Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που είναι σχετική με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία (ΑΚ 1536)

74
2026
ΤΕΥΧΟΣ 03

 

Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που είναι σχετική 

με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία (ΑΚ 1536)

Καλλιρρόης Παντελίδου

Καθηγήτριας του Αστικού Δικαίου 

στη Νομική Σχολή του Δ.Π. Θράκης

 

 

Α. Εισαγωγή

 

Κατά την AK 1536, η οποία ίσχυε μέχρι πρόσφατα και είχε ως παράτιτλο: Μεταβολή των συνθηκών, Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί. 

Με το άρθρο 109 § 1 του πρόσφατου ν. 5264/ 2025, το παράτιτλο αντικαταστάθηκε, προσετέθη νέα § 2 και η ΑΚ 1536 έχει την εξής σημερινή μορφή:

Άρθρο 1536 (Ανάκληση ή μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης σχετικής με τη γονική μέριμνα)

 1. Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί.

 2. Μεταρρύθμιση δύναται να αποφασίζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, έπειτα από αίτηση του ασκούντος το ένδικο μέσο ή του αρμόδιου εισαγγελέα, και κατά οριστικής αποφάσεως που ρυθμίζει ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας τέκνου κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση. Η ισχύς της ως άνω απόφασης ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου.

Aς σημειωθεί ότι με την § 3 του ίδιου άρθρου 109 ν. 5264/2025 προσετέθη στο άρθρο 593 ΚΠολΔ νέα § 2 με το ακόλουθο περιεχόμενο: Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 1536 του Αστικού Κώδικα εισάγονται μόνο με χωριστό δικόγραφο και δικάζονται κατά προτεραιότητα1.

Η μεταρρύθμιση της μεταρρυθμιστικής αγωγής απασχόλησε πρόσφατα έντονα τη δημοσιότητα, αλλά αυτό δεν θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, τουλάχιστον από άποψη κινήτρων και διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση έδωσε αφορμή για να ασχοληθούμε εκ νέου και συνολικά με την ενδιαφέρουσα διάταξη 1536 ΑΚ, η οποία φαίνεται να διασπά την επιζητούμενη σταθερότητα των δικαστικών αποφάσεων. Αυτό όμως γίνεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις, διότι προϋποθέτει τη μεταβολή των συνθηκών και το να επιβάλλεται η αλλαγή από το συμφέρον του τέκνου, ακριβώς επειδή το συμφέρον μπορεί να απαιτεί την προσαρμοστικότητα στις νέες συνθήκες2.

Η ΑΚ 1536 (και η νέα ρύθμιση) θα εξετασθεί στη συνέχεια κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες, καθώς και στις περιπτώσεις που έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως είναι οι ανέκκλητες αποφάσεις. Ενδιαφέροντα είναι και ειδικά ζητήματα, όπως η σχέση με τις συμφωνίες για την επιμέλεια και τα ασφαλιστικά μέτρα.

Β. Οι προϋποθέσεις

 

1. Ο βαθμός ωριμότητας της απόφασης (τελεσιδία, ανέκκλητο ή αμετάκλητο) - ΑΚ 1536 § 1

 

Η ΑΚ 1536 (πλέον § 1) παρακάμπτει, όπως ήδη τονίσθηκε, τη σταθερότητα των δικαστικών αποφάσεων, που απορρέει από το δεδικασμένο (άρθρ. 321, 322, 324 ΚΠολΔ), διότι παρέχει τη δυνατότητα προσαρμογής τους στις νέες συνθήκες για χάρη του συμφέροντος του παιδιού.

Ως προς τον βαθμό ωριμότητας της απόφασης, έχει υποστηριχθεί ότι οι νέες συνθήκες πρέπει να επήλθαν μετά την τελεσιδικία της απόφασης3. Με άλλα λόγια, η σχετική με τη γονική μέριμνα ανακαλούμενη ή μεταρρυθμιζόμενη απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη ή κατά περίπτωση ανέκκλητη, όπως άλλωστε απαιτείται και για τη μεταρρύθμιση απόφασης για περιοδικές παροχές λόγω μεταβολής των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκε η έκδοσή της (ΚΠολΔ 334). 

Η αντίθετη άποψη δεν συμφωνεί και υποστηρίζει ότι η υπέρ της τελεσιδικίας άποψη δεν είναι ορθή, διότι, αν απαιτεί το συμφέρον του παιδιού μία μεταρρύθμιση, υπερισχύει κάθε τυχόν διαφορετικής δικονομικής διάταξης, πέραν του ότι το γράμμα της ΑΚ 1536 δεν απαιτεί τελεσίδικη απόφαση4

Η μεταρρύθμιση μπορεί να αφορά και αμετάκλητες αποφάσεις5.

Μεταξύ των δύο απόψεων πρέπει να δοθεί προβάδισμα στην προϋπόθεση της τελεσιδικίας και εφόσον οι νέες συνθήκες γεννήθηκαν μετά από τη συζήτηση στο Εφετείο. Εάν επιτραπεί και σε οριστικές αποφάσεις για τις οποίες έχει ασκηθεί έφεση, αντικαθιστά το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο και μάλιστα απαιτεί από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, να την αναθεωρήσει. Εάν υπαγορεύεται από το συμφέρον του ανηλίκου, δεν θα υπήρχε αντίρρηση να δοθεί ακόμη και σε μη τελεσίδικες αποφάσεις, αλλά μάλλον τέτοιες περιπτώσεις δεν συναντώνται. 

Με άλλα λόγια, ερωτάται: υπάρχει μεταβολή που να μην μπορεί να προβληθεί με την έφεση; Κατά την ΚΠολΔ 527 Περιπτώσεις επιτρεπτού προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ’ έφεση δίκη, Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) [Καταργείται],4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) [Καταργείταικαι 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Νομίζω ότι οι περ. 2 και 4 καλύπτουν κάθε πιθανή μεταβολή συνθηκών, διότι αν γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρόκειται κυριολεκτικά για νέες συνθήκες που δεν μπορούσε να λάβει υπόψη το πρωτοβάθμιο. Εάν υπήρχαν και δεν προβλήθηκαν, το συμφέρον του παιδιού αποτελεί κατεξοχήν δικαιολογημένη αιτία που επιτρέπει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να τις λάβει υπόψη κατά τον αριθ. 4. 

Επομένως το Εφετείο μπορεί να μεταρρυθμίσει την απόφαση λαμβάνοντας υπόψη νέες συνθήκες, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για μεταρρυθμιστική αγωγή. Από αυτή την άποψη η διάκριση των ισχυρισμών σε οψιγενείς (παρουσιάστηκαν μετά) και οψιφανείς (προϋπήρχαν και δεν προβλήθηκαν6), δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, διότι και οι δύο κατηγορίες μπορούν να προβληθούν κατά την ΚΠολΔ 527. 

Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι αν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, επειδή αυτό δεν επιτρέπεται στην κατ’ έφεση δίκη, η ΑΚ 1536 παραμένει ανοικτή7. Νομίζω όμως ότι δεν πρόκειται για μεταβολή της βάσης της αγωγής, όταν ζητείται η μεταρρύθμιση της επιμέλειας ή της επικοινωνίας, αλλά για νέους ισχυρισμούς ή παλαιούς που δεν είχαν προβληθεί δικαιολογημένα, ώστε να μην εμποδίζεται η έφεση και η επίκληση στην έφεση.

Επιχείρημα υπέρ της τελεσιδικίας παρέχει και η ΚΠολΔ 334 για τη μεταρρύθμιση απόφασης περιοδικών παροχών.

Εάν επήλθε συνεπώς μεταβολή των συνθηκών μετά από την έκδοση της οριστικής απόφασης, πρέπει να προηγηθεί η άσκηση έφεσης. Έτσι η ΕφΠειρ 18/20258 δέχεται : Σε περίπτωση επέλευσης της μεταβολής των συνθηκών μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να ασκηθεί έφεση, εφόσον εντός της προθεσμίας άσκησής της επήλθε η μεταβολή και τα περιστατικά αυτά πρέπει να προταθούν με την έφεση κατά της οριστικής απόφασης (άρθρο 527 και 2 ΚΠολΔ), διαφορετικά δεν μπορεί μεταγενέστερα να ασκηθεί αγωγή με αίτημα τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως αυτής (ΜΕφΑθ 3442/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη λοιπόν περίπτωση παραδεκτά και νόμιμα προβάλλεται με τον σχετικό λόγο έφεσης η ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και όπως η μεταβολή αυτή φέρεται να επήλθε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πριν την έκδοση της εκκαλουμένης

Η ίδια απόφαση δέχεται για την εφαρμογή της ΑΚ 1536, ότι αν η μεταβολή, επήλθε σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν δυνατό να προταθεί αυτή και δεν προτάθηκε, τότε καλύπτεται από το δεδικασμένο που θα προκύψει από την απόφαση, και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση νέας αγωγής προς μεταρρύθμισή της. 

