιο της ΕΚΤ μειώθηκε συνολικά κατά 1% ενώ το συμβατικό επιτόκιο αυξήθηκε κατά 0,80%, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει ότι ο άκυρος ΓΟΣ επιτρέπει στην τράπεζα να αφίσταται όχι μόνο από την έκταση της εκάστοτε μεταβολής του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ αλλά και από την κατεύθυνση της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκίου (αφού έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί από τους ίδιους στη βάση της σύμβασης με ποιο κριτήριο μεταβάλλεται κάθε φορά το συμβατικό επιτόκιο) και επομένως να αποκερδαίνει ανεξέλεγκτα και εξαιτίας της ίδιας της μεταβολής του επιτοκίου, παρά το ότι και στις δανειακές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο το κέρδος της τράπεζας πρέπει να είναι εξ αρχής ορισμένο και να παραμένει σταθερό. Υποστηρίζουν επιπλέον οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω αναιρετικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς πως η συγκεκριμένη συμπεριφορά της τράπεζας παρίσταται καλόπιστη και συμβατικώς συνεπής, μολονότι παρά τα οριζόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, δεν προκύπτει από τον αρχικό προσδιορισμό του συμβατικού επιτοκίου ποιο είναι το ακριβές περιθώριο κέρδους - spread της τράπεζας, ε) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προβαίνει στην ερμηνευτική προσέγγιση της σύμβασης παρά το άρθρο 2 § 4 του ν. 2251/1994, με την αιτιολογία ότι η τραπεζική και οικονομική κρίση στην Ελλάδα είχε αρχίσει από το έτος 2008 και έπρεπε να προστατευθεί η πιστοδότρια τράπεζα σε βάρος των καταναλωτών, όταν είναι γνωστό σε όλους και πάντως στο μέσο συναλλασσόμενο ότι η τραπεζική και οικονομική κρίση στην Ελλάδα άρχισε να αποτυπώνεται στις συναλλαγές όχι νωρίτερα από τον Ιανουάριο του έτους 2010, με την ανεξέλεγκτη άνοδο των spreads, και σε κάθε περίπτωση τον Απρίλιο του έτους 2010, όταν η Ελλάδα άρχισε να εποπτεύεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση και στ) ότι ενόψει της ακυρότητας του αρχικού προσδιορισμού του συμβατικού επιτοκίου, ύψους 3,35% αλλά και του ΓΟΣ, που αφορούσε στον τρόπο μεταβολής αυτού, μόνο στοιχείο από το περιεχόμενο της επίδικης δανειακής σύμβασης που αποτελεί προϊόν συμφωνίας αμφοτέρων των μερών και θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας καλόπιστης ερμηνείας της σύμβασης, κατ’ άρθρα 173, 200 ΑΚ και σύμφωνα με το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, είναι το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, τόσο ως επιτόκιο βάσης όσο και ως όρος μεταβολής του συμβατικού επιτοκίου, αφού συνιστά τη μοναδική αδιαμφισβήτητη, σαφή και διαφανή μεταβλητή αναφορικά με το κόστος του χρήματος στη συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση. Τούτο δε διότι, κατά την εκτιθέμενη στον ως άνω λόγο αναίρεσης άποψη των αναιρεσειόντων, όταν η πιστοδότρια τράπεζα όρισε το αρχικό συμβατικό επιτόκιο στο ύψος του 3,35% με κριτήριο αναπροσαρμογής του το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ, τους προσέφερε, κατά τον ορίζοντα πρόσληψης του μέσου συναλλασσόμενου (όπως είναι οι ίδιοι), μια δανειακή σύμβαση στο πλαίσιο της οποίας η τράπεζα θα τους δάνειζε χρήμα που η ίδια δανείστηκε με επιτόκιο βάσης το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ (δεδομένου ότι ως κριτήριο αναπροσαρμογής του αρχικού επιτοκίου προβλεπόταν στη σύμβαση το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ), το οποίο κατά το χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης ανερχόταν σε 2,00%, συν ένα περιθώριο κέρδους - spread ύψους 1,35%. Με βάση τα παραπάνω, σύμφωνα με τους αναιρεσείοντες, η δανειακή σύμβαση θα έπρεπε εν προκειμένω να συμπληρωθεί κατά περιεχόμενο, σύμφωνα με τα άρθρα 173, 200 ΑΚ και κατά το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων (του άρθρου 2) του ν. 2251/1994, ώστε να προβλέπει ως αρχικό επιτόκιο το άθροισμα του επιτοκίου βάσης, ύψους 2%, συν το περιθώριο κέρδους - spread, ύψους 1,35%, και αυτό (ενν. το αρχικό συμβατικό επιτόκιο) να μεταβάλλεται κατά το ύψος και προς την κατεύθυνση της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκίου της Ε.Κ.Τ. (συν την εισφορά του ν. 128/1975), όπως αναλύουν και στην αγωγή τους, πλην όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε καν άλλως αιτιολόγησε ανεπαρκώς, πώς αναλύεται το αρχικό συμβατικό επιτόκιο ύψους 3,35%, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, έκρινε παρά το νόμο ως νόμιμο αλλά και ως σαφές και ορισμένο. Τέλος, αιτιώνται οι αναιρεσίβλητοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με άλλες λέξεις, προέβη στην παραδοχή, ότι ο προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου, τόσο αρχήθεν όσο και στη συνέχεια, υπήρξε δίκαιος με την έννοια της ΑΚ 371 και συνακόλουθα ότι η δανειακή σύμβαση δεν χρήζει δικαστικής συμπλήρωσης, χωρίς να συνυπολογίζει καθόλου στο σκεπτικό της ποιο ακριβώς είναι το επιτόκιο βάσης (δηλαδή το κόστος δανεισμού της τράπεζας) και ποιο είναι το περιθώριο κέρδους - spread που συμφωνήθηκε εν προκειμένω. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, κρίση του τα εξής: «... Στο πλαίσιο αυτό, οι εκκαλούντες ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους «να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να διαμορφώνει στο εξής το επιτόκιο έκαστης δόσης του δανείου έως τη λήξη του αναλογικά με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ΕΚΤ, συν την εισφορά του ν. 128/1975». Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται ότι το αγωγικό αυτό αίτημα αφορά στο χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής και εντεύθεν, μέχρι τη λήξη της δανειακής σύμβασης. Όμως, το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό στο πλαίσιο του άρθρου 371 ΑΚ, διότι: 1) Οδηγεί σε ανατροπή εγκύρου και όχι ακύρου συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ως προς το είδος του κυμαινομένου επιτοκίου και της αναπροσαρμογής του, που είναι σύμφωνη με τους όρους της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και της απόφασης 178/2004 ΕΤΠΘ/ΤΕ. Επομένως, δεν μπορεί η έγκυρη επιλογή αυτού του είδους κυμαινομένου επιτοκίου να ανατραπεί στο πλαίσιο του 371ΑΚ από το Δικαστήριο, ώστε να ισχύσει κυμαινομένου επιτοκίου και δη, σύνθετου, ίσου με το παρεμβατικό επιτόκιο ΕΚΤ πλέον ενός περιθωρίου, που θα προσδιοριστεί από το Δικαστήριο, ως αιτούνται οι εκκαλούντες. 2) Δεν είναι επίσης δυνατό, στο πλαίσιο του άρθρου 371ΑΚ, να υποχρεωθεί η δανείστρια από το Δικαστήριο να αναπροσαρμόζει το συμβατικό επιτόκιο σε κάθε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου αναφοράς, αντί αυτό να εναπόκειται στη διακριτική ευχέρειά της, διότι η διαμόρφωση του κυμαινομένου επιτοκίου είναι προϊόν σύνθετων υπολογισμών κάθε πιστωτικού ιδρύματος, με βάση διαρκώς μεταβαλλόμενα χρηματοικονομικά δεδομένα και τις συνθήκες του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο μίας ανοικτής αγοράς, όπως προεκτέθηκε. 