Α. Μεταξά: Το παν εγγίζον το μηδέν – Ερμηνευτική ευκαιριακότητα ως κανονιστική άμβλυνση του ενωσιακού Δικαίου. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 για τα μη κρατικά ΑΕΙ
Το παν εγγίζον το μηδέν – Ερμηνευτική ευκαιριακότητα
ως κανονιστική άμβλυνση του ενωσιακού Δικαίου
Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 για τα μη κρατικά ΑΕΙ
Αντώνη Μεταξά
Καθηγητή Ευρωπαϊκού Δικαίου, Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρου
Εισαγωγική επισήμανση
Οι κάτωθι αναπτύξεις απηχούν τη μείζονα περίσκεψή μου για μια προϊούσα αποκανονι-στικοποίηση του ενωσιακού δικαίου με όχημα την ευκαιριακή πρόσληψη της κανονιστικής του εμβέλειας. Ένα φαινόμενο, το οποίο ενδεχομένως σχετίζεται με μια ευρύτερη, δομική και βαθύτερη παθογένεια: την ιστορικά αμφιλεγόμενη, ενίοτε ωφελιμιστική και επιλεκτική στάση του ελληνικού πολιτικού συστήματος και τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας ευρύτερα σε σχέση με την ίδια τη συμμετοχή της χώρας στο ενωσιακό εγχείρημα1. Ίσως προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι οι σκέψεις που ακολουθούν διατυπώνονται από κάποιον που προσπαθεί επί μακρόν στις επιστημονικές του εργασίες να αναδείξει και επικροτήσει το φαινόμενο της αλληλένθεσης των δύο εννόμων τάξεων, της εθνικής και της ενωσιακής, αλλά και τη λειτουργική αναγκαιότητα που νομιμοποιεί την αρχή της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου2, με αφορμή μια τέτοια δικαστική απόφαση ανωτάτου εθνικού μας Δικαστηρίου (ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025). Μια δικαστική απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας η «ερμηνευτική αυτοπεποίθηση» υπέρ της κανονιστικής κατίσχυσης του ενωσιακού δικαίου προελαύνει θριαμβευτικά και αδιάστικτα, αν και, όπως θα επιχειρήσω να αναδείξω, μεθοδολογικά ανεπέρειστα. Θα προσπαθήσω συνεπώς στο πλαίσιο του παρόντος να στοιχειοθετήσω συνοπτικά τους λόγους αυτής της περίσκεψης, αλλά και να εκφράσω την μείζονα προσμονή, που πλέον δικαιωματικά συγκροτείται, για μια προσήλωση συνέπειας στις μελλοντικές δικαιοδοτικές κρίσεις του ΣτΕ, κάθε φορά που εφεξής θα τίθεται θέμα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου - ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις που θα συντρέχει σύγκρουση των ενωσιακών κανονιστικών επιταγών με αντίθετες ρητές κείμενες διατάξεις του εθνικού μας δικαίου.
Η αμφιβόλου συνταγματικότητας διάταξη του άρθρου 34 του π.δ. 18/1989 (Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας)
Μετά από παρέλευση μηνών από το σχετικό “Ανακοινωθέν του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το αποτέλεσμα της Διάσκεψης”, χρονική απόκλιση από μόνη της δικαιοπολιτικά προβληματική, εξεδόθη λοιπόν η απόφαση του ΣτΕ για τα μη κρατικά ΑΕΙ. Κατ’ αρχάς, αυτή η νομοθετική «καινοτομία», που εισάγεται με την αμφιβόλου συνταγματικότητας νέα διάταξη του άρθρου 34 § 8 του π.δ. 18/ 19893, φέρει σε δύσκολη θέση τον εκάστοτε Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος προβαίνει στην επιλογή της εφαρμογής της. Από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση απαγγελίας των δικαστικών αποφάσεων σε δημόσια συνεδρίαση σε συνδυασμό με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος υποχρέωση, οι δικαστικές αποφάσεις να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες, προκύπτει ότι πριν την απαγγελία μιας απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση, τούτη δεν υφίσταται με τη νομική έννοια του όρου, ήτοι νομικώς δεν έχει υπόσταση. Πριν το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την εν λόγω δημόσια απαγγελία της απόφασης, η υπόθεση τυπικώς τελεί εν διασκέψει4. Πριν την πλήρη λεκτική εν κειμένω καταγραφή αλλά και ενδεχομένως την αποτίμηση της εν λόγω καταγραφής από τους Δικαστές που μετείχαν στη Διάσκεψη, ειδικώς επί τέτοιας φύσεως νομικά απαιτητικών υποθέσεων που λόγω σπουδαιότητας έχουν αχθεί στην κρίση της Ολομελείας, διερωτάται κανείς, στο μέτρο που η απόφαση μάλιστα τελικώς δημοσιευθεί μετά από παρέλευση μηνών, στη βάση άραγε ποιας συλλογιστικής δύναται οι δικαστικοί λειτουργοί να απωλέσουν το δικαίωμά τους να μεταπεισθούν από την τυχόν πειστικότερη καταγραφή και στοιχειοθέτηση της αντίθετης άποψης, να μεταβάλουν τη διατυπωθείσα γνώμη τους όταν δουν την πλήρη αιτιολογία εκάστης άποψης διατυπωμένη επακριβώς και διεξοδικώς ή και να έχουν, ακόμη κι αν εμμείνουν στην αρχικώς διατυπωθείσα τους άποψη, σημαντικές ενστάσεις σε σχέση με τη λεκτική καταγραφή της και τη νομική της στοιχειοθέτηση; Στα νομικά, ως γνωστόν, και η απλή αντιμετάθεση λέξεων αρκεί να αλλάξει ουσιωδώς την έμφαση των γραφομένων.
Η ενίοτε ατύπως τυγχάνουσα επίκλησης “ratio” (;) της εν λόγω διάταξης, ότι δηλαδή δι’ αυτής της «Ανακοινώσεως» ενημερώνονται «επισήμως» και «εγκαίρως» οι διάδικοι και η «κοινή γνώμη» με παράλληλη «αποφυγή διαρροών στα ΜΜΕ», δεν ξέρω κατά πόσο εναρμονίζεται με τον οφειλόμενο σεβασμό προς τους συμμετέχοντες στην εκάστοτε διάσκεψη Δικαστές και τις ελάχιστες αναμονές που δικαιούται κανείς να έχει σε σχέση με την εκ μέρους τους πρόσληψη του λειτουργήματός τους. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και η ίδια αυτή η εν λόγω προβληματική νέα διάταξη ρητά ορίζει ότι στην εν θέματι «Ανακοίνωση» εμπεριέχεται και αναφορά στην «κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της απόφασης», πράγμα που εν προκειμένω δεν έλαβε χώρα. Τούτων δοθέντων, διατηρώ μείζονες επιφυλάξεις για τη δικαιοπολιτική προσθετικότητα (ήπιος ο επιλεγείς όρος) του φαινομένου να παράγονται εν τοις πράγμασι παραστάσεις άγουσες σε έννομες συνέπειες από μη υπάρχον τη δεδομένη στιγμή πλήρες κείμενο αποφάσεως, το δε αυτό πλήρες κείμενο και η με τη νομική έννοια του όρου «δικαστική απόφαση» να δημοσιεύεται μετά παρέλευση μηνών.