Με την άποψη αυτή δεν συμφωνώ απολύτως. Εάν η μεταβολή από δικαιολογημένη αιτία δεν ελήφθη υπόψη και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το οποίο δεχθήκαμε ότι μπορεί να λάβει υπόψη οψιγενείς ή οψιφανείς ισχυρισμούς για το συμφέρον του ανηλίκου, νομίζω ότι δεν θα αποκλείεται και η μεταρρύθμιση της απόφασης κατ’ εξαίρεση.

Εξάλλου είναι πάντοτε δυνατή η πολύτιμη βοήθεια των ασφαλιστικών μέτρων κατά τα άρθρα 731-732, 735 ΚΠολΔ, αφού ασφαλιστικά μέτρα μπορούν κατά το άρθρ. 682 § 2 ΚΠολΔ να ληφθούν και κατά τη διάρκεια της δίκης που αφορά την κύρια υπόθεση, ενώ εξ αντιδιαστολής η έκδοση οριστικής απόφασης για την υπόθεση δεν οδηγεί σε ανάκληση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν η οριστική απόφαση ωφελεί αυτόν που ζήτησε τα ασφαλιστικά μέτρα και εκτελεστεί (ΚΠολΔ 698 § 1 περ. β)9. Τυχόν μεταβολή των συνθηκών που αφορούν το συμφέρον του παιδιού επιτρέπει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα και από το δικαστήριο της κύριας δίκης, στο οποίο εκκρεμεί η έφεση κατά της οριστικής πρωτόδικης απόφασης10. Η σχέση των ασφαλιστικών μέτρων με την κύρια διαδικασία εξετάζεται αναλυτικότερα, πιο κάτω.

Συγγενές ζήτημα είναι η εκτελεστότητα της διαπλαστικής απόφασης για την επιμέλεια ή την επικοινωνία, που απαιτεί κατά την κρατούσα άποψη τελεσιδικία. Συνεπώς η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αναβαθμίζεται στις οικογενειακές διαφορές, αφού ισχύουν μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως ή να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση. 

Η νομολογία που απαιτεί την τελεσιδικία, δέχεται συνήθως συγχρόνως ότι προσωρινή εκ­τελεστότητα επί διαπλαστικών αποφάσεων δεν χωρεί. Αυτό γίνεται δεκτό προφανώς επειδή δεν χωρεί προσωρινή εκτελεστότητα, όταν κατά το ουσιαστικό δίκαιο για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της απόφασης πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη ή αμετάκλητη (ΚΠολΔ 909 περ. 3). Από την άλλη μεριά, δεν αποκλείεται η προσωρινή εκτελεστότητα, αν η απόφαση έχει και καταψηφιστικές διατάξεις11. Δηλαδή δεν αρκεί να ρυθμίζεται η γονική μέριμνα και ιδίως η επιμέλεια του τέκνου ή το δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό, αλλά πρέπει να διατάσσεται παράλληλα η παράδοση ή η απόδοσή του, η ανοχή του τρόπου επικοινωνίας ή η παράλειψη αντίθετων ενεργειών. Η παράδοση ή απόδοση του τέκνου δεν προϋποθέτει πλέον, με τη σημερινή μορφή της ΚΠολΔ 613, σχετικό αίτημα, αλλά διατάσσεται αυτεπαγγέλτως με την απόφαση που ρυθμίζει την επιμέλειά του. 

Πάντως πρέπει να παρατηρηθεί ότι εφόσον τα ασφαλιστικά μέτρα παρέχουν πολύτιμη βοήθεια μέχρι την τελεσιδικία, δεν συντρέχει τόσο μεγάλη ανάγκη για την προσφυγή στην προσωρινή εκτελεστότητα μέσω των καταψηφιστικών διατάξεων.

Συνεπώς η μεταρρύθμιση κατά την ΑΚ 1536 § 1 ασκείται κατά τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης. Έως την τελεσιδικία τα ασφαλιστικά μέτρα αρκούν. Εάν η απόφαση έχει καταψηφιστικές διατάξεις, εκτελείται προσωρινώς. Εάν η απόφαση είναι αμετάκλητη, πάλι μπορεί να ζητηθεί η μεταρρύθμιση12

 

2. Η νέα ρύθμιση ως εξαίρεση - ΑΚ 1536 § 2

 

Με την τελευταία όμως νομοθετική μεταβολή προσετέθη § 2, σύμφωνα με την οποία μπορεί να ασκηθεί μεταρρυθμιστική αγωγή, όσο εκκρεμεί η υπόθεση στο Εφετείο, άρα προϋπόθεση είναι πρώτον να έχει ασκηθεί έφεση. Η ισχύς της ως άνω απόφασης είναι προσωρινή, ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί του ενδίκου μέσου και εκδίδεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου. Δεν μνημονεύει η νέα § 2 ότι πρέπει να έχει επέλθει μεταβολή συνθηκών για τη μεταρρύθμιση είτε γιατί θεωρεί ότι είναι αυτονόητο επειδή προβλέπεται στην § 1, είτε γιατί είναι δύσκολο να προσδιορισθεί πότε και πώς πρέπει να έχει επέλθει μεταρρύθμιση των συνθηκών μετά από οριστική απόφαση για την οποία έχει ήδη ασκηθεί έφεση. Μεταρρύθμιση όμως χωρίς μεταβολή συνθηκών και μάλιστα σημαντική, δεν είναι μεταρρύθμιση, δηλαδή η μεταβολή εμπεριέχεται στη μεταρρύθμιση. Ρητώς μνημονεύεται το συμφέρον του τέκνου.

Η νέα διάταξη έχει επικριθεί και ήδη έχει προταθεί η κατάργησή της. Νομίζω ότι από την ανάπτυξη της § 1 και την προϋπόθεση της τελεσιδικίας για τη μεταρρύθμιση που έχει προκριθεί σε συνδυασμό με την προσφυγή στα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όσο εκκρεμεί η υπόθεση, όντως δεν εξυπηρετεί και είναι προτιμότερη η κατάργηση. Εξάλλου δημιουργεί δισεπίλυτα προβλήματα σε σχέση με την έφεση, διότι εκκρεμεί η έφεση στο δευτεροβάθμιο και η μεταρρύθμιση στο πρωτοβάθμιο13. Η μεταρρύθμιση κατά την ΑΚ 1536 § 2 στο πρωτοβάθμιο θα ισχύει έως την έκδοση της εφετειακής, μετά από την οποία μπορεί να ασκηθεί νέα μεταρρυθμιστική αγωγή κατά την ΑΚ 1536 § 1. Η διελκυστίνδα και ο φαύλος κύκλος επαναλαμβάνεται.

Επειδή όμως μέχρις στιγμής “ισχύει η ισχύς” της νέας διάταξης, μπορεί να υποστηριχθεί ότι θα εφαρμοσθεί με τη μέγιστη δυνατή φειδώ για να μην προστεθεί μια ακόμη αντιδικία στη διαμάχη για το παιδί και μάλιστα χωρίς να έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες14. Καταρχάς πρόκειται για ειδική ρύθμιση, η οποία δεν καταργεί όσα έγιναν δεκτά αμέσως παραπάνω για την παλαιά ΑΚ 1536 (πλέον = ΑΚ 1536 § 1), που έχει γενική ισχύ. 

Οπωσδήποτε θα απαιτείται όλως έκτακτη μεταβολή συνθηκών η οποία όχι μόνον δεν έχει προβληθεί στο Εφετείο, αλλά ούτε μπορούσε να προβληθεί, δηλαδή προέκυψε μετά από την κατ’ έφεση δίκη, προκειμένου να μεταρρυθμίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απόφασή του προς το συμφέρον του τέκνου. Αυτό έχει ως μειονέκτημα ότι η εφετειακή δεν θα μπορεί να λάβει υπόψη αυτή τη μεταβολή και θα παύσει η ισχύς της μεταρρυθμιστικής. Έχει όμως το πλεονέκτημα ότι περιορίζει πολύ την επέμβαση του δικαστηρίου, άρα και την εφαρμογή της νέας διάταξης.