3) Επιπλέον, προκειμένου το Δικαστήριο να προβεί στη συμπλήρωση της σύμβασης κατά δίκαιη κρίση ως προς τον άκυρο αυτό όρο, θα έπρεπε να τεθούν υπόψη του συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα, με βάση τα οποία καθορίζεται από την δανείστρια τράπεζα το ύψος των κυμαινόμενων επιτοκίων τέτοιας κατηγορίας δανείων, στεγαστικών, με αντίστοιχη διάρκεια, ύψος και εξασφαλίσεις, ώστε με βάση τα χρηματοοικονομικά δεδομένα της δανείστριας, της τραπεζικής αγοράς και την εκτίμηση του κινδύνου από το επίδικο δάνειο, να προσδιοριστεί ποιο θα ήταν το προσήκον για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ύψος επιτοκίου, σύμφωνα, δηλαδή, με τα ισχύοντα για τα πιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των τραπεζικών επιτοκίων, δηλαδή την αρχή της ανοικτής αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, τους αναλαμβανόμενους κινδύνους και ενδεχόμενες μεταβολές στις χρηματοοικονομικές συνθήκες, σύμφωνα με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και την απόφαση ΕΤΠΘ/ΤΕ 178/2004. Όμως, τέτοιος προσδιορισμός, κατά δίκαιη κρίση, δεν μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο για το μέλλον, μέχρι τη λήξη της σύμβασης, κατά τρόπο δεσμευτικό για τους συμβαλλόμενους, ως αιτούνται οι εκκαλούντες, διότι τα κριτήρια αυτά είναι διαρκώς μεταβαλλόμενα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί το Δικαστήριο να προβεί με ασφάλεια σε προσήκουσες χρηματοοικονομικές εκτιμήσεις για το μέλλον. Ακόμη δε και αν υποτεθεί ότι με το εν λόγω αγωγικό αίτημα ζητείται η αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου αναδρομικά από τον χρόνο συνάψεως της δανειακής σύμβασης και εντεύθεν, το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετικό προσδιορισμό του επιτοκίου απ’ αυτόν που έγινε από την τράπεζα, διότι: 1) Δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο του 371 ΑΚ να ανατραπούν από το Δικαστήριο έγκυρες συμφωνίες, που δεν πλήττονται ως άκυρες, ως προαναφέρθηκε (υπ’ αριθ. 1, 2). Και 2) δεν προσκομίστηκαν από τους διαδίκους τέτοια δεδομένα, ώστε να εκτιμηθεί αν ο γενόμενος προσδιορισμός του κυμαινομένου επιτοκίου από τη δανείστρια τράπεζα, ως άνω, αντίκειται στη δίκαιη κρίση και να γίνει αυτός κατ’ άλλον τρόπο από το Δικαστήριο, καθόσον: Κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης και εντεύθεν αποδεικνύεται ότι το συμβατικό επιτόκιο (άνευ της εισφοράς του ν. 128/75) διακυμάνθηκε ως εξής: Κατά τη σύναψη της σύμβασης σε 3,35%, τον Μάρτιο του 2006 σε 3,60%, τον Ιούνιο του 2006 σε 3,85%, τον Αύγουστο του 2006 σε 4,10%, τον Οκτώβριο του 2006 σε 4,35%), τον Ιανουάριο του 2007 σε 4,60%, τον Απρίλιο του 2007 σε 4,85%, τον Ιούνιο του 2007 σε 5,10%, τον Αύγουστο του 2008 σε 5,35%, το Νοέμβριο του 2008 σε 4,85%), τον Μάρτιο του 2009 σε 4,55%, τον Απρίλιο του 2009 σε 4,30% και τον Ιούνιο του 2009 σε 4,05% (βλ. 1088/27.5.2010 επιστολή ΑΤΕ προς τους εκκαλούντες). Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το παρεμβατικό επιτόκιο ΕΚΤ διακυμάνθηκε ως εξής: Από 2% κατά τη σύναψη της σύμβασης σε 2,25% τον Δεκέμβριο του 2005, 2,50 % τον Μάρτιο του 2006, 2,75% τον Ιούνιο του 2006, 3% τον Αύγουστο του 2006, 3,25% τον Οκτώβριο του 2006, 3,50% τον Δεκέμβριο του 2006, 3,75% τον Μάρτιο του 2007, 4% τον Ιούνιο του 2007, 4,25% τον Ιούλιο του 2008, 3,75% τον Οκτώβριο του 2008, 3,25% το Νοέμβριο του 2008, 2,50% τον Δεκέμβριο του 2008, 2% τον Ιανουάριο του 2009, 1,50% τον Μάρτιο του 2009, 1,25% τον Απρίλιο του 2009 και 1%ο τον Μάιο του 2009 (βλ. προσκομιζόμενη εκτύπωση επιτοκίων αναφοράς ΕΚΤ από την ιστοσελίδα της ΤτΕ). Από τα ανωτέρω συνάγονται τα εξής: α) Ενώ το επιτόκιο ΕΚΤ αυξήθηκε συνεχόμενα από τον Νοέμβριο του 2005 (σύναψη της σύμβασης) έως τον Ιούλιο του 2008 και, συνολικώς, κατά 2,25%, η δανείστρια τράπεζα ουδέποτε αύξησε το αρχικώς συμφωνηθέν επιτόκιο κατά το ίδιο τρόπο και ισόποσα, ώστε αυτό να ανέλθει τον 7/2008 σε 5,60% (3,35% κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης συν αύξηση 2,25%), αφού το συμβατικό επιτόκιο δεν υπερέβη το 5,35% ούτε τον 8/08, ούτε μεταγενέστερα. β) Σε καμία από τις γενόμενες, ως άνω, αυξομειώσεις η δανείστρια δεν αναπροσάρμοσε το συμβατικό επιτόκιο στο ανώτατο όριο του διπλάσιου της μεταβολής του επιτοκίου ΕΚΤ, ως δικαιούτο κατά τη σύμβαση, ιδίως δε οι γενόμενες αυξήσεις ήταν ισόποσες με τη μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς, γ) Υπήρξαν επίσης περιπτώσεις, κατά τις οποίες η δανείστρια τράπεζα παρέλειψε να προβεί σε άμεση αύξηση του συμβατικού επιτοκίου, παρά την αύξηση του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ και δη: 1) Μετά την αύξηση του παρεμβατικού επιτοκίου ΕΚΤ κατά 0,25% τον 12/05, το συμβατικό επιτόκιο αυξήθηκε ισόποσα μετά πάροδο τριών μηνών (3/06). Το ίδιο συνέβη και στην αύξηση του παρεμβατικού επιτοκίου ΕΚΤ κατά 0,25% τον 3/06, οπότε το συμβατικό επιτόκιο αυξήθηκε ισόποσα μετά πάροδο τριών μηνών (6/06). 2) Μετά την αύξηση του παρεμβατικού επιτοκίου κατά 0,25% τον 6/06 και τον 8/06, αντιστοίχως, έλαβε χώρα ισόποση αύξηση του συμβατικού επιτοκίου μετά πάροδο δύο μηνών από κάθε μεταβολή (τον 8/06 & 10/06). 3) Μετά την αύξηση του παρεμβατικού επιτοκίου κατά 0,25% τον 10/06, τον 12/06 και τον 3/07, αντιστοίχως, το συμβατικό επιτόκιο αυξήθηκε ισόποσα μετά πάροδο τριών μηνών στην 1η περίπτωση (1/07), τεσσάρων μηνών στην 2η περίπτωση (4/07) και τριών μηνών στην 3η περίπτωση (6/07), έτσι ώστε αυτό ανήλθε σε 5,10%. Και 4) μετά την αύξηση του παρεμβατικού επιτοκίου κατά 0,25% τον 6/07 και τον 7/08, αντιστοίχως, το συμβατικό επιτόκιο αυξήθηκε κατά 0,25% μόνο, μετά πάροδο σχεδόν δεκατεσσάρων μηνών, τον 8/08 και ανήλθε σε 5,35%. Αναφορικά δε με τις μειώσεις του παρεμβατικού επιτοκίου, μετά την επακολουθήσασα μείωση του παρεμβατικού επιτοκίου ΕΚΤ κατά 0,50% τον 10/08, το συμβατικό επιτόκιο μειώθηκε άμεσα τον 11/08, ισόποσα, ενώ μετά τις περαιτέρω μειώσεις του παρεμβατικού επιτοκίου κατά το χρονικό διάστημα 11/08.3.09, κατά 2,25% συνολικώς (από 3,75% τον 10/08 σε 1,50% τον 3/09), το συμβατικό επιτόκιο μειώθηκε κατά 0,80%, συνολικώς (από 4,85% τον 11/08 σε 4,05% τον 6/09). Οι δε εκκαλούντες, επί τέσσερα σχεδόν έτη από τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, δεν παραπονούντο για τις γενόμενες αυξήσεις του συμβατικού επιτοκίου, αλλά προέβαλαν για πρώτη φορά τις επίδικες αιτιάσεις τους κατά της δανείστριας το 2009 με μοναδική αφορμή τη μείωση του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ. Πλην, όμως, πέραν της μειώσεως αυτής, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ραγδαία μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από το 2008 και εντεύθεν, που επέφερε, μεταξύ άλλων, σοβαρούς κλυδωνισμούς στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και ειδικότερα: Είναι κοινώς γνωστό ότι από το 2008 και εντεύθεν είχε επισυμβεί η παγκόσμια χρηματοικονομική κρίση, που έπληξε σημαντικά και την ελληνική οικονομία και κατέστησε καταρχήν αναγκαία τη λήψη μέτρων στήριξης του τραπεζικού συστήματος δυνάμει του ν. 3723/2008 μέσω α) της κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών από το Ελληνικό Δημόσιο, με την αγορά προνομιούχων μετοχών, β) την παροχή εγγυήσεων για έκδοση ομολόγων τους με στόχο τη διευκόλυνση της άντλησης κεφαλαίων από τις χρηματαγορές και την ενίσχυση της ρευστότητάς τους και γ) την έκδοση ειδικών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για την περαιτέρω ενίσχυση της ρευστότητάς τους.... Επακολούθησε η επάλληλη λήψη δραστικών δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων με τους μνημονιακούς νόμους..., με αποκορύφωμα την αναδιάταξη του δημοσίου χρέους μέσω του ν. 4050/2012 «Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων» (Λ' 36/ 23.2.2012), στην αιτιολογική έκθεση του οποίου εκτίθεται ότι: «Τα τελευταία τρία χρόνια η Χώρα αντιμετωπίζει την πιο σοβαρή οικονομική κρίση στην πρόσφατη ιστορία της. Η ραγδαία επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών εκτόξευσε το κόστος δανεισμού της σε απαγορευτικά επίπεδα, με