Η νομιμοποίηση μιας δικανικής κρίσης και η ευθύνη της επιστημονικής κριτικής
Επί της ουσίας της επίμαχης δικαιοδοτικής κρίσης τώρα, επισημαίνω συνοπτικά τα εξής: Προσήλθα με προσοχή στην ανάγνωση της εκδοθείσας απόφασης, αλλά και με την ανάλογη προσμονή, η οποία αντιστοιχεί στις τόσο κομβικές αναμονές που συνδέονται με τη λειτουργία και το θεσμικό βάρος του ανώτατου διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας. Η προσμονή είναι δεδομένη, η κρίσιμη ουσιαστική «νομιμοποίηση» μιας δικανικής κρίσης, όπως άλλωστε και του ίδιου του επιστημονικού λόγου, είναι εντούτοις κάτι βαθύτερο, απαιτητικότερο, υποκείμενο στη βάσανο μιας στοιχειοθετούμενης πειστικότητας στη βάση ευκρινών, ελέγξιμων μεθοδολογικών κανόνων που προφυλάσσουν από την ευκαιριακότητα, την ανασφάλεια δικαίου και, εν τέλει, τη (δυνητική) αυθαιρεσία (Willkür). Αυτή λοιπόν η ουσιαστική νομιμοποίηση εκάστης δικαιοδοτικής κρίσης είναι διεκδικούμενη και διαρκώς ελεγκτέα, δεν είναι εκχωρούμενη a priori και ex officio. Τούτου δοθέντος, ο Δικαστής σ’ ένα κράτος Δικαίου οφείλει να αφίσταται αντανακλαστικών παραπεμπόντων σε δυσανεξία έναντι της επιστημονικής κριτικής, η οποία μάλιστα δεν υπέχει κατ΄ αρχήν καμία «οφειλή» να συντείνει στη «νομιμοποίηση» της όποιας δικαστικής απόφασης. Τούτο συνιστά χρέος του Δικαστή που την εξέδωσε, ο οποίος «ομιλεί» δια της απόφασης και της αιτιολογίας της. Ειδικώς δε αν αισθάνεται ασφαλής ότι έπραξε κατά συνείδηση, η επιστημονική κριτική, ορθή ή εσφαλμένη κατά τον ίδιο, οφείλει να μην του προκαλεί άμβλυνση της οφειλόμενης θεσμικής και υφολογικής του εγκράτειας. Μελαγχολική η ανάμνηση, αλλά ας υπενθυμίσουμε εδώ τη ρήση του μείζονος Δικαστή, αείμνηστου Στ. Ματθία, ότι «ο Δικαστής οφείλει να μιλά και να φέρεται ως τέτοιος ακόμη κι όταν αδικείται».
Κλείνω -φοβούμαι προσωρινώς- αυτή την ουσιώδη παρέκβαση μ’ ένα γενικότερο σχόλιο που αφορά τα επαναλαμβανόμενα τελευταία, ενίοτε μετ’ επιμονής εκφερόμενα περί της «ευθύνης του επιστημονικού λόγου», που δήθεν υπονομεύει δια της δριμείας κριτικής τη «νομιμοποίηση» της δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας. Η δικαστική και πολιτική εξουσία έχει την πρωτογενή ευθύνη, ως προείπα, της διαφύλαξης της θεσμικής της αξιοπιστίας. Ο δημόσια εκφερόμενος επιστημονικός λόγος οφείλει αντιστοίχως να αρθρώνεται ελεύθερα, προφανώς τηρώντας κανόνες δεοντολογίας, αλλά και να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, υποκείμενος και αυτός σε κριτική αποτίμηση για το περιεχόμενο και το ύφος του. Κατά τα λοιπά, διαχρονικά, ο επιστημονικός λόγος, ο οποίος επιλέγει -αυταρέσκως ή υστεροβούλως, τούτο είναι αδιάφορο- να σιωπά περί άλλα τυρβάζων ή να κάνει εκπτώσεις στη διανοητική του συνέπεια και εντιμότητα με τον φόβο μήπως ενοχλήσει κανέναν, οφείλει να επαναξιολογήσει τον σφυγμό του, δηλαδή να αποτιμήσει αν ζει ή ήδη πέθανε.
Τα όρια της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου
Ως εισαγωγικά επισήμανα, το παρόν κείμενο θα ήθελα να εκληφθεί κυρίως ως μια υπόμνηση για την ευρύτερη «μεγάλη εικόνα» σε σχέση με την εν γένει δικαιοδοτική αντιμετώπιση του ευρωπαϊκού Δικαίου, αλλά και τη δομικώς επιλεκτική à la carte προσέγγιση του ενωσιακού εγχειρήματος στον τόπο μας από το πολιτικό μας σύστημα ευρύτερα. Δεν θα προβώ συνεπώς σε διεξοδική νομική αποτίμηση της εν λόγω σημαντικής απόφασης του ΣτΕ. Για τις ενωσιακού δικαίου παραμέτρους της συγκεκριμένης θεματικής των μη κρατικών ΑΕΙ έχω ήδη τοποθετηθεί σε γραπτά μου5 και, φρονώ, δεν υφίσταται ανάγκη να επαναλαμβανόμεθα.
Εδώ ας σημειώσω μόνο τα εξής: Όντως σύνθετη και επιστημονικά απαιτητική είναι η αποτίμηση και διαχείριση της υφιστάμενης εγγενούς πολυπλοκότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ευρύτερη πολυπαραμετρική και δυναμική προβληματική της σχέσης συνύπαρξης εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς έννομης τάξης. Μιας προβληματικής με έντονα εξωνομικά και, εν τέλει, βαθιά πολιτικά στοιχεία6. Σύνθετο και κομβικό είναι επίσης το ζήτημα του εντοπισμού του κατισχύοντος κάθε φορά εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, όταν βέβαια συντρέχει αυτό που αποκαλώ "οντολογικές προϋποθέσεις" της κανονιστικής σύγκρουσης, ήτοι όταν όντως υφίστανται αλληλοαποκλειόμενες κανονιστικές επιταγές επί του ιδίου θέματος στην εθνική και ενωσιακή ή/και διεθνή έννομη τάξη, που διεκδικούν εφαρμογή στο συγκεκριμένο πραγματικό. Αυτό το στάδιο του νομικού συλλογισμού, ήτοι η διάγνωση ταυτοχρόνως διεκδικουσών εφαρμογή πολυκαταγωγικών, ήτοι προερ-χόμενων εκ πλειόνων εννόμων τάξεων (εθνικών, υπερεθνικών κ.λπ.), κανονιστικών επιταγών συνιστά μια ενίοτε όχι ευχερούς επίλυσης άσκηση.