Στο σημείο αυτό αξίζει να τονισθεί και πάλι ότι η μεταβολή των συνθηκών προβάλλεται με επάρκεια στο Εφετείο. Υποστηρίχθηκε παραπάνω ότι η μεταβολή των συνθηκών μπορεί να προβληθεί είτε με την 527 περ. 2 (γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), είτε με την 527 περ. 4 (το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν από δικαιολογημένη αιτία). Καταρχάς θα προβληθεί με το δικόγραφο ή με τους πρόσθετους λόγους, οι οποίοι μπορούν να ασκηθούν και να επιδοθούν έως οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΚΠολΔ 591 § 1 περ ζ για τις ειδικές διαδικασίες), άρα πολύ κοντά στη δικάσιμο της έφεσης. 

Ερωτάται αν μπορεί η μεταβολή να προβληθεί με τις προτάσεις στο Εφετείο έως τη συζήτηση (ΚΠολΔ 524 § 1 σε συνδ. με 591 § 1). Με τις προτάσεις δεν προβάλλονται οι νέοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος που αποβλέπουν στην εξαφάνιση της απόφασης κατά την ΚΠολΔ 527, προβάλλονται όμως οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος εναγομένου που επιδιώκουν την απόρριψη της αγωγής. Μπορούν επίσης με τις προτάσεις να προβληθούν οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη15. Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι η μεταβολή αποτελεί αίτηση για παρεπόμενες απαιτήσεις, η οποία κατά συνέπεια υποβάλλεται και με τις προτάσεις (525 § 3)16.

 Εξάλλου μπορεί να θεωρηθεί ότι η μεταβολή λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, αφού εξυπηρετεί το συμφέρον του  παιδιού  (ΚΠολΔ 524 § 1 σε συν με 269 § 1), με αποτέλεσμα να μπορεί να προβληθεί ακόμη και μετά από την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση. 

Συνεπώς για την εφαρμογή της ΑΚ 1536 § 2 θα απαιτείται όλως έκτακτη μεταβολή συνθηκών, η οποία όχι μόνον δεν έχει προβληθεί στο Εφετείο, αλλά ούτε μπορούσε να προβληθεί, δηλαδή προέκυψε μετά από την κατ’ έφεση δίκη. Η απόφαση θα ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης, δηλαδή για πολύ περιορισμένο διάστημα. 

 

3. Η μεταβολή των συνθηκών, το συμφέρον του τέκνου και το περιεχόμενο της απόφασης

 

Η μεταβολή των συνθηκών και το συμφέρον του τέκνου είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την απόφαση του Δικαστηρίου. Χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς μεν, αλλά ως μεταβολή εννοείται η σημαντική μεταβολή των συνθηκών, όχι η προσχηματική αλλαγή που απλώς διαιωνίζει την αντιδικία, και ως συμφέρον, το βέλτιστο συμφέρον που επιτάσσει τη μεταρρύθμιση. Αν λόγω του συμφέροντος είναι προτιμότερη η ίδια κατάσταση, η απόφαση δεν μεταρρυθμίζεται.

Ως προς τα περιστατικά που δικαιολογούν τη μεταβολή17, θα είναι κατά τη νομολογίαη μεγαλύτερη ηλικία του τέκνου, η κατάσταση της υγείας ή τα ψυχολογικά προβλήματα του γονέα, ο νέος γάμος του γονέα, η εγκατάλειψη φροντίδας και εποπτείας του τέκνου, η αδιαφορία προς το τέκνο, ο τρόπος άσκησης της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας, έτσι ώστε το δικαστήριο, με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου να οφείλει να προσαρμόσει την απόφαση στις νέες συνθήκες.

Αναλυτικότερα, η μεγαλύτερη ηλικία του τέκνου ή η ιδιάζουσα κατάσταση της υγείας του, που καθιστά απαραίτητη τη μητρική περίθαλψη και φροντίδα. Περιστατικά αναγόμενα στο πρόσωπο των γονέων είναι η ενηλικίωση του ανήλικου γονέα, ο νέος γάμος του γονέα, στον οποίο ανατέθηκε μετά το διαζύγιο η γονική μέριμνα, σοβαρό πρόβλημα υγείας, ανήθικη συμπεριφορά, η οποία εκθέτει σε κίνδυνο τον ψυχικό κόσμο και την ηθική ανάπτυξη του τέκνου, αδιαφορία ή βάναυση συμπεριφορά του γονέα που ανέλαβε την επιμέλεια, εγκατάλειψη της φροντίδας και της εποπτείας του τέκνου, δημιουργία έχθρας του παιδιού προς τον άλλο γονέα με σκοπό την παρεμπόδιση της επικοινωνίας μαζί του, … και γενικά ο τρόπος άσκησης της γονικής μέριμνας. Αυτά αναφέρει η ΜΕφΠειρ 417/202518 η οποία δέχθηκε για τη μητέρα που συνήψε δεύτερο γάμο, από τον οποίο απέκτησε και δύο άλλα τέκνα, ηλικίας σήμερα οκτώ και τεσσάρων ετών, με τα οποία διαβιεί η ανήλικη (όπως και με τον νέο σύζυγο της μητέρας της), ότι ουδόλως στέρησε από αυτήν την μητρική φροντίδα … Δηλαδή η απόφαση εκτίμησε ότι ο δεύτερος γάμος της μητέρας δεν δικαιολογούσε τη μεταρρύθμιση.

Η μεταβολή της νομοθεσίας των άρθρων 1510 επ. ΑΚ, που έχει επιφέρει ο ν. 4800/2021, δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών και δεν αρκεί μόνον αυτή, προκειμένου να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 1536, δέχεται η νομολογία19.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη πριν να αποφασίσει για τη μεταρρύθμιση και η γνώμη του ανηλίκου έχει βαρύνουσα σημασία. Σχετική απόφαση20 που διέταξε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, δέχθηκε: Με απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης του έτους 2019, ανατέθηκε στον εναγόμενο η αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους. Η μητέρα ισχυρίζεται ότι, ωστόσο, έχουν μεταβληθεί οι πραγματικές συνθήκες στις οποίες στηρίχθηκε η ως άνω απόφαση, με συνέπεια να υπαγορεύεται από το αληθινό συμφέρον του τέκνου τους η ανάθεση στην ίδια της αποκλειστικής άσκησης της επιμέλειας του προσώπου του, διότι ο εναγόμενος είναι ακατάλληλος για τη διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου τέκνου τους λόγω της νευρικής και συγκρουσιακής συμπεριφοράς του και της παραμέλησης της φροντίδας του ανηλίκου. Ο ανήλικος στον οποίο το δικαστήριο διεπίστωσε φόρτιση εξαιτίας συγκρούσεως των γονέων του, δήλωσε αρνητικός για τον πατέρα, ενώ επιθυμεί να διαμένει με τη μητέρα του.

Η υπαιτιότητα του αιτούντος τη μεταρρύθμιση συνήθως θα έχει αρνητική σημασία ως προς τη μεταρρύθμιση, η οποία κατά κανόνα θα αντενδείκνυται.

Ειδικώς για την επικοινωνία, σύμφωνα με την ΑΚ 1520 § 3, Όταν συντρέχει περίπτωση κακής ή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, ο άλλος γονέας ή κάθε ένας από τους γονείς, αν πρόκειται για επικοινωνία με τρίτο, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση της επικοινωνίας. Ασφαλώς η κακή ή καταχρηστική άσκηση της επικοινωνίας επιβάλλει την μεταρρύθμιση, αλλά δεν είναι η μόνη περίπτωση στην οποία η μεταρρύθμιση είναι απαραίτητη, αν υπαγορεύεται από τη μεταβολή των συνθηκών και το συμφέρον του ανηλίκου.