αποτέλεσμα η Χώρα να αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές και διόγκωσε το δημόσιο χρέος σε πολύ υψηλά επίπεδα. Οι ρυθμίσεις, που προτείνονται, σκοπούν στη διασφάλιση μίας ομοιόμορφης και αποτελεσματικής αναδιάταξης του ελληνικού χρέους, σε βιώσιμα επίπεδα, με τη συμμετοχή των ιδιωτών, σύμφωνα με την απόφαση της Συνόδου των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης της 26ης Οκτωβρίου». Υπό τις οικονομικές αυτές περιστάσεις, επήλθε, αφ’ ενός, αύξηση του κόστους χρήματος για τις τράπεζες, λόγω της δυσχέρειας άντλησης κεφαλαίων από τις χρηματαγορές και, αφ’ ετέρου, αύξηση του πιστωτικού κινδύνου από χορηγηθέντα δάνεια και μάλιστα στεγαστικά, διότι, η οικονομική κρίση έπληξε άμεσα και την αγορά ακινήτων, με συνέπεια την απομείωση της εμπορικής αξίας τους, ώστε, σε περίπτωση στεγαστικών δανείων, για τα οποία είχε χορηγηθεί εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων (όπως στην κρινόμενη περίπτωση, που συμφωνήθηκε η εγγραφή A' υποθήκης επί των αγορασθέντων ακινήτων για ποσό 875.000 ευρώ υπέρ της δανείστριας, σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση), απομειώθηκε η αξία της εμπράγματης ασφάλειας. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι ο γενόμενος προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου από τη δανείστρια τράπεζα αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ώστε να καθίσταται ανάγκη διαφορετικού προσδιορισμού του από το Δικαστήριο (...)». Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί προσδιορισμού, στην ερευνώμενη περίπτωση, του συμβατικού επιτοκίου από τη δανείστρια τράπεζα κατά «δίκαιη κρίση» και καθιστούν έτσι εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 του ν. 2251/1994, 181, 200 και 371 εδάφιο β' του ΑΚ που ήσαν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, στηρίζουν πλήρως το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου οι παρακάτω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: 1) Η καταχρηστικότητα του όρου 4 της δανειακής σύμβασης, αναφορικά με την αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου, ως αντικείμενου στις διατάξεις του άρθρου 2 § 7 περ. ε και ια του ν. 2251/1994, λόγω αδιαφάνειας και η προκληθείσα εκ του λόγου αυτού αοριστία (κενού) στη σύμβαση αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, επειδή δεν αναφέρονται στη σύμβαση τα κριτήρια αναπροσαρμογής, 2) η προσφυγή στο άρθρο 371 εδάφιο β' του ΑΚ, για τη συμπλήρωση της σύμβασης, προκειμένου να κριθεί εάν η αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου έγινε ή όχι «κατά δίκαιη κρίση», δεχόμενη την εγκυρότητα της συμφωνίας περί κυμαινόμενου επιτοκίου, η οποία δεν μπορεί να ανατραπεί στα πλαίσια της 371 ΑΚ, ούτε να μεταβληθεί το συμφωνηθέν επιτόκιο σε σύνθετο (ίσο με το παρεμβατικό επιτόκιο ΕΚΤ πλέον ενός περιθωρίου), 3) η ρητή αναφορά ότι η δανείστρια τράπεζα, στο πλαίσιο του άρθρου 371 ΑΚ, δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναπροσαρμόζει το συμβατικό επιτόκιο σε κάθε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου αναφοράς, αφού αυτό εναπόκειται στη διακριτική ευχέρειά της, με βάση τη σύμβαση, καθώς και ότι η διαμόρφωση του κυμαινομένου επιτοκίου είναι προϊόν σύνθετων υπολογισμών κάθε πιστωτικού ιδρύματος, με βάση διαρκώς τα μεταβαλλόμενα χρηματοοικονομικά δεδομένα και τις συνθήκες του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο μίας ανοικτής αγοράς, 4) οι διακυμάνσεις και ιδίως οι αυξήσεις του συμβατικού επιτοκίου κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης και εντεύθεν, καθώς και οι διακυμάνσεις (αυξήσεις και μειώσεις) του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ώστε να διαπιστωθεί αν έχει προκληθεί σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση, 5) το γεγονός ότι ενώ το επιτόκιο της ΕΚΤ αυξήθηκε συνεχόμενα από το Νοέμβριο του 2005 έως τον Ιούλιο του 2008 και συνολικά κατά 2,25%, η αναιρεσίβλητη τράπεζα ουδέποτε αύξησε το συμβατικό επιτόκιο κατά τον ίδιο τρόπο και ισόποσα, 6) ότι σε καμία από τις γενόμενες ως άνω αυξομοιώσεις η δανείστρια τράπεζα δεν αναπροσάρμοσε το συμβατικό επιτόκιο στο ανώτατο όριο του διπλασίου της μεταβολής του επιτοκίου της ΕΚΤ, ως δικαιούνταν κατά τη σύμβαση, ιδίως δε ότι οι γενόμενες αυξήσεις ήταν ισόποσες με τη μεταβολή του επιτοκίου της ΕΚΤ, 7) ότι υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η προμηθεύτρια τράπεζα παρέλειψε να προβεί σε άμεση αύξηση του συμβατικού επιτοκίου, παρά την αύξηση του επιτοκίου της ΕΚΤ, όπως αναλυτικά εκτίθενται οι περιπτώσεις αυτές, 8) ότι μετά την επακολουθήσασα μείωση του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, το συμβατικό επιτόκιο μειώθηκε, όπως αναλυτικά αναφέρεται, 9) ότι οι αναιρεσείοντες επί τέσσερα σχεδόν έτη από τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, δεν παραπονούνταν για τις γενόμενες αυξήσεις, αλλά προέβαλαν για πρώτη φορά τις επίδικες απαιτήσεις τους κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας το 2009, με μοναδική αφορμή τη μείωση του παρεμβατικού επιτοκίου και 10) η ραγδαία μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από το 2008 και εντεύθεν, που επέφερε, μεταξύ άλλων, σοβαρούς κλυδωνισμούς στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, γεγονός που προκλήθηκε από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση το 2008, που έπληξε σημαντικά και την ελληνική οικονομία και κατέστησε αναγκαία τη λήψη μέτρων στήριξης του τραπεζικού συστήματος μέσω της κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών από το Ελληνικό Δημόσιο, με την αγορά προνομιούχων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για την περαιτέρω ενίσχυση της ρευστότητάς τους και η επάλληλη λήψη δραστικών δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων με τους μνημονιακούς νόμους, με αποκορύφωμα την αναδιάταξη του δημοσίου χρέους μέσω του ν. 4050/ 2012. Τελικά, η προσβαλλόμενη απόφαση, συμμορφούμενη, ως όφειλε, με την ΑΠ 354/2020 απόφαση, αφού ερεύνησε τα ως άνω κριτήρια με βάση τα οποία η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία προέβαινε κάθε φορά στον προσδιορισμό του συμβατικού επιτοκίου, κατέληξε στην παραδοχή ότι υπό τις ως άνω οικονομικές περιστάσεις, επειδή επήλθε, αφενός αύξηση του κόστους χρήματος για τις τράπεζες, λόγω της δυσχέρειας άντλησης κεφαλαίων από τις χρηματαγορές και, αφετέρου, αύξηση του πιστωτικού κινδύνου από χορηγηθέντα δάνεια και μάλιστα στεγαστικά, διότι η οικονομική κρίση έπληξε άμεσα και την αγορά των ακινήτων, με συνέπεια την απομείωση της εμπορικής αξίας τους, ώστε, σε περίπτωση στεγαστικών δανείων, για τα οποία είχε χορηγηθεί εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων (όπως στην κρινόμενη περίπτωση), απομειώθηκε η αξία της εμπράγματης ασφάλειας, ο προσδιορισμός του επιτοκίου έλαβε χώρα στην ερευνώμενη υπόθεση «κατά δίκαιη κρίση», απορρίπτοντας την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Οι παραπάνω παραδοχές αποτελούν πλήρη και σαφή αιτιολογία που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της απόφασης, χωρίς να καταλείπονται λογικά κενά. Με βάση τα ανωτέρω λεχθέντα, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται έλλειψη αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον αφορά μόνον σε αιτιάσεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που συνέχονται κατά την άποψή τους με την ερμηνεία του νόμου, την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αυτής (ΑΠ 60/2024, ΑΠ 73/2024).