Αντιθέτως, δεν θεωρώ τη μεθοδολογική διάσταση της συγκεκριμένης περίπτωσης που εκλήθη να αντιμετωπίσει το ΣτΕ εν προκειμένω ιδιαιτέρως περίπλοκη, τουλάχιστον υπό το πρίσμα του γνωστικού αντικειμένου, το οποίο υπηρετώ και το οποίο έτυχε επίκλησης: τα όρια του επιλεγέντος από την τελικώς πλειοψηφήσασα άποψη της εν λόγω συνθέσεως της Ολομελείας του ΣτΕ μηχανισμού, ήτοι της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, έχουν αποτυπωθεί εδώ και πολλά έτη με σαφήνεια στην πάγια νομολογία του ίδιου του Δικαστηρίου της ΕΕ, αλλά και σε κάθε σοβαρό σύγγραμμα μεθοδολογίας του ευρωπαϊκού Δικαίου. Συγκεκριμένα, η ίδια η ενωσιακή έννομη τάξη δεν εγείρει αξίωση από τον εφαρμοστή του εθνικού Δικαίου να προβαίνει σε contra legem ερμηνεία του εθνικού Δικαίου – δεν απαιτεί συνεπώς από τον εθνικό Δικαστή να «ανταλλάξει την ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων και των λέξεων»7. Συνεπώς, η απορρέουσα και από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4 § 3 ΣΕΕ) υποχρέωση για σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία δεσμεύει τον εθνικό δικαστή μόνο αν δεν υφίσταται σαφής (ήτοι ούτε καν αμφίσημη ή υποκείμενη σε καλυπτόμενες όμως από το γράμμα των επιδίκων διατάξεων τελολογικές διευρύνσεις ή συστολές) αντίθετη κανονιστική ρύθμιση του εθνικού δικαίου8. Αντιθέτως, αν κατά περίπτωση θεωρεί ο εθνικός Δικαστής ότι υφίσταται αντίθεση μεταξύ διατάξεων του ενωσιακού και του εθνικού Δικαίου, αφού όντως εντοπίσει ad hoc κανονιστική σύγκρουση, νομική διάγνωση όχι πάντα ευχερής, οφείλει να εφαρμόζει τις πρώτες αντί των δεύτερων και όχι να ισχυρίζεται ότι «ερμηνεύει» τις εθνικές διατάξεις καταργητικά9 προβαίνοντας σε κατά κυριολεξία αντικειμενικές (με την έννοια της αντίθεσης στο κείμενο και τις λέξεις που το συγκροτούν) κατασκευές. Τούτο δε, ήτοι η ρητή επίκληση της αρχής της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού (όταν, εννοείται, το ενωσιακό δίκαιο όντως κανονιστικώς «ομιλεί» επί του εκάστοτε επιδίκου θέματος) έναντι του εθνικού δικαίου, συνιστά την ενδεικνυόμενη προσέγγιση, ακόμη κι αν αυτή είναι εξωνομικώς μη «εύπεπτη» ή αν δημιουργεί ανεπιθύμητες προσμονές δικαιοδοτικής συνέπειας για το μέλλον10.
Θα διερωτάτο εδώ κανείς, ενδεχομένως και ειλικρινώς, ποια είναι άραγε η πρακτική σημασία αυτής της κατ’ εμέ κομβικής διάστιξης - ακούστηκε πράγματι και αυτή η «απορία» στο δημόσιο διάλογο επί του θέματος. Η διερώτηση αυτή θα μπορούσε να απαντηθεί επαρκώς απλώς με ένα ρητορικό ερώτημα: Αν τούτη η διάστιξη μεταξύ «σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας» και ρητής επίκλησης της «αρχής της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου» δεν εκόμιζε ή δεν απηχούσε κάποια σημαίνουσα διαφορά, γιατί άραγε τότε ρητά προβαίνει σε αυτή το ΔΕΕ κατά πάγιά του νομολογία; Για τους παρόλα αυτά ακόμη διερωτώμενους, ας επισημάνουμε ότι η διαφορά έχει τόση εμβέλεια, όση (σημασία) έχει η ίδια η μεθοδολογική ευκρίνεια και οι κανόνες στοιχειώδους προβλεψιμότητας και διαφάνειας στη δόμηση της δικαιοδοτικής κρίσης. Αλλά έχει και όση σημασία και βάρος οφείλουν στη συλλογιστική μας να διατηρούν οι λέξεις, μέσω των οποίων διατυπώνεται μια κανονιστική επιλογή, δια της οποίας μάλιστα, ως εν προκειμένω, αποτυπώνεται μια πολιτική απόφαση καταστατικού χαρακτήρα σ’ ένα συνταγματικό κείμενο. Η επιλογή του σχήματος της προτεραιότητας εφαρμογής της ενωσιακής διάταξης δεικνύει μια οφειλόμενη ανάληψη δικαιοδοτικής ευθύνης: την επιλογή, χωρίς ασαφείς σχοινοτενείς λεκτικές συσκοτίσεις, της εφαρμογής μιας κανονιστικής επιλογής αντί μιας άλλης. Τούτο συνιστά μια όλως ενσυνείδητη κατάφαση της προσχώρησης του εθνικού Δικαστή στην αναγνώριση της λειτουργικής αναγκαιότητας της ενωσιακής έννομης τάξης να υπάρξει και να αναπτύξει την κανονιστική της εμβέλεια παρά την κατά περίπτωση ύπαρξη αντιθέτου περιεχομένου εθνικών κανονιστικών επιταγών. Και για να το πούμε ευκρινέστερα, διατηρώντας την αξίωση μη υποτίμησης της νοημοσύνης μας, ας επιστρατεύσουμε και πάλι ένα ρητορικό σχήμα: η διάστιξη έχει σημειολογική σημασία αντίστοιχη των λόγων που εν προκειμένω κινητοποίησαν την εντατική νοητική προσπάθεια και «προσήλωση» για την αποφυγή της ρητής επίκλησης της αρχής της προτεραιότητας εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Γιατί άραγε ένα δικαστήριο, που ομνύει τόσο αδιάστικτα στη «σαφή» (sic) τοποθέτηση επί του θέματος εκ μέρους του ενωσιακού νομοθέτη αλλά και στην επίσης «σαφή» ερμηνεία που (δήθεν) έχει επί του θέματος ήδη δώσει (;) το ΔΕΕ στη νομολογία του, δεν εκστομίζει με σαφήνεια το ότι υιοθετεί εν προκειμένω το συγκεκριμένο διατακτικό που υιοθέτησε στη βάση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου; Αν δεν το πράξει αυτό εδώ, υπαρχούσης τόσης «βεβαιότητας» και ερμηνευτικής αδιάστικτης πεποίθησης, πότε άραγε θα το πράξει; Μήπως οι λόγοι αυτής της αποφυγής είναι εν τέλει απλώς «χρηστικοί», σημειολογικά λυσιτελείς για εξωνομικούς λόγους, αλλά και κατατείνοντες στη διατήρηση περιθωρίου άρθρωσης «αντεπιχειρήματος» την επόμενη φορά που οι κανονιστικές επιταγές του ενωσιακού δικαίου που θα αξιώνουν προτεραιότητα εφαρμογής θα παράγουν «μη ευκταίες» έννομες συνέπειες; Μήπως όμως έτσι, για να επεκτείνω τον προβληματισμό μου, το πλέγμα του ενωσιακού δικαίου αντί να ενισχύεται, αποκανονιστικοποιείται παραδιδόμενο στον βολονταρισμό της ευκαιριακότητας; Ας μην γελιόμαστε: η βασιλική οδός προς την κανονιστική εκμηδένιση ενός δικαιικού πλέγματος είναι η επιλεκτική επίκληση και «αξιοποίησή» του χωρίς σαφείς κανόνες ερμηνευτικής προβλεψιμότητας κατά τη δικαιοδοτική διάγνωση. Κι αν η τυχαιότητα συνιστά παθογένεια μιας επιστημονικής θεωρίας ή προσέγγισης, η δυσμενής απόρροια είναι σχετικώς ελεγχόμενη. Αντιθέτως, η δικαιοδοτική λειτουργία στο ανώτατο επίπεδο παράγει δεσμευτικές έννομες συνέπειες, διαμορφώνει διαπλαστικά κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δομές, «διαπαιδαγωγεί» το πολιτικό σύστημα θέτοντας (ή αναιρώντας) όρια θεσμικών ανασχέσεων και άλλα πολλά και σημαντικά που δεν είναι εφικτό εδώ να αναλυθούν.
Εν πάση περιπτώσει, θέλω να πιστεύω ότι θετικές προσμονές όσον αφορά την ανοικτότητα προς την κανονιστική εμβέλεια του ενωσιακού δικαίου έχουν με την εν θέματι απόφαση του ΣτΕ πλέον συγκροτηθεί, καθότι θα πρέπει κανείς ευλόγως να θεωρεί ως δεδομένο ότι έχει παραχθεί μια υποχρέωση διαφύλαξης εφεξής νομολογιακής και ερμηνευτικής συνέπειας και αξιοπιστίας. Διατηρούμε συνεπώς «επαυξημένες» προσδοκίες, αυτός ο εξαϋλωτικός δυναμισμός της «σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας» να μην υποστεί άξαφνη σίγαση και οδηγηθούμε προσεχώς σε επιλεκτική επαναμείωση της κανονιστικής εμβέλειας διατάξεων και αρχών του ενωσιακού δικαίου ανεξαρτήτως της όποιας κατά περίπτωση πολιτικοοικονομικής τους επενέργειας.
Χαρακτηριστική είναι εδώ η -εντούτοις υπερβαίνουσα το αντικείμενο του παρόντος κειμένου- περίπτωση του άρθρου 86 Σ περί της ευθύνης Υπουργών11, για την οποία η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσμικά και επίσημα12 έχει θέσει θέμα ασυμβατότητας της εθνικής μας συνταγματικής διάταξης με το ενωσιακό δίκαιο13.
Το μη σύννομο της μη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ
Κατά τα λοιπά, έγκριτοι συνάδελφοι, όπως ο Σπ. Βλαχόπουλος14 και ο Αντ. Καραμπατζός15 ασκώντας κριτική στην άποψη της πλειοψηφίας εν προκειμένω16, σχεδόν με ίδιας διατύπωσης επικεφαλίδες στα κείμενά τους, προσφάτως ομίλησαν με νόημα για τη βαρύτητα «του Συντάγματος και των λέξεών» του17. Δεν έχω συνεπώς κάτι περαιτέρω να προσθέσω, εκτός ίσως του θέματος της εξ επόψεως ενωσιακού δικαίου λίαν προβληματικής και, ας μου επιτραπεί ο όρος, ο οποίος είναι εντούτοις επιστημονικά ακριβόλογος, μη σύννομης απόφασης της πλειοψηφήσασας άποψης για μη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ. Για το προφανές της νομικής υποχρεωτικότητας, εν προκειμένω, της προδικαστικής παραπομπής, ας επισημάνω μόνο το εξής: Το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας, ήδη από δεκαετίες, υπάρχοντος, προφανώς, του μηχανισμού της συμφώνου με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας αλλά και όλως προσφάτως, υπαρχούσης της τώρα επικαλούμενης νομολογίας του ΔΕΕ, παγίως υποστήριζε ότι οι επίδικες κείμενες συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 16 Σ ήταν σαφέστατες κατά περιεχόμενο και εξ αυτών συνάγονται τα ακόλουθα: «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελλάδα αποκλειστικώς από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, απαγορεύεται δε απολύτως η σύσταση σχολών ανώτατης εκπαίδευσης από ιδιώτες, ασχέτως του προορισμού ή του χαρακτήρα των σχολών αυτών»18. Η από μόνη της, εξ επόψεως ενωσιακού δικαίου, νομικά αναγκαία αλλά και επαρκής συνθήκη της έλλειψης πρότερης ad hoc ερμηνευτικής τοποθέτησης και αποσαφήνισης εκ μέρους του ΔΕΕ του συγκεκριμένου επίδικου νομικού θέματος (α), η ύπαρξη σημαντικής μειοψηφίας στην υπό κρίση απόφαση του ΣτΕ που ρητά τάσσεται υπέρ της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος (β), αλλά και η σαφής ένδειξη της παντελούς έλλειψης επί δεκαετίες (!) οιασδήποτε κριτικής νύξης ενωσιακού θεσμικού οργάνου για δήθεν ασυμβατότητα του άρθρου 16 Σ με το ενωσιακό Δίκαιο (γ), συγκροτούν σωρευτικά πλείονες εστίες αμφισημίας, που νομικά δεν δικαιούται να παραγνωρίσει το δικάζον εθνικό Δικαστήριο αφιστάμενο της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος19. Τούτο συντρέχει κατά μείζονα λόγο όταν η όλως αντίθετη της αίφνης προκριθείσης από την πλειοψηφήσασα άποψη ερμηνευτική προσέγγιση συνιστά την πάγια, μέχρι τη δεδομένη στιγμή, νομολογία του ιδίου (!) του δικάζοντος ανώτατου εθνικού Δικαστηρίου. Να σημειώσω επίσης εκ νέου, ότι δεν προέκυψε τώρα το ερμηνευτικό πρόταγμα της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, δεν συνιστά κάποιο οψιγενές σχήμα ή σύλληψη, αντιθέτως ανάγεται σε πάγια, προϋπάρχουσα, σταθερή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και ως προς την ύπαρξη αλλά, ως προελέχθη, και ως προς τα όριά του.