Μεταρρύθμιση της επικοινωνίας υπό τη μορφή του αποκλεισμού της με τον πατέρα, δέχθηκε η ΜΠρΑχαΐας 325/202521. Ο λόγος ήταν η διενέργεια γενετήσιων πράξεων κατ’ εξακολούθηση και της κατάχρησης ανηλίκου, κατά τη διάρκεια της προσωρινής επικοινωνίας του πατέρα με τον ανήλικο. Το δικαστήριο ορθά διερεύνησε την περίπτωση, στην οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και διεπίστωσε ότι οι γενετήσιες πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα κατ’ εξακολούθηση έχουν πράγματι τελεσθεί εις βάρος του ανήλικου τέκνου, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την επικοινωνία με τον πατέρα. Η απόφαση στηρίχθηκε στην προσωπική επικοινωνία με τον ανήλικο, ο οποίος ηρνείτο να επικοινωνήσει με τον πατέρα του, και σε εκθέσεις τριών πραγματογνωμόνων παιδοψυχιάτρων, της κοινωνικής λειτουργού και της ψυχολόγου, καθώς και της παιδοψυχιάτρου /τεχνικής συμβούλου της μητέρας. 

Στην περίπτωση της εκκρεμούς ποινικής δικογραφίας, ανεξαρτήτως της εξέλιξής της, θα πρέπει το πολιτικό Δικαστήριο να μορφώσει ιδία κρίση για το αληθές ή όχι των καταγγελιών. Εννοείται ότι δεν μπορούν όλες οι καταγγελίες να χαρακτηριστούν συλλήβδην ως ψευδείς ή ως αληθείς. Η διαμόρφωση ιδίας αιτιολογημένης κρίσης αποκλείει την απλή παραπομπή στην έκβαση ποινικής δίκης και επιτάσσει, αντιθέτως, την αξιολόγηση των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, όπως ακριβώς θα έπραττε και ο ποινικός δικαστής. Άλλωστε, ο πολιτικός δικαστής οφείλει κατά την προσωπική του επικοινωνία με το τέκνο, σε παρόμοιες περιπτώσεις, να μην αρκεστεί σε τυπικές ερωτήσεις, αλλά να ερευνήσει το αληθές των συγκεκριμένων καταγγελιών. Επίσης, ο πολιτικός δικαστής οφείλει, εάν τα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι επαρκή, να διατάξει επανάληψη της συζήτησης για να συγκεντρωθούν τα στοιχεία. Η αναστολή της διαδικασίας κατά την ΚΠολΔ 250 έως το πέρας της ποινικής δίκης δεν συνιστάται, διότι η άσκηση της επικοινωνίας στον ενδιάμεσο χρόνο είναι σε βάρος του ανηλίκου.

Συνεπώς, ο αποκλεισμός της επικοινωνίας λόγω ακαταλληλότητας του γονέα σε ανάλογες περιπτώσεις πρέπει να επικροτηθεί. Σε σύγκριση με το συμφέρον του ανηλίκου και με επίκληση της αρχής της αναλογικότητας, υποχωρεί και το ίδιο το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου.

Μεταρρύθμιση της επικοινωνίας μπορεί να αποφασισθεί από το δικαστήριο και με τη μορφή της παράτασης των περιοριστικών όρων, λόγω επίδειξης βλαπτικής, εριστικής και πιεστικής συμπεριφοράς από τον πατέρα προς το τέκνο, τη μητέρα και την οικογένειά της. Σχετικώς η ΑΠ 156/202322 απέρριψε την αναίρεση κατά της εφετειακής, που δέχθηκε παράταση της επικοινωνίας σε δημόσιο χώρο και με παρουσία της μητέρας από την ηλικία των τριών στα έξι έτη του ανηλίκου.

Σε κάθε περίπτωση μεταβολής συνθηκών δεν ενδείκνυται η μεταρρύθμιση, διότι το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει την μη ανατροπή μιας κατάστασης. Αυτές είναι και οι δυσκολότερες περιπτώσεις, διότι η μεταβολή μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του γονέα, π.χ. να μετακίνησε τον ανήλικο χωρίς να συμφωνεί ο άλλος γονέας και χωρίς την απαιτούμενη δικαστική άδεια ή να ζήτησε την άδεια μετά από τη μετακίνηση. Το δικαστήριο θα μεταρρυθμίσει αν και όπως συμφέρει τον ανήλικο, χωρίς να επιβραβεύσει τον υπαίτιο γονέα, αλλά και χωρίς να τιμωρήσει το ανήλικο τέκνο. Δεν θα σπεύσει να μεταβάλει την επιμέλεια. Μπορεί όμως να ορίσει ότι δεν μεταρρυθμίζει την κατοικία του ανηλίκου, ώστε να δώσει ευκαιρία στον γονέα που είχε την πρωτοβουλία της μετακίνησης να συμμορφωθεί. Υπάρχουν και ηπιότερα μέτρα από την αφαίρεση της επιμέλειας ή τη μετατροπή της αποκλειστικής επιμέλειας σε συνεπιμέλεια, πάντοτε ανάλογα με την περίπτωση. Όπως το δικαστήριο έχει κλίμακα μέτρων στην αρχική απόφαση, έχει και διαβάθμιση στη μεταρρύθμιση. Έτσι η μετατροπή της αποκλειστικής επιμέλειας σε συνεπιμέλεια με σταθερή κατοικία είναι ηπιότερη σε σχέση με τη χρονική κατανομή της επιμέλειας. 

Εάν ο γονέας που είναι υπόχρεος για την καταβολή διατροφής δεν είναι συνεπής, μπορεί αυτό να δείχνει αδιαφορία για τον ανήλικο και να δικαιολογεί μεταρρύθμιση της επιμέλειας και της επικοινωνίας. Είναι υπόχρεος ακόμη και αν διακινδυνεύει η διατροφή του (ΑΚ 1487 εδ. 2), αλλά η απόφαση δεν πρέπει να ενεργεί τιμωρητικά. Αντιστρόφως, σε άλλη περίπτωση απερρίφθη το αίτημα μεταρρύθμισης με σκοπό την συνεπιμέλεια, διότι το δικαστήριο έκρινε23 ότι η ένδικη αγωγή με το αίτημα συνεπιμέλειας ασκήθηκε τέσσερις ημέρες μετά την άσκηση αγωγής διατροφής από τη μητέρα του ανήλικου, με αίτημα την αύξηση του ποσού της καταβαλλόμενης διατροφής. Δηλαδή η αξίωση διατροφής οδήγησε τον εναγόμενο στο να ζητήσει συνεπιμέλεια και αυτό δεν είναι ορθό.

Πρέπει να τονισθεί ότι και η παραβίαση της διατροφής, αλλά και η δυσχέρανση της επικοινωνίας συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των γονεϊκών υποχρεώσεων και θεωρούνται περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας (ΑΚ 1532 § 2 περ. ε και γ). Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση το δικαστήριο λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο, δεν αφαιρεί την επιμέλεια άνευ ετέρου, διότι αυτό μπορεί να είναι βλαπτικό για τον ανήλικο24

Συνεπώς η σημαντική μεταβολή των συνθηκών οδηγεί σε μεταρρύθμιση μόνον όταν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου. Όσο πιο σοβαρή είναι η μεταβολή τόσο αυστηρότερη μπορεί να είναι και η μεταρρυθμιστική απόφαση. Η δυνατότητα μεταρρύθμισης δεν πρέπει να διαιωνίζει την αντιδικία.

 

Γ. Η σημασία της μεταρρύθμισης επί ανέκκλητης απόφασης

 

1. Η κακή άσκηση τη γονικής μέριμνας

 

Η θέση της διάταξης μετά από την ΑΚ 1532 για τις συνέπειες της κακής άσκησης, την ΑΚ 1533 για την αφαίρεση του συνόλου της επιμέλειας ώς έσχατου μέτρου και την ΑΚ 1535 για την αφαίρεση με αίτημα των γονέων, αλλά και πριν από την ΑΚ 1537 για την έκπτωση από τη γονική μέριμνα, δηλώνει ότι η διάταξη ΑΚ 1536 για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση εξυπηρετούσε πρωταρχικά την αποκατάσταση της αφαίρεσης της γονικής μέριμνας. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον και από το “ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί”. Δεύτερον, η άποψη αυτή ενισχύεται από τα δικαιούμενα πρόσωπα που είναι εκτός από τους γονείς, ο ένας ή και οι δύο, οι πλησιέστεροι συγγενείς και ο εισαγγελέας. Τρίτον, η αφαίρεση είναι ανέκκλητη (άρθρο 47 ν. 2447/1996), οπότε η ανάκληση ή μεταρρύθμιση είναι μονόδρομος. 