VII. Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων». Στην έννοια δε του, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, περιλαμβάνονται και οι διατάξεις των επικυρωμένων από την Ελλάδα Διεθνών Συμβάσεων και των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2024, ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την αρίθμηση του Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή τους ως ουσία αβάσιμη, παραβίασε το 1° Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256), καθώς επενέβη στην περιουσία τους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι ο ως άνω φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου δεν περιλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε παρατίθενται παραδοχές αυτής, από τις οποίες μπορεί να κριθεί αν συντρέχει παραβίασή του και, επίσης, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδιδόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα και η επίδραση που είχαν τα σφάλματα αυτά στο διατακτικό της απόφασης, καθόσον δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' εφαρμογή των προπαρατεθέντων κανόνων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, με τις συγκεκριμένες αιτιολογίες, τυχόν πλημμέλειες των οποίων ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί η από ...2022 αίτηση και ο από ...2024 πρόσθετος λόγος για αναίρεση της υπ’ αριθ. …/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από ...2022 αίτηση και τον από ...2024 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της υπ' αριθ. …/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

 



 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Η δυνατότητα εφαρμογής της ΑΚ 371 εδ. α΄ για την πλήρωση του κενού που καταλείπει καταχρηστικός γενικός όρος των συναλλαγών

 

Η σχολιαζόμενη απόφαση καταπιάνεται με το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής της ΑΚ 371 εδ. α΄ προς πλήρωση του κενού, το οποίο καταλείπει στη σύμβαση ο άκυρος όρος αναπροσαρμογής του τιμήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, η εφαρμογή της ΑΚ 371 από την εκκαλούμενη απόφαση οδηγούσε στα ίδια πρακτικά αποτελέσματα με εκείνα του κριθέντος ως καταχρηστικού όρου. Ο Άρειος Πάγος, με τη σχολιαζόμενη απόφαση, επικύρωσε την εφετειακή κρίση, καθώς δεν διέγνωσε πλημμέλειες ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των όρων της ΑΚ 371 (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ).

 

1. Συνοπτική παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών

 

Αντικείμενο της ένδικης διαφοράς αποτέλεσε η ενσωμάτωση από το αναιρεσίβλητο πιστωτικό ίδρυμα γενικού όρου, ο οποίος προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής  πρόσθετης αναπροσαρμογής του κυμαινόμενου επιτοκίου σε δανειακή σύμβαση που είχε συναφθεί με καταναλωτή. Ειδικότερα, ως βάση υπολογισμού του επιτοκίου προσδιοριζόταν το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ. Παράλληλα, το επίμαχο άρθρο προέβλεπε το δικαίωμα του πιστωτικού ιδρύματος να προβαίνει σε περαιτέρω αύξησή του έως το διπλάσιο της μεταβολής του παρεμβατικού επιτοκίου χωρίς, όμως, να ενσωματώνονται ειδικά, σαφή και εύλογα για τον καταναλωτή κριτήρια (άρθρο 2 § 7 περ. ε΄ και ια΄ ν. 2251/1994). Κατά το τελευταίο σκέλος, ο ένδικος όρος είχε κριθεί ήδη ως καταχρηστικός με την απόφαση υπ’ αριθ. 354/2020 του Αρείου Πάγου1. Στο πλαίσιο του παρόντος σχολιασμού παραλείπεται η εξέταση των ζητημάτων νομιμότητας των ρητρών αναπροσαρμογής επιτοκίου, τα οποία έχουν αναλυθεί υπό άλλη ευκαιρία2.

Το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, δέχθηκε ότι το κενό που καταλείπεται στη σύμβαση θα πληρωθεί με εφαρμογή της ΑΚ 371 εδ. α΄, ώστε η παροχή του καταναλωτή να διαπλαστεί κατά δίκαιη κρίση. Κατ’ εφαρμογή της ως άνω ενδοτικού δικαίου διάταξης, το Εφετείο έκρινε ότι «δεν αποδείχθηκε ότι ο γενόμενος προσδιορισμός του συμβατικού επιτοκίου από την δανείστρια τράπεζα αντίκειται στη δίκαιη κρίση, ώστε να καθίσταται ανάγκη διαφορετικού προσδιορισμού του από το Δικαστήριο». Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, το πιστωτικό ίδρυμα προσκόμισε στοιχεία αναφορικά με το ύψος των αυξήσεων. Τα στοιχεία αυτά απεδείκνυαν αφενός ότι οι πρόσθετες αυξήσεις (δυνάμει του καταχρηστικού όρου) δεν κυμάνθηκαν σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο και δεν υπερέβησαν το συμφωνημένο διπλάσιο της μεταβολής του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ· αφετέρου ότι το ίδιο προέβη σε μειώσεις του επιτοκίου, όταν μειώθηκε αντίστοιχα το παρεμβατικό επιτόκιο.

 

2. Οι μέθοδοι πλήρωσης του κενού του καταχρηστικού όρου

 

Κατά κρατούσα γνώμη, στη θέση του κενού που καταλείπει ο άκυρος όρος στη σύμβαση θα προκριθεί η εφαρμογή του ενδοτικού δικαίου3. Εφαρμοστέα στην περίπτωση αυτή είναι, επομένως, εκείνη η διάταξη, η οποία θα καλούταν σε εφαρμογή, αν τα μέρη δεν παρέκκλιναν απ’ αυτήν κατά τη διαμόρφωση της σύμβασης. Η εν λόγω ρύθμιση αποτυπώνει τη δίκαιη και ισόρροπη στάθμιση συμφερόντων, στην οποία κατά τεκμήριο προβαίνει ο νομοθέτης4

Ελλείψει σχετικού κανόνα ενδοτικού δικαίου, το κενό θα πληρωθεί με συμπληρωτική ερμηνεία της σύμβασης5. Ο δικαστής καλείται να αναζητήσει την αληθή βούληση των μερών ως προς το τι θα είχαν αυτά συμφωνήσει, αν γνώριζαν εξαρχής την ύπαρξη του κενού στη σύμβαση6. Κατά τη συμπληρωτική ερμηνεία δεν προκρίνεται η βούληση ενός εξ αυτών. Η σχετική διεργασία αποσκοπεί στην ανάδειξη της κοινά αποδεκτής συμβατικής ρύθμισης σε ένα υποθετικό περιβάλλον διαπραγματευτικής ισοτιμίας, στο οποίο αμφότερα τα μέρη δέχονται να υποστούν με τον ίδιο τρόπο την απαραίτητη για τη διαπραγμάτευση συναλλακτική επιβάρυνση7

Τίθεται, περαιτέρω, το ερώτημα αν κάθε διάταξη ενδοτικού δικαίου είναι πράγματι ικανή να αξιοποιηθεί προς πλήρωση του κενού που καταλείπει ο άκυρος ως καταχρηστικός όρος στην καταναλωτική σύμβαση. Με άλλα λόγια, εξεταστέο είναι αν το σύνολο των διατάξεων του ενδοτικού δικαίου είναι κατάλληλο για τη ρύθμιση της καταναλωτικής σύμβασης, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη οικονομική και διαπραγματευτική ανισότητα μεταξύ των μερών.

 

3. Ιδιωτική αυτονομία και ιδεολογική βάση του δικαίου των συμβάσεων

 

Το Ενοχικό Δίκαιο διαπνέεται από την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, όπως αυτή εκφράζεται ιδίως μέσω της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361)8. Η αρχή αυτή συνιστά ιστορική έκφραση του ρεύματος του φιλελευθερισμού, το οποίο κυριαρχούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα έως και την εποχή σύνταξης του Αστικού Κώδικα9. Η φιλελεύθερη ιδεολογία αποτυπώνεται και σε οικονομικό επίπεδο, υπό την κλασική της μορφή10: το άτομο αναγνωρίζεται κατ’ αρχήν ως φορέας ορθολογικής βούλησης, ικανό να ρυθμίζει αυτόνομα τις οικονομικές του σχέσεις με μόνο όριο αυτό που προδιαγράφει ο νομοθέτης μέσα από τις διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (λ.χ. ΑΚ 332, 366, 372 κ.ά.)11. Στο ανωτέρω πλαίσιο, η ελεύθερη διαμόρφωση των συμβατικών όρων και η πρωτοκαθεδρία της ιδιωτικής αυτονομίας νοούνται ως μηχανισμοί ορθολογικής κατανομής των πόρων και μεγιστοποίησης του οφέλους των συναλλασσόμενων. 