Ας μου επιτραπεί, τέλος, με κάθε δέοντα σεβασμό να επισημάνω επίσης ότι, όταν υφίσταται πλειάδα επανειλημμένων αποφάσεων του συγκεκριμένου Δικαστηρίου κινούμενη προς μια σαφή δικαιοδοτική και ερμηνευτική κατεύθυνση με εναλλασσόμενες μάλιστα συνθέσεις και ομόφωνα εκδοθείσες αποφάσεις κυριολεκτικώς μέχρι «προχθές», οι σημειολογικές διασυνδέσεις που εμπεριέχονται στην πλειοψηφήσασα άποψη για την ιστορική συσχέτιση του άρθρου 16 Σ με την επαίσχυντη δικτατορία των συνταγματαρχών δεν είναι απλώς πραγματολογικά εσφαλμένη, αλλά στερείται ενδεχομένως και αβρότητας προς τις/τους συναδέλφους Δικαστές, πρώην και νυν, που μετείχαν των εν λόγω συνθέσεων που εξέδωσαν τις πολυάριθμες αυτές αποφάσεις και συγκρότησαν την μέχρι σήμερα πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Δεν ήταν άραγε αυτές και αυτοί επαρκώς ευαισθητοποιημένοι προς αυτή τη δήθεν υφιστάμενη αρνητική ιστορική σημειολογική συσχέτιση των επίμαχων συνταγματικών διατάξεων σε αντίστιξη με την τώρα πλειοψηφήσασα άποψη που εκδηλώνει αποκαταστατικά τα «ορθά» αντανακλαστικά; Κατά τα λοιπά οι εμμέσως επιχειρηθείσες αυτές συσχετίσεις με τη Δικτατορία είναι ούτως ή άλλως όλως αλυσιτελείς και νομικά μη προσθετικές: τούτο διότι η προοπτική αναθεώρησης της εν λόγω συνταγματικής διάταξης επανειλημμένα αποκρούστηκε - καλώς ή κακώς – μεταδικτατορικά από διαφορετικής σύνθεσης δημοκρατικά εκλεγμένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος συντακτικός νομοθέτης με μια μάλλον όχι συνήθη ή τυχαία σαφήνεια, πληρότητα, επιτακτικότητα αλλά και επιμονή αποτύπωσε μια θεμελιακή πολιτική του επιλογή20, στην οποία μάλιστα ενέμεινε στο πλαίσιο των διαδικασιών αναθεώρησης του 2001, του 2008 και του 201921.
Η -διακριτή της νομικής- δικαιοπολιτική διάσταση του θέματος
Ενόψει των προαναφερθέντων, ολοκληρώνω το παρόν κείμενο με μια σύντομη αναφορά στη -διακριτή της νομικής- δικαιοπολιτική διάσταση του θέματος της ίδρυσης και εγκατάστασης μη κρατικών ΑΕΙ στη χώρα μας, η οποία (διάσταση) δεν φαίνεται πάντως να υπήρξε ή να συνιστά έστω σήμερα προτεραιότητα των ιθυνόντων και της δημόσιας συζήτησης. Η τελευταία διάσταση είναι πολυσχιδής, πολυπαραμετρική και προφανώς θεσμικά αδικείται από την ελλειπτικότητα και συνοπτικότητα της δημόσιας διαβούλευσης που υιοθετήθηκε, γεγονός που εν προκειμένω παραπέμπει σε μια επίφαση ρηχού "μεταρρυθμιστικού" οίστρου χωρίς ευρύτερο ολοκληρωμένο πλάνο για τις μείζονες εκπαιδευτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Εκφάνσεις αυτής της προχειρότητας, φοβούμαι, ήδη κατέστησαν ορατές. Ένα σχόλιο μόνο εδώ: Καμία σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να γίνει για το παρόν, το μέλλον και τις προοπτικές της ανώτατης εκπαίδευσης, και εν γένει της Παιδείας, αν δεν υφίσταται συνολικότερο σχέδιο, όραμα και ανοικτή δημόσια συζήτηση για το κομβικό ζήτημα του παραγωγικού και εκπαιδευτικού μοντέλου, των ιεραρχήσεων της χώρας αλλά και των προβλημάτων της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων, αρχής γενομένης από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στον τόπο μας. Δεν είναι ξεκομμένη και αυθύπαρκτη η ανώτατη εκπαίδευση από το συνολικό μας εκπαιδευτικό σύστημα ούτε από ευρύτερες στρατηγικές σταθμίσεις για την κοινωνία, την οικονομία και τις αναπτυξιακές προοπτικές του τόπου στον δύσκολο 21ο αιώνα των καθημερινά αναιρούμενων «βεβαιοτήτων» και σταθερών και τις ποικίλες διεθνείς προκλήσεις του22. Το ότι η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι αποκομμένη από το τί προηγείται αυτής στην εκπαιδευτική αλυσίδα συνιστά εμπειρική διαπίστωση που την κάνει κάθε πανεπιστημιακός Καθηγητής την πρώτη ημέρα παρουσίας του στο αμφιθέατρο διδασκαλίας.
Κλείνοντας, επισημαίνω ότι προσωπικά - για την όποια αξία τούτη η προσωπική διευκρίνιση έχει - δεν προσέρχομαι με κάποια ιδεολογική αρνητική προτοποθέτηση στο θέμα των μη κρατικών ΑΕΙ. Τοποθετούμαι συνεπώς μόνο για λόγους αρχής επί θεμάτων μείζονος νομικής σημασίας για την προσέγγιση και μεταχείριση του εν γένει ευρωπαϊκού δικαίου, γνωστικού αντικειμένου που προσπαθώ επί δεκαετίες να υπηρετώ. Κατά τα λοιπά, ας στηρίξει, ως οφείλει, η ελληνική Πολιτεία, το ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο των χιλίων προβλημάτων και ας ιδρυθούν όσα ιδιωτικά (μη κρατικά) Πανεπιστήμια το επιθυμούν, αν κομίζουν επιστημονική και κοινωνική προσθετικότητα με εγγυήσεις διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας και σοβαρότητας.