Κατά τη νομολογία25, η ΑΚ 1536 ισχύει και στην εκούσια δικαιοδοσία, παράλληλα με τη διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει γενικά τη διαδικασία ανάκλησης αποφάσεων εκδοθεισών κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας χωρίς η μία διάταξη να θέτει την άλλη εκτός εφαρμογής, τουλάχιστον κατά το μέρος που, είτε δεν εισάγονται ειδικότερες ρυθμίσεις αποκλίνουσες από τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ, είτε δεν αναιρείται ο σκοπός της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 1536 ΑΚ, με το οποίο, εισάγεται απόκλιση από τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων προς το σκοπό εξυπηρέτησης του συμφέροντος του τέκνου

Το δικαστήριο το οποίο αφήρεσε την επιμέλεια, επειδή τα άλλα μέτρα δεν επαρκούσαν, πρέπει να διαπιστώσει ότι όντως οι γονείς είναι σε θέση να φροντίσουν το τέκνο, ότι η βελτίωση έχει μονιμότητα και ότι η εκ νέου μεταβολή της καθημερινότητας του ανηλίκου δεν είναι βλαπτική. Οι νέες συνθήκες είναι σχετικές κυρίως με το συμφέρον του τέκνου, όχι τόσο ή μόνον με τους γονείς. Για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βελτιωθεί οι συνθήκες, αλλά το τέκνο να έχει προσαρμοσθεί και η αλλαγή να είναι βλαπτική. Επίσης μπορεί το κακοποιημένο παιδί να μην μπορεί να προσαρμοσθεί εκ νέου στο περιβάλλον, που τόσο πολύ το πλήγωσε.

Η ΕφΠειρ 406/202326 εξήτασε αίτηση των γονέων ανήλικης για την ανάκληση της αφαίρεσης της γονικής μέριμνας με αίτηση του Εισαγγελέως. Το δικαστήριο είχε προβεί στην αφαίρεση για λόγους σεξουαλικής κακοποίησης από άρρενες του περιβάλλοντός της και πλημμελούς τρόπου ανατροφής και διαπαιδαγώγησής της και την είχε αναθέσει σε ν.π.ι.δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Το Εφετείο απέρριψε την αίτηση ανακλήσεως ως μη νόμιμη διότι έκρινε ότι η αίτηση των γονέων αφορούσε αποκλειστικά σε πλημμέλειες της απόφασης και έφερε το χαρακτήρα έφεσης, κάτι το οποίο, όπως αναπτύχθηκε, απαγορεύεται (άρθρο 47 ν. 2447/1996). Επιπλέον το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αναφέρθηκαν περιστατικά που να συνιστούν μεταβολή των συνθηκών, π.χ. δεν πιστοποιήθηκε αρμοδίως με νεότερη έκθεση κοινωνικής έρευνας η καταλληλότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος. 

Η απόφαση πρέπει να επικροτηθεί, διότι η αίτηση ανάκλησης δεν αντικαθιστά την έφεση που δεν επιτρέπεται εν προκειμένω, δεν είναι δηλαδή κρυπτοέφεση και πρέπει οπωσδήποτε να δικαιολογείται από τη μεταβολή των συνθηκών που επέβαλαν την αφαίρεση. Μεταβολή σημαίνει ότι εξέλιπε ό,τι επέβαλε την αφαίρεση και υπάρχει πλέον ό,τι επιβάλλει την αποκατάσταση στη γονική μέριμνα. Άλλωστε η μεταρρύθμιση με την έννοια της απόδοσης της γονικής μέριμνας, έπρεπε να ζητηθεί από το δικαστήριο που την αφήρεσε και όχι από το Εφετείο.

Στις υποθέσεις αφαίρεσης της γονικής μέριμνας μπορεί να υπάρχει μεταβολή των συνθηκών με την έννοια της χειροτέρευσης, οπότε επιβάλλεται πάλι το δικαστήριο να μεταρρυθμίσει μεν την απόφαση, αλλά όχι αναγκαστικά με τη μορφή της αποκατάστασης της γονικής μέριμνας του γονέα. Η ΜΠρΠατ 497/202427 ασχολήθηκε με μεταρρύθμιση απόφασης αφαίρεσης της γονικής μέριμνας που υπέβαλε το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας στο οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας. Το δικαστήριο έκρινε ότι εξάρσεις του ανηλίκου λόγω εφηβείας και λόγω επιρροής διαπροσωπικών σχέσεων που έχει δημιουργήσει και του είναι δύσκολο να διαχειριστεί, σε συνδυασμό με την εξοικείωση του τρόπου λειτουργίας της δομής, έχουν ως αποτέλεσμα ο ανήλικος να δυσκολεύεται να οριοθετηθεί και να ακολουθήσει τους κανόνες και τα ωράρια της δομής. Επιρροή στην ψυχολογία του ανηλίκου ασκεί και η αποφυλάκιση του πατέρα του, προκαλώντας και αναπαράγοντας μια παραβατική και τραυματική εικόνα για τον ανήλικο. Τελικώς το Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχει επιτακτική ανάγκη για την άμεση αλλαγή περιβάλλοντος και τη μετακίνηση του ανηλίκου σε αντίστοιχο Κέντρο Δομή άλλης περιοχής και μεταρρύθμισε την απόφαση αφαίρεσης της γονικής μέριμνας που είχε αποφασισθεί από την ΜΠρΠατ 444/2019.

Η απόφαση επίσης πρέπει να επικροτηθεί διότι η μεταρρύθμιση της γονικής μέριμνας που αφαιρέθηκε λαμβάνει διάφορες μορφές. Σε άλλες περιπτώσεις, η μεταρρύθμιση θα αναφέρεται σε αλλαγή δομής ή απομάκρυνση από περιβάλλον που μπορεί να βλάψει τον ανήλικο, ακόμη και του ίδιου του γονέα, όπως έκρινε το δικαστήριο ότι επιβαλλόταν λόγω της αποφυλάκισης του πατέρα και της συναναστροφής του ανηλίκου με αυτόν. Το συμφέρον του ανηλίκου επέβαλε την απομάκρυνση από την αρνητική επίδραση του περιβάλλοντος.

 

2. Η ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων εκτός γάμου

 

Σύμφωνα με την νέα ΑΚ 1515, η γονική μέριμνα των αναγνωρισμένων τέκνων εκτός γάμου ασκείται πλέον και από τους δύο γονείς από κοινού (η διάταξη γλίτωσε το «εξίσου»), ενώ ακόμη και αν ο πατέρας αντιδίκησε, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την άσκηση ή τη συνάσκηση. Ο γονέας όμως που ζητεί να ασκεί αποκλειστικώς την επιμέλεια θα κληθεί να αποδείξει την δική του καταλληλότητα, με άλλα λόγια και ότι μπορεί και ότι θέλει να ασκεί την επιμέλεια, αλλά και την ακαταλληλότητα του ετέρου. 

Κριτήριο για την ανάθεση της άσκησης μόνον στον πατέρα ή στη μητέρα, το οποίο συγχρόνως να γεφυρώνει την απόσταση μεταξύ των γονέων, είναι το συμφέρον του τέκνου. Αν οι γονείς μένουν από μακρού μαζί, αυτό συνηγορεί κατά κανόνα υπέρ της κοινής άσκησης της γονικής μέριμνας, δηλ. της νέας ρύθμισης. Αντιθέτως, αν λείπει η ικανότητα συνεργασίας, αυτό είναι αντίθετο με το συμφέρον του τέκνου. Η έλλειψη ενδιαφέροντος του πατέρα, η μη χορήγηση διατροφής και η μη δυνατότητα συνεργασίας και συναποφάσεως είναι στοιχεία που αποκλείουν την κοινή άσκηση, διότι αυτή αντίκειται στο συμφέρον του τέκνου, άρα επιτάσσουν την ανάθεση στη μητέρα. Αντιστρόφως, η αδιαφορία της μητέρας σε συνδυασμό και με την έλλειψη σταθερής κατοικίας, συνηγορούν υπέρ της ανάθεσης της άσκησης στον πατέρα28

Ως προς την επικοινωνία του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει, ο καθορισμός του χρόνου συχνότητας και διάρκειας της επικοινωνίας, πρέπει να μην επιβαρύνει την ισορροπία και τη σταθερότητα του περιβάλλοντος στο οποίο αναπτύσσεται το τέκνο, αλλά και να διασφαλίζει την ουσιαστική επικοινωνία. Θα ληφθούν υπόψη η ηλικία και η ωριμότητα του τέκνου, οι υποχρεώσεις του γονέα, η νέα του ή η υπάρχουσα οικογένεια, η γεωγραφική απόσταση, οι σχέσεις των γονέων, η ηθική και η υγεία του δικαιούχου. Ενώ βασικό κριτήριο είναι το συμφέρον του τέκνου, το αληθές νόημα της νέας ΑΚ 1520 δεν είναι ότι το δικαίωμα επικοινωνίας αποβλέπει πάντοτε ανεξαιρέτως προς το συμφέρον του τέκνου, ούτε ότι το συμφέρον του τέκνου υποχωρεί μπροστά στο δικαίωμα επικοινωνίας. Το προβληματικό τεκμήριο του ενός τρίτου, μπορεί να αντιμετωπισθεί με την αυτεπάγγελτη επέμβαση του δικαστηρίου και στην επικοινωνία.