Η φιλελεύθερη αυτή προσέγγιση αντανακλάται, επίσης, στην κανονιστική ουδετερότητα του Αστικού Κώδικα12. Ο Αστικός Κώδικας ρυθμίζει τις ιδιωτικές έννομες σχέσεις, δίχως να προβαίνει κατ’ αρχήν σε αξιολογική στάθμιση των ιδιαίτερων οικονομικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών των συναλλασσόμενων ή να επιδιώκει την άμβλυνση των πραγματικών ανισοτήτων μεταξύ τους13. Συναφώς, ο νομοθέτης υιοθετεί τη θεμελιώδη παραδοχή ότι τα μέρη διαθέτουν εκ προοιμίου ίση διαπραγματευτική και οικονομική ισχύ και είναι, ως εκ τούτου, ικανά να διαπραγματευτούν ισότιμα τους όρους της σύμβασης, στοχεύοντας στη μεγιστοποίηση της ωφέλειάς τους από την επίμαχη συναλλαγή14

Υπό αυτές τις σκέψεις, δικαιολογείται η νομοθετική επιλογή σχεδιασμού σημαντικού αριθμού διατάξεων ως ενδοτικού δικαίου15. Ειδικότερα, η παραδοχή του κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού ότι το άτομο λειτουργεί ως homo economicus, ικανό να αποκλίνει συνειδητά από το νομοθετικό καθοδηγητικό πρότυπο δίκαιης και ισόρροπης στάθμισης των συμφερόντων και να αναλάβει τις συνέπειες των επιλογών του (μεγιστοποιώντας ταυτόχρονα την ωφέλειά του), θεωρείται επαρκές εχέγγυο για την πρόκριση της ανωτέρω νομοθετικής τεχνικής16

Όμως, το δομικό μοντέλο του Αστικού Κώδικα δοκιμάζεται έντονα στην περίπτωση της καταναλωτικής σύμβασης17. Εγγενές χαρακτηριστικό της τελευταίας είναι η διαπραγματευτική ανισότητα, καθώς και η οικονομική και πληροφοριακή ασυμμετρία ανάμεσα στα μέρη. Ο καταναλωτής αποδέχεται προδιατυπωμένους όρους που τίθενται μονομερώς από τον προμηθευτή, δίχως ουσιαστική δυνατότητα διαπραγμάτευσης (take it or leave it). Υπό τις συνθήκες αυτές, η παρέμβαση του νομοθέτη καθίσταται αναγκαία, προκειμένου να προστατευθεί ο αδύναμος συμβαλλόμενος. 

Οι διατάξεις του ΑΚ δεν είναι στο σύνολό τους προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες της σύμβασης προσχώρησης (πρβλ. κατ’ εξαίρεση ΑΚ 332 § 2). Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να εξετάζεται ad hoc αν ορισμένος κανόνας δικαίου είναι κατάλληλος για να τύχει εφαρμογής στην καταναλωτική σύμβαση18. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι αξιολογήσεις του νομοθέτη, όπως αποτυπώνονται στην οικεία διάταξη και το αν αυτές συμβιβάζονται με τις ειδικότερες παραδοχές που διαπνέουν το σύστημα της καταναλωτικής νομοθεσίας. 

 

4. Η ακαταλληλότητα της ΑΚ 371 εδ. α΄ για την πλήρωση του κενού που καταλείπει ο καταχρηστικός όρος στην καταναλωτική σύμβαση

 

Τα τελευταία χρόνια κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στη νομολογία η εφαρμογή της ΑΚ 371 για την πλήρωση του κενού που καταλείπει ο καταχρηστικός όρος αναπροσαρμογής του τιμήματος19. Η θέση αυτή, ωστόσο, δεν είναι αναντίρρητη20. Συναφώς υποστηρίζεται ότι η ΑΚ 371 εδ. α΄ δεν είναι εν γένει σχεδιασμένη για τη ρύθμιση συμβάσεων προσχώρησης21. Ειδικότερα:

 

α. Η προϋπόθεση της ύπαρξης έγκυρης σύμβασης 

 

Το τίμημα αποτελεί βασικό στοιχείο κάθε συμβατικής σχέσης (essentialia negotii), το οποίο καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας των μερών. Στο πλαίσιο αυτό, η ΑΚ 371 δίδει προβάδισμα στην ύπαρξη συμφωνίας, η οποία ρυθμίζει ειδικώς τον τρόπο προσδιορισμού του τιμήματος, επιτρέποντας ακόμη και την ανάθεση του καθορισμού του σε ένα από τα μέρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας και τους όρους άρσης της αοριστίας -και αφού εξαντληθεί κάθε ερμηνευτική προσπάθεια αναζήτησης της αληθούς βούλησης των μερών (ΑΚ 173, 200)22-, ο προσδιορισμός της παροχής θα πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση από το μέρος στο οποίο αυτός έχει ανατεθεί. 

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ΑΚ 371 εδ. α΄ εμπεριέχει κανόνα ερμηνευτικής φύσης23. Ως εκ τούτου, προϋποθέτει την ύπαρξη ισχυρής συμφωνίας, με την οποία το ένα μέρος επαφίεται -υπό τους οριζόμενους στη σύμβαση όρους- στην κρίση του άλλου ως προς τον προσδιορισμό της παροχής του24. Την έγκυρη αυτή συμφωνία ο νομοθέτης ερμηνεύει συμπληρωτικά, ανιχνεύοντας την τεκμαιρόμενη υποθετική βούληση των μερών. Κατά συνέπεια, η ΑΚ 371 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, όταν η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη, όπως εν προκειμένω. Ο άκυρος όρος δεν παρέχει δικαίωμα στον προμηθευτή να προβαίνει σε προσδιορισμό της παροχής εν γένει. 

 

β. Η αντίθεση προς θεμελιώδεις σκοπούς του δικαίου προστασίας καταναλωτή 

 

Η ΑΚ 371 προαπαιτεί την ύπαρξη συμφωνίας, η οποία στηρίζεται σε σχέση διαπραγματευτικής και συναλλακτικής ισοτιμίας μεταξύ των μερών. Σε μία τέτοια κατάσταση, το ένα από τα μέρη παρέχει στο άλλο το δικαίωμα να προσδιορίζει την παροχή, αποδεχόμενο τους ενδεχόμενους κινδύνους που συνδέονται με μια τέτοια επιλογή. Αντίβαρο στους τελευταίους αποτελεί η εν τοις πράγμασι ισχύς που διαθέτει αυτό το μέρος, η οποία εκδηλώνεται στη δυνατότητά του να αντιδράσει στον προσδιορισμό (όπως λ.χ. να καταγγείλει τη σύμβαση, να την επαναδιαπραγματευτεί ή να λάβει άλλους είδους μέτρα σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τον προσδιορισμό της παροχής που έλαβε χώρα). Στις συμβάσεις προσχώρησης κάτι τέτοιο δεν ισχύει: ο προμηθευτής διαθέτει οικονομική ισχύ και τεχνογνωσία που στερείται ο καταναλωτής, ο οποίος συχνά δεν έχει τη δυνατότητα ή τη γνώση, ώστε να αντιλέξει στην επιβολή από το άλλο μέρος.

Η εφαρμογή της ΑΚ 371 στις περιπτώσεις αυτές αντίκειται σε βασικές αξιολογήσεις που διαπνέουν το σύστημα προστασίας του καταναλωτή. Θεμελιώδης αρχή του ενωσιακού δικαίου προστασίας του καταναλωτή είναι η αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία επιτάσσει την ουσιαστική προστασία των συμφερόντων της εν λόγω ομάδας (άρθρο 7 Οδηγίας 93/13)25. Από την αρχή αυτή απορρέει ο αποτρεπτικός χαρακτήρας που διαπνέει τις ρυθμίσεις του εν λόγω συστήματος δικαίου, οι οποίες επιχειρούν να εμποδίσουν -ήδη πριν την εκδήλωσή τους- συμπεριφορές του προμηθευτή που θα ματαίωναν στην πράξη τον σκοπό τους26. Αυτό τονίζει το ΔΕΕ27, κρίνοντας ότι, αν το εθνικό δικαστήριο διέθετε την εξουσία να αναθεωρεί το περιεχόμενο των καταχρηστικών ρητρών, η ευχέρεια αυτή θα καθιστούσε ενδεχομένως δυσχερέστερη την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 7 της Οδηγίας 93/13, δεδομένου ότι θα αποδυνάμωνε το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που έχει ως προς τους προμηθευτές η κατηγορηματική απαγόρευση εφαρμογής τέτοιων καταχρηστικών ρητρών. Συναφώς, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η παραχώρηση μιας τέτοιας δυνατότητας στα εθνικά δικαστήρια θα έκανε τους προμηθευτές να εξακολουθούν να υπόκεινται στον πειρασμό να χρησιμοποιούν καταχρηστικές ρήτρες, γνωρίζοντας ότι, ακόμα κι αν αυτές κηρύσσονταν άκυρες, η σύμβαση θα μπορούσε παρά ταύτα να συμπληρωθεί κατά το αναγκαίο μέτρο από το δικαστήριο, ώστε να εξασφαλιστεί παράλληλα το συμφέρον των προμηθευτών28