- 1
Αντ. Μεταξάς, «Η Ευρώπη και το Δίκαιό της ως «σημαία ευκαιρίας»;», «Το Βήμα», 22.07.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.tovima.gr/i-eyropi-kai-to-dikaio-tis-os-simaia-eykairias/.
Εκεί ενδεικτικώς επισημαίνω: «Ας είμαστε ειλικρινείς: μείζον τμήμα της ελληνικής πολιτικής τάξης, ενδεχομένως και των πολιτών, προσεγγίζει διαχρονικά τη συμμετοχή της χώρας στο ευρωπαϊκό ενωσιακό εγχείρημα ως ευκαιρία για «ρεσάλτο»: η Ευρώπη είναι «καλή» όταν η επίκληση αυτής και του Δικαίου της διευκολύνει στην υλοποίηση υστερόβουλων πολιτικο-επιχειρηματικών σκοπιμοτήτων και «κακή» όταν εγείρει – κατ’ εμέ μάλιστα ενίοτε υπερβαλλόντως ήπια και διστακτικά – αξιώσεις τήρησης κάποιων στοιχειωδών κανόνων δικαιοκρατικής λειτουργίας στα κράτη-μελη».
- 2
Βλ., αντί άλλων μου γραπτών, τις διεξοδικές αναπτύξεις σε Α. Μεταξά, «Η ποιοτική ιδιαιτερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης», εκδ. Σάκκουλα, 2020.
- 3
Με το άρθρο 25 του νόμου 4786/2021 [«Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των δικαστηρίων και άλλες διατάξεις»- ΦΕΚ 151 Α] προστέθηκε μια νέα παράγραφος [η 8η] στο άρθρο 34 του π.δ. 18/1989 [Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας- ΦΕΚ 8Α] έχουσα ως εξής: «8. Σε υποθέσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ο δικαστικός αυτός σχηματισμός έχει τη δυνατότητα, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να δίνει στη δημοσιότητα, δια του Προέδρου του, μετά το πέρας της διάσκεψης, σύντομη ανακοίνωση για το περιεχόμενο της απόφασης που ελήφθη και την κατά προσέγγιση εκτιμώμενη ημερομηνία δημοσίευσης του κειμένου της».
- 4
Χρ. Ράμμος, «Σκέψεις για τη διάταξη του άρθρου 34 § 8 του π.δ. 18/1989, μια διάταξη αμφίβολης συνταγματικότητας», Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου 2026 (υπό δημοσίευση).
- 5
Ενδεικτικά Α. Μεταξάς, «Μη κρατικά ΑΕΙ και ενωσιακό δίκαιο: Μεταξύ πραγματικότητας και προσχήματος», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.constitutionalism.gr/mi-kratuka-aei-kai-enosiako -dikaio/.
- 6
Βλ. σχετικά Α. Μεταξά, «Η ποιοτική ιδιαι-τερότητα της ενωσιακής έννομης τάξης», ό.π., σ. 55 επ.
- 7
Πάγια νομολογία του ΔΕΕ, βλ., αντί άλλων, απόφαση της 18ης.1.2022, C-261/20, Thelen Technopark Berlin, ECLI:EU:C:2022:33, σκέψη 28, απόφαση της 13ης.12. 2018, C 385/17, Hein, EU:C:2018:1018, σκέψη 51, απόφαση της 15ης.1.2014, C-176/12, Association de médiation sociale, EU:C:2014:2, σκέψη 39, απόφαση της 24ης.1.2012, C-282/10, Dominguez, EU:C:2012:33, σκέψη 25, απόφαση της 15ης.4.2008, C-268/06, Impact, EU:C:2008:223, σκέψη 100. Βλ. και τη σχετική επισήμανση του αειμνήστου Γενικού Εισαγγελέα Υ. Βot, ότι η contra legem ερμηνεία, δηλαδή η ερμηνεία η οποία αντιβαίνει στο ίδιο το σαφές και μονοσήμαντο γράμμα της οικείας εθνικής διάταξης, συνιστά ένα όριο στην υποχρέωση σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας της, «διότι δεν είναι δυνατό να απαιτείται από τον εθνικό δικαστή να επεκτείνει την ερμηνευτική του αρμοδιότητα τόσο ώστε να υποκαθιστά την κανονιστική εξουσία» (στις από 25.11. 2015 προτάσεις του στην υπόθεση C-441/14, DI, σκ. 68).
- 8
Πάγια τοποθέτηση της θεωρίας του ευρωπαϊκού δικαίου και της νομολογίας των ενωσιακών δικαστηρίων. Επί των σχετικών επιβαλλόμενων μεθοδολογικών διαστίξεων βλ. ενδεικτικά Karl Riesenhuber (Hrsg.), Europäische Methodenlehre, Handbuch für Ausbildung und Praxis, 2. Auflage, De Gruyter, 2010, ιδίως σ. 276 επ., Holger Fleischer, Europäische Methodenlehre: Stand und Perspektiven, Rabels Zeitschrift für ausländisches und internationales Privatrecht, Oktober 2011, Bd. 75, σ. 700-729, Thomas M.J. Möllers, Juristische Methodenlehre, 6. Auflage, C.H. BECK, 2025.
- 9
„Soweit das nationale Recht keinen Spielraum für eine primärrechtskonforme Rechtsfindung (Auslegung und Rechtsfortbildung) lässt, muss es unangewendet bleiben.”. Πρβλ. επίσης πάγια νομολογία του ΔΕΕ, απόφαση της 4ης.2.1988, C-57/86, Murphy, EU:C: 1988:62, σκέψη 11, απόφαση της 28ης.9.1994, C-200/91, Colorell Pension Trustees, EU:C:1994:348, σκέψη 29, απόφαση της 5ης.10.1994, C-165/91, Van Munster, EU: C:1994:359, σκέψη 34, απόφαση της 26ης.9.2000, C-262/97, Engelbrecht, EU:C:2000:492, σκέψεις 39 επ., απόφαση της 18ης.3.2004, C-8/02, Leichtle, EU:C:2004:161, σκέψη 58.
- 10
. Βλ. όμως Β. Βενιζέλο, «Τι κομίζει η απόφαση 1918/2025 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τα μη κρατικά πανεπιστήμια;», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.epoliteia.gr/prodimosiefseis-epikaira-themata/2025/12/16/apofash-1918-2025-olomeleias-ste-gia-mh-kratika-panepisthmia/#_ftn11, ο οποίος επισημαίνει: «Λέει λοιπόν το επιχείρημα, ότι ακόμα και αν δεχθούμε ότι υπαγόμαστε στο πεδίο της ενωσιακής έννομης τάξης, δεν μπορεί να εφαρμόσουμε το σχήμα της σύμφωνης με το Ενωσιακό Δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος εάν προσκρούουμε στο γράμμα του Συντάγματος, διότι η σύμφωνη με το Ενωσιακό Δίκαιο ερμηνεία δεν μπορεί να οδηγείται contra legem και πολύ περισσότερο contra constitutionem. Άρα, κατά τον ισχυρισμό αυτόν, εάν ο εθνικός νόμος ή πολύ περισσότερο το εθνικό Σύνταγμα έτυχε να είναι διατυπωμένο με απόλυτο τρόπο, π.χ. χωρίς επιφύλαξη υπέρ του νόμου, και η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία συναντά ένα γραμματικό όριο, υπερισχύει το εθνικό Δίκαιο».