Τις παραπάνω παρατηρήσεις έκρινα ορθό να τονίσω, επειδή έχουμε θεαματική μεταβολή με το ν. 4800/2021. Η επιμέλεια των τέκνων εκτός γάμου, εφόσον έχουν αναγνωρισθεί, ανήκει και στους δύο γονείς και το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, όπως και για τα τέκνα εντός γάμου. Δηλαδή η ανάθεση της επιμέλειας στον ένα γονέα χρειάζεται πάντοτε αιτιολογία. Η απόφαση είναι όμως ανέκκλητη (άρθρ. 47 ν. 2446/1997), με τη διαφορά ότι δεν είχε υπόψη ο νομοθέτης τη σημερινή μορφή της ΑΚ 151529.

Συνεπώς η μεταρρύθμιση της απόφασης για την επιμέλεια κατά την ΑΚ 1536 έχει ιδιαίτερη πρακτική αξία στα εκτός γάμου τέκνα.

Η έρευνα δείχνει ότι από την αντιδικία για την αναγνώριση και την αδιαφορία του πατέρα, έχομε φθάσει σήμερα σε μεγάλη αντιδικία για την επιμέλεια. Για το λόγο αυτό η μεταβολή των συνθηκών της ΑΚ 1536 θα πρέπει να επιτάσσει πλέον τη μεταβολή στην απόκλιση από την από κοινού άσκηση της επιμέλειας. Το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε ιδιαίτερος λόγος για να αποκλίνει από την από κοινού άσκηση και τώρα καλείται να κρίνει ότι η μεταβολή των συνθηκών επιτάσσει μέχρι και την επάνοδο στην από κοινού άσκηση. Και πάλι η καταλληλότητα ή η ακαταλληλότητα των γονέων θα ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη. Δεν αποκλείεται βεβαίως ακατάλληλοι να είναι και οι δύο γονείς.

Ερωτάται η σημασία της δημιουργίας νέας οικογένειας για τον ένα γονέα, συνήθως τον πατέρα. Εάν η οικογένεια υπήρχε ήδη και δικαιολόγησε την αποκλειστική ανάθεση στη μητέρα, πρέπει να υπάρχει πράγματι μεταβολή για να δικαιολογήσει μεταρρύθμιση. Εάν η οικογένεια δεν υπήρχε και ανετέθη αποκλειστικά στη μητέρα, μόνον η δημιουργία οικογένειας μάλλον δεν θα δικαιολογεί τη μεταρρύθμιση, ώστε να ανατεθεί αποκλειστικά είτε στον πατέρα, είτε στη μητέρα. Εάν ασκούσαν και οι δύο γονείς την επιμέλεια από κοινού, η δημιουργία οικογένειας από τον ένα μπορεί να δικαιολογεί αποκλειστική ανάθεση στον άλλο, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου. 

 

Δ. Ειδικά ζητήματα

 

1.Η σχέση με τις συμφωνίες για την επιμέλεια

 

Ερωτάται ποια είναι η σχέση της μεταρρυθμιστικής αγωγής και των συμφωνιών των γονέων για την επιμέλεια και την επικοινωνία.

Ο ν. 4800/2021, γνωστός ως ο νόμος για τη συνεπιμέλεια, προέβλεπε (άρθρ. 18 και 30) ότι ισχύουν οι προγενέστερες του νόμου συμφωνίες των γονέων, εκτός αν το δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία υποβάλλεται εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου. Η νομολογία έκρινε ότι λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της διάταξης αυτής, το πεδίο εφαρμογής της καταλαμβάνει μόνο τις ρητά αναφερόμενες περιπτώσεις συμφωνιών που αφορούν τη γονική μέριμνα και επικοινωνία, ενώ εξ αντιδιαστολής αποκλείονται οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, ως προς τις οποίες θα μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 153630. Και η ΜΠρΘ 15592/202331 δέχεται ότι η αγωγή μεταρρύθμισης των σχετικών συμφωνιών κατ’ άρθρο 18 του ν. 4800/2021 συνιστά αυτοτελές ένδικο βοήθημα ανεξάρτητο της αίτησης μεταρρύθμισης δικαστικής απόφασης. Στοιχεία βασίμου αυτού είναι η συνδρομή μεταβολής των συνθηκών ή η αδυναμία υλοποίησης της αρχικής συμφωνίας. 

Αντιθέτως η ΕφΑθ 20/202332 δέχεται ότι και στην περίπτωση που τα ζητήματα τα σχετικά με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία έχουν ρυθμισθεί με συμφωνία, είναι δυνατή η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της συμφωνίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, οποτεδήποτε, ήτοι και μετά την 16.9. 2023, υπό την επίκληση και απόδειξη, όμως, μεταβολής των συνθηκών. Και η ΜΠρΡόδ 285/202433 δέχεται ότι Η αίτηση αυτή των γονέων πρέπει να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε αναλογία με τη διάταξη του άρθρου 1536 του ΑΚ, που αφορά σε μεταρρύθμιση αποφάσεων …. Δεδομένου ότι με το δικόγραφο επιδιώκεται η μεταρρύθμιση συμφωνίας που αφορά στην επικοινωνία ή τη γονική μέριμνα θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπόθεση εισάγεται κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθρο 592 § 3 στ. β του ΚΠολΔ). Καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρο 17 αριθ. 2 του ΚΠολΔ).

Νομίζω ότι παρόλο που η ΑΚ 1536 αναφέρεται σε μεταρρύθμιση δικαστικής απόφασης, έχει ομοιότητες με τη δυνατότητα των γονέων να προσφύγουν στο δικαστήριο, αν και έχουν συνάψει συμφωνία για την επιμέλεια ή την επικοινωνία με τα τέκνα. Αν αυτές έχουν συναφθεί πριν από την ισχύ του ν. 4800/2021, πάλι μπορούν να προσφύγουν στο δικαστήριο το οποίο θα λάβει υπόψη τη συμφωνία και τους λόγους που δικαιολογούν τη νέα ρύθμιση34. Δεν δεσμεύεται όμως από τις συμφωνίες των γονέων, διότι προέχει το συμφέρον του τέκνου. Όπως τονίζει η ΕφΑθ 20/202335, οι γονείς στερούνται της εξουσίας διαθέσεως των λειτουργικών δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε συμφωνίες ή προτάσεις τους να μη δεσμεύουν το Δικαστήριο στο μέτρο που δεν βρίσκονται σε αρμονία με το αληθές συμφέρον του ανηλίκου, λόγος άλλωστε για τον οποίο και τα εν λόγω δικαιώματα να μη μπορούν να είναι αντικείμενο δικαστικού συμβιβασμού (βλ. άρθρο 611 εδ. 2 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ο συμβιβασμός σε οικογενειακές διαφορές, που δεν αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο).

Ιδίως οι συμφωνίες για τα τέκνα που έγιναν ενόψει συναινετικού διαζυγίου, μπορεί να ήταν ασύμφορες για τα τέκνα. Οι συμφωνίες αυτές επικυρώθηκαν από τον συμβολαιογράφο χωρίς επέμβαση του δικαστηρίου και το δικαστήριο πρέπει να έχει την εξουσία να τις ελέγξει και να αποφασίσει αλλιώς, ακόμη και χωρίς ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών36.

Συνεπώς το συμφέρον του τέκνου επικρατεί ως προς τις συμφωνίες, και αυτής της προϋπόθεσης της μεταβολής.