Η κρίση των εθνικών δικαστηρίων -καθώς και κάθε άλλου εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου που αποφαίνεται με βάση το ενωσιακής προέλευσης δίκαιο προστασίας του καταναλωτή- οφείλει να προσανατολίζεται στην αποτελεσματική προστασία της εν λόγω ομάδας, προσφέροντας ενδεχομένως τα κατάλληλα αντικίνητρα στον προμηθευτή, ώστε να παύσει οριστικά τη χρήση καταχρηστικών όρων. Εντούτοις, το Ακυρωτικό δεν φαίνεται να ακολούθησε την παραπάνω ερμηνευτική κατεύθυνση στη σχολιαζόμενη απόφασή του. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ακόμη κι αν ο όρος κριθεί καταχρηστικός, δεν αποκλείεται ο προμηθευτής να επικαλεστεί ότι έχει επιβάλει αναπροσαρμογές σύμφωνες στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη δίκαιη κρίση. Έτσι, ο τελευταίος καταλήγει να θεραπεύει ο ίδιος το κενό που καταλείπει ο καταχρηστικός όρος που έχει ενσωματώσει με δική του πρωτοβουλία στη σύμβαση, επωφελούμενος από την παρανομία του. Κατά τούτο ο προμηθευτής στερείται κινήτρου να ενσωματώνει διαφανείς όρους αναπροσαρμογής του τιμήματος, αφού μπορεί ο ίδιος εκ των υστέρων να άρει την αδιαφάνεια του όρου, επικαλούμενος την κατά τα άλλα δίκαιη κρίση του –δίχως, μάλιστα, την ανάγκη να γνωστοποιήσει στον καταναλωτή τα κριτήρια που την υποστηρίζουν.

 

γ. Η αντίθεση με την αρχή της διαφάνειας

 

Η εφαρμογή της ΑΚ 371 εδ. α΄ στη σχολιαζόμενη απόφαση οδηγεί μάλλον σε προβληματικά -αν όχι αντιφατικά- αποτελέσματα, μη συμβατά προς την αρχή της διαφάνειας που διαπνέει τις καταναλωτικές συμβάσεις29. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθ. 354/2020 απόφασή του στηρίζει την κρίση του περί της καταχρηστικότητας του επίμαχου όρου στην αδυναμία του καταναλωτή να γνωρίζει ποια συγκεκριμένα κριτήρια εφαρμόζει εν προκειμένω ο προμηθευτής για την επιβολή της αναπροσαρμογής. Παρά ταύτα, το ίδιο Δικαστήριο στη νυν σχολιαζόμενη απόφαση του δέχεται ότι η επιβολή αναπροσαρμογής «κατά δίκαιη κρίση», ακόμη και χωρίς την προηγούμενη γνωστοποίηση στον καταναλωτή των κριτηρίων ή παραγόντων που τη δικαιολογούν, αρκεί για να τη νομιμοποιήσει.

Έτσι, το Δικαστήριο κατ’ ουσίαν απομειώνει το παρεχόμενο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, το οποίο το ίδιο -με την απόφαση υπ’ αριθ. 354/2020- επεδίωξε να του παρέχει. Ο καταναλωτής καταλήγει να βρίσκεται σε δυσχερέστερη θέση μετά την αμφισβήτηση του κύρους του όρου: ο τελευταίος δεν είναι πλέον σε θέση να προβλέψει ολωσδιόλου τη μελλοντική πορεία της παροχής του και την έννομη θέση του στη σύμβαση, αφού, καίτοι ο καταχρηστικός όρος έχει αναγνωριστεί άκυρος ως αδιαφανής, ο προμηθευτής διαθέτει το δικαίωμα να επιβάλλει κατά τη (δίκαιη) κρίση του ad hoc αναπροσαρμογές, τις οποίες μπορεί να δικαιολογεί εκ των υστέρων, επικαλούμενος το πρώτον τότε τον «δίκαιο» χαρακτήρα τους.

 

5. Καταληκτικές επισημάνσεις

 

Η ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας του καταναλωτή επιτάσσει η κήρυξη ενός όρου ως καταχρηστικού να συνεπάγεται την κατηγορηματική απαγόρευση της εφαρμογής του. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις οι οποίες, είτε κατά τον έλεγχο του περιεχομένου του, είτε κατά το στάδιο πλή­ρωσης του κενού που καταλείπει ο άκυρος όρος, οδηγούν –άμεσα ή έμμεσα– σε διάσωση του κύρους του,  κρίνονται ασύμβατες με το σύστημα του δικαίου προστασίας του καταναλωτή30. Υπό το πρίσμα αυτό, η σχολιαζόμενη απόφαση φαίνεται να υιοθετεί μια προβληματική εκδοχή, στο μέτρο που αποδέχεται ότι η εφαρμογή από τον προμηθευτή ενός ήδη αμετάκλητα κριθέντος ως καταχρηστικού όρου δύναται κατ’ εξαίρεση να θεωρηθεί ανεκτή, εφόσον το αποτέλεσμα της εφαρμογής του ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση στις επιταγές της δίκαιης κρίσης κατά τον προσδιορισμό της παροχής. 

Εξάλλου, η πλήρωση του κενού που καταλείπει ένας καταχρηστικός όρος το πρώτον από το δικαστήριο, με δίκαιη και σταθμισμένη κρίση σύμφωνα με το άρθρο 371 εδ. β΄ ΑΚ, διακρίνεται από την επικύρωση της «δίκαιης» κρίσης του προμηθευτή κατ’ άρθρο 371 εδ. α΄ ΑΚ, η οποία εδράζεται σε έναν άκυρο γενικό όρο. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αυτόνομα, το πρώτον τότε για το δίκαιο ύψος του τιμήματος με βάση το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που του προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι· στη δεύτερη, η αναπροσαρμογή του τιμήματος εξακολουθεί να επιβάλλεται μονομερώς από τον προμηθευτή. 

Η ακυρότητα του γενικού όρου για την αναπροσαρμογή του τιμήματος έχει ως συνέπεια ότι ο προμηθευτής στερείται γενικώς του δικαιώματος να επιβάλλει μονομερώς την αναπροσαρμογή. Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική προσέγγιση που δέχεται ότι ακόμη και ένας καταχρηστικός όρος μπορεί να ερμηνευθεί προς την κατεύθυνση ότι εμπεριέχει έγκυρη κατ’ αρχήν συμφωνία των μερών για την ανάθεση του προσδιορισμού του τιμήματος σε ένα από αυτά, θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη σωστική ερμηνεία του κύρους του όρου ή σωστική αναθεώρηση του περιεχομένου του από το δικαστήριο. Μια τέτοια εκδοχή δεν συμβαδίζει προς τον αποτρεπτικό σκοπό του δικαίου προστασίας του καταναλωτή.

Εξάλλου, η υιοθετούμενη από το Δικαστήριο λύση δεν διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή. Ο καταναλωτής, όχι μόνο αδυνατεί να προβλέπει τη μελλοντική εξέλιξη του τιμήματος της σύμβασης, αλλά αρκείται στον εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο του προσδιορισμού του από το άλλο μέρος. Στο πλαίσιο του τελευταίου, εξετάζεται in concreto αν η αναπροσαρμογή, όπως επιβλήθηκε από τον προμηθευτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ανταποκρίνεται στη δίκαιη κρίση.

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Μ. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ

Δ.Ν. Δικηγόρος


 

 

 

  • 1

    ΝΟΜΟΣ.

  • 2

    Γ. Κ α λ ο γ ε ρ ά κ η ς, Καταχρηστικός χαρακτήρας ρητρών αναπροσαρμογής κυμαινόμενου επιτοκίου σε πιστωτικές συμβάσεις: πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις (Σχόλιο στην ΑΠ 168/ 2024), ΝοΒ 2025. 98 επ. Για το ζήτημα αυτό, βλ.  εκτενώς Ι. Β ε ν ι έ ρ η, Η αναπροσαρμογή των επιτοκίων και ο δικαστικός της έλεγχος στις τραπεζικές καταναλωτικές συμβάσεις, ΔΕΕ 2009. 26 επ.· Ε λ. Β ό γ κ λ η, Κυμαινόμενο επιτόκιο,  2005,  σ. 35  επ.· Ι.  Λ ι ν α ρ ί τ η, Κριτήρια αξιολόγησης γενικών όρων συναλλαγών μακροπρόθεσμων πιστώσεων, ΧρΙδΔ 2010. 382  επ.· Δ. Σ π υ ρ ά- κ ο, Κριτήρια αναπροσαρμογής του επιτοκίου στις συμβάσεις δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, ΔΕΕ 2002. 1109 επ.