Σε ό,τι τουλάχιστον με αφορά, ουδείς «ισχυρισμός μου» εισηγείται αυτόν τον αυτοματισμό: δεν ομιλώ για «υπερίσχυση του εθνικού δικαίου» όταν η «σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία οδηγείται contra legem ή contra constitutionem». Λέγω, αντιθέτως, ότι όταν έχουμε όντως σύγκρουση κανόνων δικαίου, γεγονός που βέβαια προϋποθέτει την πειστική στοιχειοθέτηση της συντρέχουσας εφαρμογής ad hoc αλληλοαποκλειόμενων κανονιστικών επιταγών, εφαρμόζεται ο ενωσιακός αντί του εθνικού. Τούτο σημαίνει ότι έχουμε εκφύγει και δεν κινούμεθα πλέον στο πεδίο της νομικής ερμηνείας αλλά στο πεδίο της επιλογής του κατισχύοντος κανόνα δικαίου: το «απαγορεύεται» δεν δύναται να «ερμηνευθεί» ως «επιτρέπεται».
- 11
Το άρθρο 86 του Συντάγματος ρυθμίζει κατά τρόπο προνομιακό, κατά παρέκκλιση των γενικώς ισχυόντων για κάθε έτερο πολίτη, την ποινική ευθύνη των υπουργών. Η προνομιακότητα συνίσταται, πρώτον, στο γεγονός, ότι την απόφαση για το αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη κατά μέλους της Κυβέρνησης ή υφυπουργού για αδίκημα που τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν την λαμβάνει εισαγγελέας, αλλά αποκλειστικά η Βουλή. Και, δεύτερον, εάν ασκηθεί τελικώς δίωξη, το αδίκημα δεν εκδικάζεται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, αλλά από ειδικό δικαστήριο που συγκροτείται από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς. Βλ. σχετικά τις διαφωτιστικές αναπτύξεις στο κείμενο των Α. Καϊδατζή και Ασπ. Θεοχάρη, Αντισυνταγματικότητα του κανόνα της εφάπαξ υποβολής πρότασης για άσκηση δίωξης κατά υπουργού, 19.07.2024, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://no marchia.gr/αντισυνταγματικότητα-του-κανόνα-της/.
- 12
Βλ. European Public Prosecutor’s Office (EPPO), Alleged misuse of EU agricultural funds: EPPO submits information to Hellenic Parliament, 19.06.2025 ως παρατίθεται στην ιστοσελίδα https://www.eppo.europa. eu/. Βλ. σχετικά και Χ. Παπαστυλιανό, Δύναται δυνάμει της θεωρίας του επαυξημένου Συντάγματος να εφαρμοστεί στο άρθρο 86 Σ ώστε να παρακαμφθεί η διαδικαστική προϋπόθεση της άδειας της Βουλής για τον ποινικό έλεγχο πολιτικών σε υποθέσεις που αφορούν συμφέροντα ή κονδύλια της ΕΕ, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.syntagma watch. gr/ask-a-question/mporei-na-parakamfthei-h-diadikastikh-proypothesh-ths-adeias-ths-voulhs-gia-ton-poiniko-elegxo-politkwvn/#_ftn4, Θ. Σοφό, Η κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έναντι των εθνικών αρχών σε περιπτώσεις παραβίασης των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και η σύγκρουση με το άρθρο 86 του ελληνικού Συντάγματος και την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, 28.08.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/h-kata-proteraiothta-armodiothta-ths-evrwpaikhs -eisaggelias-enanti-twn-ethnikwn-arxwn/. Όλως ενδιαφέρουσες και επίκαιρες για τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι οι αναπτύξεις του Jacob Öberg, The European Public Prosecutor’s Office - Supranationalism, Sovereignty and Legitimacy, European Law Review, Issue 6, 2025.
- 13
Η γενική μου νομική προσέγγιση επί του θέματος είναι συνοπτικά η εξής: Εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις οιασδήποτε τυπικής ισχύος, ήτοι και οι συνταγματικές, δεν δύναται κατ’ αρχήν να δρουν ως «πολιορκητικός κριός» για την πλήρη αναίρεση της κανονιστικής εμβέλειας των ενωσιακών διατάξεων για τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο νομικό absurdum, κάθε κράτος-μέλος, το οποίο δεν διαθέτει θεσμικές ανασχέσεις, να δύναται να θεσπίσει ή διατηρεί σε ισχύ κανονιστικές διατάξεις που θα συγκροτούσαν ένα πλαίσιο de facto ασυλίας για το εγχώριό του πολιτικό προσωπικό έναντι των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
- 14
Σπύρος Βλαχόπουλος, «Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την ΟλΣτΕ 1918/2025», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.constitutionalism.gr/ oi-lexeis-kai-to-sintagma-skepseis-gia-tin-ermineia-tou-syntagmatos-me-aformi-tin-olom-ste-1918-2025/.
- 15
Αντώνης Γ. Καραμπατζός, «Οι λέξεις του Συντάγματος και η βαρύτητά τους», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα www.constitutionalism.gr/ oi-lexeis-tou-syntagmatos-kai-i-varytita-tous/.
- 16
Από την μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης του ΣτΕ σχετική αρθρογραφία βλ. ενδεικτικά Γ. Τασόπουλο, «Το ζωντανό Σύνταγμα και το άρθρο 16 Σ. – Σχόλιο στις ΟλΣτΕ 1919, 1920/2025», 28.11.2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www. syntagmawatch.gr/trending-issues/to-zwntano-synta gma-kai-to-arthro-16/, Γ. Δρόσο, «Ο ν. 5094/2024 για τα “Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης” και η απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 1918/2025 (βλ. παρακάτω σ. 1731) υπό το φως του Συντάγματος και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https:// www.syntagmawatch.gr/trending-issues/o-n-5094-2024-gia-ta-nomika-proswpa-panepisthmiakhs-ekpaideushs/, Λ. Παπαδοπούλου, «Το ΣτΕ λέει “ναι” στα ιδιωτικά πανεπιστήμια», To Βήμα, 23.11.2025, Γ. Σωτηρέλη, «Ιδιωτικά και κερδοσκοπικά (μη) Πανεπιστήμια. Οι θλιβερές επιπτώσεις μιας διάτρητης δικαστικής απόφασης», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.constitutio nalism.gr/idiotika-kai-kerdoskopika-mi-panepistimia-oi-thliveres-epiptoseis-mias-diatritis-dikastikis-apofasis/, 13.09.2025, Κ. Γιαννακόπουλο, «Η ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος», 28.11. 2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://nomarchia. gr/η-ερμηνευτική-αποκένωση-του-συντάγμα/, Χ. Ράμμο, “Συμβούλιο της Επικρατείας: όταν το «απαγορεύεται» γίνεται «επιτρέπεται»”, 19.12. 2025, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https:// nomarchia.gr/, 19.12.2025, Α. Μεταξά, «Ο κίνδυνος της ευκαιριακής "μεθοδολογίας"», Το Βήμα, 25.11.2025.