 

2. Η σχέση με τα ασφαλιστικά μέτρα

 

Κατά τη νομολογία37 είναι απαράδεκτες οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων βάσει των οποίων υποβάλλονται στην ουσία αυτοτελή αιτήματα μεταρρύθμισης απόφασης ρύθμισης γονικής μέριμνας ανηλίκου τέκνου που εξεδόθη κατά την ειδική διαδικασία κατ’ άρθρο 592 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια το ως άνω αίτημα έπρεπε να υποβληθεί βάσει αγωγής κατά την άνω ειδική διαδικασία και όχι διά εκατέρωθεν αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων.

Πράγματι η μεταρρύθμιση κατά την ΑΚ 1536 ασκείται με αγωγή και όχι με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων38. Το δίκαιο των ασφαλιστικών μέτρων προβλέπει όμως και αυτό ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασής του, αφού το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ανάκληση με νεότερη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, αν δικαιολογείται η μεταβολή μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (ΚΠολΔ 696 § 3). Έτσι με την αίτηση των ασφαλιστικών δεν θα ζητείται η μεταρρύθμιση της οριστικής, αλλά η μεταρρύθμιση των ασφαλιστικών.

Εάν η απόφαση εκκρεμεί στο Εφετείο, μπορεί το Εφετείο, ως δικαστήριο της κύριας δίκης να μεταρρυθμίσει την απόφαση των ασφαλιστικών (ΚΠολΔ 697 εδ. 1). Πράγματι η εκκρεμοδικία της κύριας υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο θεμελιώνει και την εξουσία του δικαστηρίου να ανακαλέσει ή να μεταρρυθμίσει την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα χωρίς να απαιτείται μεταβολή των συνθηκών (ΚΠολΔ 697). Στην περίπτωση αυτή κατά την οποία η μεταρρύθμιση ενεργεί ως υποκατάστατο των απαγορευμένων (ΚΠολΔ 699) ενδίκων μέσων, το δικαστήριο πρέπει να είναι ανώτερο από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ αν είναι ισόβαθμο, η αίτηση μεταρρύθμισης πρέπει να εκδικαστεί συγχρόνως με την κύρια δίκη ή μεταγενέστερα

Αν η αίτηση εκδικαστεί νωρίτερα, απαιτείται για την ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης ισόβαθμου δικαστηρίου μεταβολή των πραγμάτων39, αφού έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, μπορεί να ζητηθεί η μεταρρύθμιση της απόφασης κατά την ΚΠολΔ 696 § 3. Πάντως ως προς την μεταβολή των συνθηκών ως λόγο ανάκλησης των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων κατά την ΚΠολΔ 696 § 3, γίνεται αναφορά συγχρόνως και στην ΑΚ 153640, αφού η μεταβολή είναι το συνδετικό στοιχείο και των δύο διατάξεων. Έτσι τα ασφαλιστικά μέτρα ισχύουν προσωρινά, αλλά έως την τελεσιδικία, εκτός αν μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τα εξέδωσε ή το Εφετείο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση.

Όπως τονίστηκε και παραπάνω, η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού ληφθεί υπόψη και η δυνατότητα έκδοσης προσωρινής διαταγής (ΚΠολΔ 691 § 2), είναι πολύτιμο οπλοστάσιο για την προσωρινή ρύθμιση των διαφορών για την επιμέλεια, εφόσον συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις του επείγοντος ή της αποτροπής κινδύνου. Από τις γενικές αυτές προϋποθέσεις των ασφαλιστικών, η μεταβολή των συνθηκών και το συμφέρον του τέκνου, το οποίο ιεραρχικώς προηγείται, δεν απέχουν πάντως πολύ. Στην ουσία δικαιολογούν την δικαστική επέμβαση και στα ασφαλιστικά και στην τακτική (ειδική) διαδικασία. Ειδικώς δια των ασφαλιστικών μέτρων αποφεύγεται το κενό καθόλο το διάστημα, πριν από την οριστική απόφαση μέχρι την τελεσιδικία.

 

Ε. Τελικές παρατηρήσεις

 

Η ΑΚ 1536 παρακάμπτει τη σταθερότητα των δικαστικών αποφάσεων, διότι παρέχει τη δυνατότητα προσαρμογής τους στις νέες συνθήκες για χάρη του συμφέροντος του παιδιού. Η μεταρρύθμιση κατά την ΑΚ 1536 § 1 ασκείται κατά τελεσίδικης ή ανέκκλητης ή αμετάκλητης απόφασης. Έως την τελεσιδικία, τα ασφαλιστικά μέτρα αρκούν. Για την εφαρμογή της (νέας) ΑΚ 1536 § 2 θα απαιτείται όλως έκτακτη μεταβολή συνθηκών η οποία όχι μόνον δεν έχει προβληθεί στο Εφετείο, αλλά ούτε μπορούσε να προβληθεί, δηλαδή προέκυψε μετά από την κατ’ έφεση δίκη. Η απόφαση θα ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης, δηλαδή για πολύ περιορισμένο διάστημα.

Η σημαντική μεταβολή των συνθηκών οδηγεί σε μεταρρύθμιση μόνον όταν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου. Όσο πιο σοβαρή είναι η μεταβολή τόσο αυστηρότερη μπορεί να είναι και η μεταρρυθμιστική απόφαση. Η σημασία της μεταρρυθμιστικής αγωγής είναι βεβαίως πολύ μεγαλύτερη στις ανέκκλητες από το νόμο αποφάσεις, όπως είναι η αφαίρεση της επιμέλειας λόγω κακής άσκησης και η επιμέλεια των τέκνων εκτός γάμου. Από το συμφέρον του τέκνου πάλι, θα επιβάλλεται η μεταρρύθμιση ή, αντιστρόφως, η διατήρηση της προηγούμενης κατάστασης. Το συμφέρον του τέκνου επικρατεί ειδικώς ως προς τις συμφωνίες των γονέων, και αυτής της προϋπόθεσης της μεταβολής των συνθηκών. Εξάλλου η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι πολύτιμη στην προσωρινή ρύθμιση των διαφορών για την επιμέλεια, εφόσον συντρέχουν οι γενικές προϋποθέσεις του επείγοντος ή της αποτροπής κινδύνου. Στην ουσία δεν επιτρέπουν κενό μέχρι την τελεσιδικία.

Γενικώς η δυνατότητα μεταρρύθμισης δεν πρέπει μεν να διαιωνίζει την αντιδικία ούτε να πολλαπλασιάζει τις δίκες και τις έριδες, αλλά και να μη στερεί από τον ανήλικο την επιβαλλόμενη από την αλλαγή των συνθηκών αλλαγή που τον συμφέρει πραγματικά. Το συμφέρον του ανηλίκου και ο παιδοκεντρικός χαρακτήρας σφραγίζει όχι μόνον την ερμηνεία του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου.

 

  • 1

    Κριτική για την πρόταξη της συζήτησης σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις βλ. από τον Νικολόπουλο, Οι νέες διατάξεις των άρθρων 1536 § 2 ΑΚ και 593 § 2 ΚΠολΔ για την επανεξέταση αποφάσεων ρύθμισης της γονικής μέριμνας, ΕφΑΠολΔ 2026. 221 επ.

  • 2

    Για την προσαρμογή στις νέες συνθήκες που εξυπηρετεί η ΑΚ 1536 βλ. Λαδογιάννη σε ΣΕΑΚ Γεωργιάδη ΙΙ Α (2η έκδοση 2026), άρθρ. 1536 αριθ. 1 επ.

  • 3

    Κράνης, Η ρύθμιση της § 2 άρθρ. 1536 ΑΚ, που προστέθηκε με το άρθρ. 109 ν. 5264/2025 - Ερμηνευτική προσέγγιση 6.2.2026, Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΝΔΕ), στο εξής: ΚράνηςΗ ρύθμιση, ΕφΔ 55/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΑθ 1539/2024 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΛαμ 639/2025 ΤΝΠ Νόμος. 

  • 4

    Νικολόπουλος, ό.π. ΜΠρΠατ 322/2023 ΤΝΠ Νόμος, Λαδογιάννηςό.π., αριθ. 2, ΓεωργιάδηςΟικογενειακό Δίκαιο, 4η έκδ. (2025), § 30 αριθ. 91.

  • 5

    ΜΠρΘ 14892/2025 ΤΝΠ Νόμος. 