  • 3

    Α π. Γ ε ω ρ γ ι ά δ η ς, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου[5], 2018, § 33 αριθ. 31· Γ . Δ έ λ λ ι ο ς, Γενικοί Όροι Συναλλαγών[2], 2013, αριθ. 464· Γ. Μ ε ν τ ή ς, Γενικοί Όροι Συναλλαγών[2], 2020, αριθ. 8.24· Ι. Κ α ρ ά κ ω σ τ ας, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή[3], 2016, αριθ. 120· Μ. Κ α ρ ά σ η ς, Γενικοί Όροι Συναλλαγών, 1992, σ. 105-106· Π. Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ, Μεθοδολογία του Ιδιωτικού Δικαίου και ερμηνεία των δικαιοπραξιών, 2000, αριθ. 512· PP ap a rs e ni o uGriechisches Verbrauchervertragsrecht, 2008, σ. 48· Χ. Χ α σ ά π η ς, Δάνεια σε ελβετικό φράγκο, 2016, σ. 307 επ.

  • 4

    Δ έ λ λ ι ο ς, ό.π.· Μ ε ν τ ή ς, ό.π.· Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ, ό.π., αριθ. 526· Μ. Σ τ α θ ό π ο υ λ ο ς, σε: ΑΚ[2] Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 3 αριθ. 15· Χ α σ ά π η ς, ό.π., σ. 312.

  • 5

    Bλ. τους συγγραφείς της σημ. 3. Υπέρ της πρόκρισης της συμπληρωτικής ερμηνείας έναντι της εφαρμογής της ετερόνομης ρύθμισης του ενδοτικού δικαίου τάσσεται -με επιχειρήματα αντλούμενα ιδίως από την ανάγκη διαφύλαξης της ιδιωτικής αυτονομίας των μερών- ο Α ν τ. Π α π α δ η μ η τ ρ ό π ο υ λ ο ς, Η συμπληρωτική ερμηνεία των δικαιοπραξιών, 2009, αριθ. 665. Ο προβληματισμός αυτός είναι κατ’ αρχήν εύλογος και η σημασία του καθίσταται εμφανής μέσα από τη σχολιαζόμενη απόφαση, η οποία αναδεικνύει τα όρια της δυνατότητας εφαρμογής του ενδοτικού δικαίου για την πλήρωση του κενού. Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι συμβάσεις προσχώρησης αποτελούν ένα πεδίο που εξ ορισμού περιορίζεται η ιδιωτική αυτονομία του κατάναλωτή, ο οποίος δεν έχει λόγο στη διαμόρφωση του περιεχομένου των όρων. Συνεπώς, από μόνη τη συναίνεση του καταναλωτή στην ένταξη των γενικών όρων στη σύμβαση δεν μπορεί να  συναχθεί αν μη τι άλλο η συνειδητή βούλησή του να αποκλίνει από τη ρύθμιση του ενδοτικού δικαίου, ώστε κατ’ αποτέλεσμα να αποκλειστεί η εφαρμογή της τελευταίας. 

  • 6

    Γ ε ω ρ γ ι ά δ η ς, ΓενΑρχ[5], §42 αριθ. 5· Δ έ λ λ ι ο ς, ό.π., αριθ. 467· Μ. Κ α ρ ά σ η ς, Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου Ι: Δικαιοπραξία, 1996, αριθ. Γ 383· Π α π α δ η μ η τ ρ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., αριθ. 321· Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ, ό.π., αριθ.  520·Σ τ α θ ό π ο υ λ ο ς, σε: ΑΚ[2] Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 173 και 200 αριθ. 190.

  • 7

    Έτσι ορθά ο Π α π α δ η μ η τ ρ ό π ο υ λ ο ς, ό.π. Βλ. επίσης, Γ ε ω ρ γ ι ά δ η, ό.π.· Κ α ρ ά σ η, ό.π.,  αριθ. Γ 396· Σ τ α θ ό π ο υλ ο, ό.π, αριθ. 193.

  • 8

    Γ ε ω ρ γ ι ά δ η ς, ΓενΑρχ[5], § 7 αριθ. 37· Α ν τ.  Κ α ρ α- μ π α τ ζ ό ς, Ιδιωτική αυτονομία και προστασία του καταναλωτή, 2016, αριθ. 5·  Γ. Μ α ρ ι δ ά κ η ς, Τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής κωδικοποιήσεως, Αρμ 1949. 199 επ. (206)·  Κ.  Σ ο ύ ρ λ α ς, Αι ατομικιστικαί και κοινωνιστικαί αντιλήψεις εν τω Αστικώ Δικαίω, ΕλλΔνη 1934. 121 επ. (121)· Μ. Σ τ α θ ό π ο υ λ ο ς, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο[5], 2018, §1 αριθ. 52.

  • 9

    Α. Γ α ζ ή ς, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, Τεύχ. Α΄, 1970, σ. 44· Φ. Δ ω ρ ή ς, Εισαγωγή στο Αστικό Δίκαιο, Τεύχ. Α΄, 1991, σ. 213· Π. Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ, Σκέψεις πάνω στον νέο νόμο (ν. 3587/2007) για την προστασία των καταναλωτών, ΕλλΔνη 2008. 660 επ. (660)· Ν. Π α π α ν τ ω ν ί ο υ, Γενικές Αρχές του αστικού δικαίου[3], 1983, σ. 66, 74-75· ο ί δ ι ο ς, Η ελευθερία των συμβάσεων εις το σύγχρονον δίκαιον, ΕΕΝ 1965. 301 επ. (302)·  Σ τ α θ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., αριθ. 18, 26.

  • 10

    Βλ. Γ α ζ ή, ό.π., σ. 43· Γ ε ω ρ γ ι ά δ η, ό.π.,  αριθ.  33· Π α π α ν τ ω ν ί ο υ, ΕΕΝ 1965.309.

  • 11

    Κ α ρ α μ π α τ ζ ό ς, ό.π., αριθ. 6· Α ν τ. Καραμπατζός/ Γ. Κ α λ ο γ ε ρ ά κ η ς, Το πρότυπο του «μέσου καταναλωτή» στην ελληνική έννομη τάξη, ΧρΙδΔ 2026. 90  επ. (100-101)·  Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ, ΕλλΔνη 2008. 660· Σ τ α θ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., αριθ. 27· Κ. Σ η μ α ι ο φ ο ρ ί δ ο υ, Ατομική δικονομική προστασία του καταναλωτή στο ελληνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο, 2025, σ. 4.

  • 12

    Π α π α ν τ ω ν ί ο υ, ΓενΑρχ[3], σ. 77· Σ τ α θ ό π ο υ λ ο ς, ό.π., αριθ. 20 επ., 27. Πρβλ. Δ. Ρ ο ύ σ σ η, Η συρρίκνωση του πεδίου εφαρμογής της αρχής προστασίας του ασθενέστερου συμβαλλομένου, ΧρΙδΔ 2024. 174 επ., ο οποίος τάσσεται υπέρ της ανάδειξης της γενικής αρχής της προστασίας του ασθενέστερου συμβαλλόμενου στο αστικό δίκαιο, μέσω της θεμελίωσής της τόσο στις διατάξεις του ΑΚ όσο και σε αυτές ειδικών αστικών νόμων.

  • 13

    Από την κατ’ αρχήν ουδετερότητα των κανόνων του Αστικού Δικαίου παρεκκλίνει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νομοθέτης, όταν το επιτάσσει η ανάγκη προστασίας του ασθενέστερου μέρους (λ.χ. ΑΚ 127 επ., 140 επ., 147 επ., 179 κ.ά.). Βλ. εκτενώς Α ν τ. Κ α ρ α μ π α τ ζ ό, Αποτελεσματική προστασία του ασθενέστερου μέρους στο Αστικό Δίκαιο – με έμφαση στην προστασία του «οικογενειακού εγγυητή» και του καταναλωτή, ΧρΙδΔ 2023. 401 επ. (405)· Ρ ο ύ σ σ η, ΧρΙδΔ 2024. 174-175·    Σ τ α θ ό π ο υ λ ο, ό.π., αριθ. 22.

  • 14

    Βλ. Δ ω ρ ή, Εισαγωγή …, σ. 213· Π α π α ν τ ω ν ί ο υ, ΓενΑρχ[3], σ. 73· τ ο ν ί δ ι ο, ΕΕΝ 1965.310· Μ α ρ ι δ ά κ η, Αρμ 1949. 206· Σ τ α θ ό π ο υ λ ο, ΓενΕνοχΔ5, § 1 αριθ. 27-28·          Σ ο ύ ρ λ α, ΕλλΔνη 1934. 122· Σ η μ α ι ο φ ο ρ ί δ ο υ, ό.π., σ. 5. 

  • 15

    Βλ. Κ α ρ α μ π α τ ζ ό, ό.π.· Σ τ α θ ό π ο υ λ ο, ό.π., αριθ. 54.

  • 16

    Πρβλ. την κριτική του Π α π α ν τ ω ν ί ο υ, ΕΕΝ 1965. 309.

  • 17

    Για όσα ακολουθούν, βλ. Α π. Γ ε ω ρ γ ι ά δ η, Το Ιδιωτικό Δίκαιο στο κατώφλι του 21ου αιώνα, ΝοΒ 2001.569 επ. (570-571)· Δ ω ρ ή, Εισαγωγή …, σ. 214-215· Κ α ρ α μ π α τ ζ ό, Ιδιωτική αυτονομία …, αριθ. 231 επ.· Μ ε ν τ ή, ΓΟΣ[2], αριθ. 1.1 επ.· Ρ ο ύ σ σ η, ΧρΙδΔ 2024. 174, 178 επ.