- 17
Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για μια διεξοδική κριτική αποτίμηση της σημαντικής θεωρητικής επεξεργασίας του Β. Βενιζέλου για το «επαυξημένο Σύνταγμα». Θα ήταν, πιστεύω, τούτο αναντίστοιχο της εμβέλειας της θεματικής. Ας πω απλώς ότι στη δική μου ακαδημαϊκή κουλτούρα, «σημαντική» είναι μια θεωρητική σύλληψη ακόμη κι αν προσωπικά διατηρώ επιφυλάξεις για πτυχές της αλλά και για τη συγκρότηση ενός μη ευκαταφρόνητου κινδύνου εργαλειακής, επιλεκτικής της χρήσης από το πολιτικό σύστημα και τη δικαιοδοτική κρίση. Οι σκέψεις του Καθηγητή Β. Βενιζέλου εν προκειμένω αναμετρώνται με ένα όντως μείζον, επίκαιρο ζήτημα: τη διερεύνηση τρόπων τοποθέτησης του συνταγματικού φαινομένου σε μια εποχή πολλαπλών εστιών σχετικοποίησής του, ζήτημα ορθώς συνδεόμενο με την εκ των πραγμάτων προϊούσα άμβλυνση της κρατικής κυριαρχίας. Ό,τι ανοίγει μια επιστημονική συζήτηση διατυπώνοντας προτάσεις διαχείρισης ενός υπαρκτού μείζονος θέματος είναι στην αντίληψή μου κατ’ αρχήν επικροτητέο, καθότι θέτει ένα πλαίσιο για την άρθρωση κριτικής, διαφωνιών ή συμφωνιών, ενισχύοντας τη νοητική διέγερση. Έτσι παρέχονται δυνατότητες κριτικής εκ νέου αποτίμησης και των προσωπικών μας προσεγγίσεων.
- 18
Πρβλ. expressis verbis λίαν προσφάτως ΣτΕ (Γ΄ Τμήμα) 1781/2024 με παραπομπή στην πάγια νομολογία του ΣτΕ 922/2023 επταμ., 547/2008 επταμ. Βλ. επίσης, αντί άλλων, και ΣτΕ 1789/2023, 1318/2009, 211/ 2006.
- 19
Για τη μείζονα σημασία του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής για τη συνοχή της ενωσιακής έννομης τάξης αλλά και για τη συγκρότηση σύννομου πλαισίου εννόμου προστασίας των ιδιωτών (individualschützende Komponente des Vorabentscheidungsverfahrens) βλ. Α. Μεταξά, «Αστική ευθύνη του Δημοσίου για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια: Εκφάνσεις μιας (ακόμη) όψης της «ευρωπαϊκοποίησης» του εθνικού διοικητικού δικαίου», Ευρωπαίων Πολιτεία, Τεύχος 2, Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα (2007) και ιδίως τη σ. 72 ως προς τη θεμελίωση αστικής ευθύνης του κράτους μέλους ένεκα παράλειψης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 267 § 3 ΣΛΕΕ από εθνικό Δικαστήριο, του οποίου η απόφαση δεν υπόκειται στην άσκηση ενδίκων μέσων. Για τη σημασία της υποχρέωσης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ και υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ βλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, «Δικαστήριο του Στρασβούργου και προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΕΔΔΑ της 13.2.2020, Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας και της 14.3. 2023, Γεωργίου κατά Ελλάδας)», 01.07.2023, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www. prevedourou.gr/δικαστήριο-του-στρασβούργου-και-προδ/. Βλ. λίαν προσφάτως και ΕΔΔΑ, απόφαση της 16.12. 2025, Gondert v. Germany, 34701/21.
- 20
Βλ. Ξ. Κοντιάδη, «Αντισυνταγματική η λειτουργία ιδιωτικών Πανεπιστημίων», 12.02.2024 διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www. constitutionalism.gr/antisintagmatiki-i-leitourgia-idio tikon-panepistimion/, Α. Καϊδαντζή, «Ψευδοερμηνευτική κατάργηση του άρθρου 16», 10.02.2024, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.constitutio nalism.gr/psevdoermineftiki-katargisi-tou-arthrou-16/. Βλ. όμως και Α. Μανιτάκη, «Αναχρονιστική και αντίθετη στην ακαδημαϊκή ελευθερία», 27.01.2024, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.constitu tionalism.gr/anaxronistiki-kai-antitheti-stin-akadimai ki-eleftheria/, ο οποίος διατυπώνει μια θέση ερμηνευτικού σχετικισμού με μη ορατές (ενδεχομένως προβληματικές στη γενικότητά τους) επιπτώσεις στην κανονιστικότητα του συνταγματικού κειμένου, ειδικώς όταν γίνεται λόγος για «επινόηση νοημάτων»: «Γενικότερα, δεν υπάρχει φράση γραπτή ή προφορική που δεν υπόκειται σε ερμηνεία, που να μην είναι έμπλεη νοημάτων, τα οποία ο αναγνώστης και ερμηνευτής οφείλει να ανακαλύψει ή να επινοήσει. Πόσω μάλλον το Σύνταγμα».
- 21
Για την προϊστορία της αναθεωρητικής συζήτησης για το άρθρο 16 Σ πρβλ. Χ. Τσιλιώτη, «Ένα επικίνδυνο εγχείρημα: Η παράκαμψη του άρθρου 16 Σ με διακρατικές συμφωνίες», 12.07.2023, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/ena-epikindyno-egxeirhma/.
- 22
Όπως ορθά επισήμαινε ο Β. Βενιζέλος κατά την αγόρευσή του το έτος 2007 στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί του άρθρου 16 του Συντάγματος (διαθέσιμο ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα https://www.evenizelos.gr/parliament/constitutionalreview2008/212-x-16-.html): «Το πρόβλημα της εκπαίδευσης είναι αναπτυξιακό, κοινωνικό, πολιτικό, χρηματοδοτικό, όχι συνταγματικό».