  • 6

    ΜΕφΛ 466/2022 Δικογραφία 2024. 78.

  • 7

    ΜΠρΡόδ 285/2024 ΤΝΠ Νόμος.

  • 8

    ΤΝΠ Νόμος.

  • 9

    Κράνης, Η ρύθμιση, ό.π.

  • 10

    Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης)ΕρμΚΠολΔ 2020[2], άρθρ. 697 αριθ. 3, ΑΠ 432/1985, Ελλ Δνη 1985. 869, ΕφΑθ 3962/2009, ΕλλΔνη 2009. 1448.

  • 11

    Κράνης, Η ρύθμιση, ό.π., Κεραμεύς/Κον­δύλης/Νίκας (-Κράνης), ΕρμΚΠολΔ 2020[2], άρθρ. 735 αριθ. 11 μ.π.π., MΠρΛιβ 8/2026 Νόμος, ως προς την επικοινωνία.

  • 12

    ΕφΑθ 20/2023 ΤΝΠ Νόμος, που τονίζει : Ακόμα όμως και εάν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία είναι δυνατή η ανάκληση ή μεταρρύθμισή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, υπό την επίκληση και απόδειξη, όμως, μεταβολής των συνθηκών.

  • 13

    Νικολόπουλος, ό.π..

  • 14

    Βλ. σχετικώς, Αρβανιτάκη/Φουντεδάκη, (Γνμδ.), Δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα του νέου άρθρου 1536 ΑΚ ΝοΒ 74 (2026)/2. 480, που καταλήγουν στο εξής: Η εφαρμογή του αναθεωρημένου άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ, εν όψει και του σκοπού του, προϋποθέτει (α) ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών, και (β) κατεπείγοντα χαρακτήρα του αιτούμενου μέτρου, που κατά κανόνα δεν συντρέχει, όταν υπάρχει εκκρεμές ένδικο μέσο ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξετάζει ακριβώς τις ίδιες αιτιάσεις με αυτές της μεταρρυθμιστικής αίτησης. Το σφάλμα της αρχικής απόφασης δεν δικαιολογεί τη μεταρρύθμιση κατά το άρθρ. 1536 § 2 ΑΚ. Κατά τους ιδίους, η μεταβολή των συνθηκών θα πρέπει να δικαιολογεί επαρκώς την παρέμβαση του εκδόντος την αρχική απόφαση Πρωτοδικείου προς μεταρρύθμιση της απόφασής του στον ελάχιστο αυτόν χρόνο, από την άσκηση της έφεσης εναντίον της ως την εκδίκασή της

  • 15

    Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Πανταζό­πουλος), ΕρμΚΠολΔ 2020[2], άρθρ. 527 αριθ. 19 επ., 22, μ.π.π.

  • 16

    Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Πανταζό­πουλος), ΕρμΚΠολΔ 2020[2], άρθρ. 525 αριθ. 4, ΑΠ 171/1984 ΝοΒ 1985. 253.

  • 17

    ΜΠρΘ 36056/2025, με παραπομπή στην ΑΠ 1166/2010 σε ΤΠΝ Νόμος. 

  • 18

    ΤΝΠ Νόμος, με παραπομπές στις ΑΠ 1589/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΜοΕφΑνατΚρητ 82/2021, ΜΕφΔ 55/2021 ΤΝΠ Νόμος.

  • 19

    ΜΕφΠειρ 417/2025 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΘ 14892/ 2025 ΤΝΠ Νόμος.

  • 20

    ΜΠρΘ 3245/2023  Αρμ 2023. 1305.

  • 21

    ΕλλΔνη 2025. 1160, με παρατηρήσεις Παντελίδου, ΕλλΔνη 2025. 1164 (=Αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας ενώ εκκρεμεί ποινική διαδικασία για σεξουαλική κακοποίηση του ανηλίκου).

  • 22

    ΤΝΠ Νόμος.

  • 23

    ΜΠρΘ 14892/2025 ΤΝΠ Νόμος. Βλ. και ΜΕφ Πατ 28/2024 ΤΝΠ Νόμος, που απέρριψε την μεταρρύθμιση επιμέλειας και επικοινωνίας, δηλαδή την από κοινού ανάθεση της επιμέλειας λόγω παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής από τον πατέρα και δεν αύξησε την επικοινωνία, διότι ο πατέρας έθετε συστηματικά την ζωή του ανηλίκου σε κίνδυνο, μετακινώντας τον ανήλικο με μοτοσυκλέτα ή επαγγελματικό όχημα χωρίς τη χρήση κάποιου προστατευτικού μέσου. 

  • 24

    Παντελίδου, Τα σημαντικά ζητήματα επιμέλειας (ΑΚ 1519) και η πρόσφατη  νομολογία,  Εφ ΑΠολΔ 2025. 313 επ. Βλ. και ΜΠρΘ 7991/2023 ΤΝΠ Νόμος που ανέθεσε στη μητέρα την επιμέλεια, παρόλο που αυτή είχε μεταβάλει μονομερώς τον τόπο διαμονής πριν από τη νομοθετική μεταβολή (διαδοχική, πρώτα με το άρθρο 139 του ν. 4714/2020 και στη συνέχεια με τη σημερινή μορφή), κατά την οποία είναι απαραίτητη η δικαστική άδεια.

  • 25

    H EφΠειρ 80/2025 ΤΝΠ Νόμος (Εκουσία δικαιοδοσία), απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, διότι η αφαίρεση είναι ανέκκλητη. Βλ. και ΕφΑθ 52/2025, 2132/2025, 3040/2025, όλες ΤΝΠ Νόμος, για το ότι είναι ανέκκλητη η απόφαση για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας και πως μόνον η αναίρεση επιτρέπεται.

  • 26

    ΤΝΠ Νόμος.

  • 27

    ΤΝΠ Νόμος. 

  • 28

    Παντελίδου, Οι αλλαγές του ν. 4800/2021 στη γονική μέριμνα και στο δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο εκτός γάμου, ΕλλΔνη 2021. 974 επ., 980.

  • 29

    Βλ. ΜΕφΠατ 13/2013 ΤΝΠ Νόμος κατά την οποία το ανέκκλητο της απόφασης που αφαιρεί την γονική μέριμνα ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ούτε στο άρθρο 6 της Σύμβασης της Ρώμης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά από αίτηση του Εισαγγελέα είχε αφαιρεθεί από τον πατέρα η γονική μέριμνα των αναγνωρισμένων από αυτόν ανήλικων τέκνων του και είχε ανατεθεί στην γιαγιά από τη μητρική πλευρά.

  • 30

    ΜΕφΠατ 102/2024 ΕλλΔνη 2024. 1706.

  • 31

    ΤΝΠ Νόμος.

  • 32

    ΤΝΠ Νόμος.

  • 33

    ΤΝΠ Νόμος.

  • 34

    Παντελίδου, Το συμβολαιογραφικό «διαζύγιο», ΝοΒ 2018. 821 επ.

  • 35

    ΤΝΠ Νόμος.

  • 36

    Πρβλ. Παντελίδου, Παρατηρήσεις (= Η δικαστική μεταρρύθμιση της συμφωνίας για τη διατροφή ανηλίκων) στην ΜΠρΘ 14079/2023 ΕλλΔνη 2025. 213.

  • 37

    ΜΠρΛαμ 639/2025 (ασφ.) ΤΝΠ Νόμος. Παρόμοια η ΜΠρΚαβ 607/2024 (ασφ.) ΤΝΠ Νόμος. 

  • 38

    ΜΠρΑθ 2546/2024 (ασφ) ΤΝΠ Νόμος, για μεταρρύθμιση αλλοδαπής απόφασης, ΜΠρΑθ 1539/2024 (ασφ.) ΤΝΠ Νόμος, που απέρριψε ως απαράδεκτη ανάκληση μέσω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

  • 39

    Παντελίδου, Η προσωρινή έννομος προστασία του ανηλίκου, ΕλλΔνη 2002, 1269 επ., 1270 επ., Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Κράνης)ΕρμΚΠολΔ 20202, άρθρ. 697 αριθ. 4.

  • 40

    ΠρΑθ 981/2009 ΕλλΔνη 2010. 266, ΠρΡόδ 2018/ 2013 ΤΝΠ Νόμος, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Κράνης)ΕρμΚΠολΔ 2020[2], άρθρ. 735 αριθ. 10. 

Close