  • 18

    Πρβλ. τις αντίστοιχες σκέψεις της θεωρίας ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της ΑΚ 291 για την πλήρωση του κενού που κατέλειπε ο καταχρηστικός όρος μετατροπής του νομίσματος σε καταναλωτικές δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο σε   Ι. Β ε ν ι έ ρ η, Τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο (γνωμοδ.), ΕΕμπΔ 2015.743 επ. (759)· Γ. Δ έ λ λ ι ο/Α. Β α λ τ ο ύ δ η, Συμβάσεις δανείων σε ελβετικό φράγκο (γνωμοδ.), ΕπισκΕμπΔικ 2015. 89 επ. (126 επ.)· Ι. Κ α ρ ά κ ω σ τ α/Χ. Β ρ ε τ τ ο ύ, Ο ανοιχτός έλεγχος των ΓΟΣ στις δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο, ΕφΑΔΠολΔ 2015.1043 επ. (1049)· Μ ε ν τ ή, ΓΟΣ[2], αριθ. 6.92· Α γ. Μ π ώ λ ο, Δάνεια σε ελβετικό φράγκο, 2016, αριθ. 190· Π. Ν ι κ ο λ ό π ο υ λ ο, Ποιες δυνατότητες παρέχει το ελληνικό δίκαιο για την επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από δάνεια σε ελβετικά φράγκα;, ΝοΒ 2016. 224 επ. (237-238).

  • 19

    ΑΠ 168/2024 ΝοΒ 2025.80 (σχόλιο Γ. Κ α λ ο γ ε ρ ά κ η)· ΑΠ 105/2019 ΕΦΑΔΠΟΛΔ  2019.  879  (παρατηρήσεις  Γ. Τ σ ο υ- λ ο ύ φ α). Βλ. από τη θεωρία Μ ε ν τ ή,  ΓΟΣ[2],   αριθ.  8.24·  Ν ι- κ ο λ ό π ο υ λ ο, ΝοΒ 2016.225.

  • 20

    Ε. Ζ ε ρ β ο γ ι ά ν ν η, σε: ΣΕΑΚ[2] Γεωργιάδη, άρθρ. 371 αριθ. 7·  Κ α ρ ά κ ω σ τ α ς/Β ρ ε τ τ ο ύ, ΕφΑΔΠολΔ 2015. 1053· πρβλ. επίσης Φ. Δ ω ρ ή, σε: ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, 1979, άρθρ. 371-373 αριθ. 20· ομοίως  και  στο  γερμανικό  δίκαιο  M.  W ü r d i n g e r, σε: MüKoBGB[10], 2025, § 315 αριθ. 12. Από την παλαιότερη νομολογία, βλ. ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001. 1125· ΕφΝ 457/2017 ΝΟΜΟΣ· ΕφΑθ 5101/2011 ΝοΒ 2011. 2139· ΠΠρΠειρ 1237/2019 ΝΟΜΟΣ· ΠΠρΑθ 364/2016 ΝΟΜΟΣ· ΠΠρΙ 30/2016 ΕφΑΔΠολΔ 2017.436.

  • 21

    Έτσι Δ ω ρ ή ς, ό.π.· Κ α ρ ά σ η ς, ΓΟΣ, σ. 85-87· ρητά, επίσης, ΑΠ 1118/2018 ΧρΙδΔ 2019. 509· ΑΠ 1030/2001 ΔΕΕ 2001. 1125· ΕφΝ 457/2017 ΝΟΜΟΣ· ΕφΑθ 5101/2011 ΝοΒ 2011. 2139. Πρβλ. αντίθετα, Α π. Γ ε ω ρ γ ι ά δ η, Γενικοί Όροι Συναλλαγών (γνωμοδ.), ΕΕμπΔ 1989. 314 επ. (318)· Ι. Κ α ρ ά κ ω σ τ α, Ο έλεγχος της κατά το δίκαιον ορθότητος των γενικών εντύπων όρων των συμβάσεων κατ’ άρθρον 371 ΑΚ, ΕΕΝ 1973. 647 επ., οι οποίοι δέχονταν -μέχρι τη θέσπιση του ν. 2251/1994- τη δυνατότητα εφαρμογής της ΑΚ 371 για τον έλεγχο καταχρη­στικών γενικών όρων· ομοίως Σ τ α θ ό π ο υ λ ο ς, ΓενΕνοχΔ[5], § 10 αριθ. 29.

  • 22

    Ζ ε ρ β ο γ ι ά ν ν η, ό.π., αριθ. 6· Π α π α ν ι κ ο λ ά ο υ, ό.π., αριθ. 510.

  • 23

    Ζ ε ρ β ο γ ι ά ν ν η, ό.π., αριθ. 1.

  • 24

    Πρβλ. προς την κατεύθυνση αυτήν Ζ ε ρ β ο γ ι ά ν ν η, ό.π., αριθ. 3· ομοίως για το γερμανικό δίκαιο C. G r ü n e b e r g, σε: Grüneberg, BGB[84], 2025, άρθρ. 315 αριθ. 1 και 4· Würdinger, ό.π., αριθ. 13. Πρβλ. επίσης, τις αντίστοιχες σκέψεις  των Β ε ν ι έ- ρ η, ΕΕμπΔ 2015. 757· Μ ε ν τ ή, ΓΟΣ[2], αριθ. 6.92, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η εφαρμογή της ενδοτικού δικαίου διάταξης της ΑΚ 291 προϋποθέτει έγκυρη συναλλαγματική συμφωνία μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα η διάταξη αυτή να μη μπορεί να θεωρηθεί ως κατάλληλο εργαλείο για την πλήρωση του κενού που κατέλειπε ο άκυρος όρος μετατροπής του νομίσματος σε δανειακές συμβάσεις σε ξένο νόμισμα. 

  • 25

    C. P a v i l l o n, Effective Judicial Protection, Private Enforcement and the Reshaping of Substantive Remedies, σε:  H-W. Micklitz/C. Twigg-Flesner (ed.), The Transformation of Consumer Law and Policy in Europe, 2023, σ. 65 επ(66).

  • 26

    Η στόχευση αυτή γίνεται φανερή στην § 8 του άρθρου 2 ν. 2251/1994, κατά την οποία ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεστεί την ολική ακυρότητα της καταναλωτικής σύμβασης για τον λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

  • 27

    Βλ. απόφαση της 30.5.2013, C-488/11, Asbeek Brusse, σκ. 58· απόφαση της 14.6.2012, C-618/10, Banko Espanol de Credito, σκ. 69. Βλ. επίσης, απόφαση της 16.11.2010, C-76/10, Pohotovosť s.r.o., σκ. 41· απόφαση της 21.11.2002, C-473/00, Cofidis S.A., σκ. 32· απόφαση της 27.6.2000, C-240/98, Océano Grupo Editorial  SA,  σκ.  28.  Ομοίως Κ α ρ ά κ ω σ τ α ς/Β ρ ε τ- τ ο ύ, ΕφΑΔΠολΔ 2015.1053.

  • 28

    ΔΕΕ απόφαση C-618/10, ό.π., σκ. 69. Βλ. επίσης, Π α π α-δ η μ η τ ρ ό π ο υ λ ο, Συμπληρωτική ερμηνεία …, αριθ. 297.

  • 29

    Βλ. σχετικά με την αρχή αυτή Δ έ λ λ ι ο, ΓΟΣ[2], αριθ. 266· Μ ε ν τ ή, ΓΟΣ[2], αριθ. 6.65· Π. Π α π α ρ σ ε ν ί ο υ, Το ζήτημα των καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών, σε: ΤιμΤόμ Μ. Σταθόπουλου, 2010, σ. 2097 επ.  (2113 επ.). Για την πτυχή της ουσιαστικής διαφάνειας, βλ. ΔΕΕ απόφαση της 30.4.2014,    C-26/13, Árpád Kásler, σκ. 72· απόφαση της 20.9.2017, C-186/16, Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ., σκ. 44· απόφαση της 21.12.2016, C-154/15, C-307/15 και C-308/15, Francisco Gutiérrez Naranjo κ.λπ., σκ. 48. Από την ελληνική νομολογία, βλ. ΑΠ 1652/2024 areiospagos.gr· ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005. 793.

  • 30

    Πρβλ. Π α π α δ η μ η τ ρ ό π ο υ λ ο, Συμπληρωτική ερμηνεία …, αριθ. 297, 666, ο οποίος ορθά σημειώνει ότι, όταν ένας συμβατικός όρος κρίνεται άκυρος λόγω του περιεχομένου του, αποκλείεται κατ’ αρχήν η θεμελίωση της ίδιας ρύθμισης μέσω της συμπληρωτικής ερμηνείας.

Close