Γ. Τσακνή, Κ. Βασιλείου & Α. Γούλα: Η αρχή της νομιμότητας στο πλαίσιο της εκπαίδευσης

73
2025
06

 

Η αρχή της νομιμότητας στο πλαίσιο της εκπαίδευσης

 

Γεωργίας Τσάκνη                              Κωνσταντίνας Βασιλείου                     Ασπασίας Γούλα

       Επίκουρης                                               Πτυχιούχου                                    Καθηγήτριας

Καθηγήτριας ΠΑΔΑ                         Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, MSc                         ΠΑΔΑ

 

 

Α. Ι. Εισαγωγή

 

Ο δημόσιος τομέας της χώρας πλήττεται συχνά από φαινόμενα κακοδιοίκησης και διαφθοράς, τα οποία απαξιώνουν τον κρατικό μηχανισμό και αυξάνουν το έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος1.

Η σχολική μονάδα ως εκπαιδευτικός οργανισμός, ως οργανωμένη και διαρκής δημόσια υπηρεσία, η οποία επιδιώκει την εκπλήρωση εκπαιδευτικών σκοπών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας διοίκησης, ενώ έχει τα χαρακτηριστικά δημόσιας υπηρεσίας και αποτελεί μερικότερη υποδιαίρεση της πυραμιδοειδούς μορφής της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης. Εάν, μάλιστα, η αρχή διέθετε δική της νομική προσωπικότητα, θα αποτελούσε κλασικό παράδειγμα δημοσίου ιδρύματος2, ενώ οργανωτικά και λειτουργικά εντάσσεται στη δημόσια διοίκηση και «αναπνέει» εντός του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος ως ζωντανός οργανισμός. Οι σχολικοί εκπαιδευτικοί οργανισμοί, όπως και οι υπόλοιποι δημόσιοι οργανισμοί, πλήττονται ως προς τη λειτουργία τους και την αξιοπιστία τους, όταν διαπιστώνονται φαινόμενα παρέκκλισης από την τήρηση της αρχής της νομιμότητας.

Δεδομένου ότι τα ανωτέρω ζητήματα, τα οποία αναδύονται στους κόλπους της αρχής, χρήζουν πολυπρισματικής θεώρησης, πέραν των ορίων της παιδαγωγικής επιστήμης, είναι αναγκαία και η αξιοποίηση εργαλείων της επιστήμης του δικαίου και δη του διοικητικού δικαίου, ώστε να παρουσιάζει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον να μελετηθούν ιδιαίτερα τα κάτωθι: α) η μελέτη του τρόπου με τον οποίο επιδρά η αρχή της νομιμότητας στη λειτουργία της σχολικής μονάδας, β) το θεσμικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις  καταστρατήγησής της αρχής αυτής (πειθαρχικό δίκαιο - πειθαρχική διαδικασία) μέσα από την παράθεση αυτού και, τέλος, γ) διαπιστώσεις και προτάσεις ως προς την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της. 

 

ΙΙ. Η σημασία και το περιεχόμενο της αρχής της νομιμότητας

 

Όπως επισημαίνεται στη βιβλιογραφία, όλες οι γενικές αρχές εμπλουτίζουν τη διοικητική νομιμότητα και έχουν άμεσο ή έμμεσο έρεισμα στο Σύνταγμα, υλοποιούν δηλαδή τις συνταγματικές διατάξεις περί κράτους δικαίου, έχουν το αυξημένο τυπικό κύρος των διατάξεων του Συντάγματος και κατισχύουν κάθε άλλης διάταξης νόμου. Στις αρχές αυτές που έχουν αναγνωριστεί από το ΣτΕ συγκαταλέγεται και η αρχή της νομιμότητας3.

Η προσπάθεια ελέγχου της κρατικής εξουσίας, ώστε να εξυπηρετεί αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον, αποτελεί διαχρονικό ζήτημα, το οποίο έχει απασχολήσει μεταξύ άλλων επιστημονικών κλάδων και τους πολιτικούς φιλοσόφους. Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της νομιμότητας (principe de legalite) αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς συνιστά αδιαμφισβήτητα την ασφαλιστική δικλείδα έναντι των αυθαιρεσιών της διοίκησης και βασικό χαρακτηριστικό κάθε σύγχρονου ευνομούμενου κράτους.

 Η εν λόγω αρχή συνιστά απόρροια του κράτους δικαίου, καθώς μέσω των κανόνων δικαίου επιδιώκεται ο καθορισμός, αλλά και ο περιορισμός της δράσης των κρατικών οργάνων4. Η διοίκηση, κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, μπορεί να προβεί μόνο στις ενέργειες που προβλέπονται από τους ανωτέρω κανόνες δίκαιου. 

Η αρχή της νομιμότητας διασφαλίζει την προβλεψιμότητα της διοικητικής δραστηριότητας παρέχοντας στους διοικουμένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν εκ των προτέρων τις αρμόδιες να αποφανθούν για συγκεκριμένο ζήτημα αρχές, τις διαδικασίες  τις οποίες αυτές οφείλουν να τηρήσουν, τα κριτήρια των επιλογών τους και τις διάφορες δυνατότητες κρίσης, υπό την έννοια της εξουσίας απόφανσης που διαθέτουν. Οι διοικούμενοι γνωρίζουν, επομένως, όχι μόνο τις υποχρεώσεις τους, αλλά και τα δικαιώματά τους έναντι των διοικητικών αρχών, πτυχή η οποία προσδίδει και φιλελεύθερη χροιά στην υπό εξέταση αρχή5.

Οι κανόνες δικαίου, οι οποίοι  απαρτίζουν το «πλέγμα της νομιμότητας», προέρχονται από τις πηγές του θετικού δικαίου και συγκεκριμένα από το Σύνταγμα, το Διεθνές Δίκαιο, το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους τυπικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις και τις γενικές αρχές του δικαίου. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικός ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό της αρχής ο διαχωρισμός μεταξύ των κανόνων, οι οποίοι θεσπίζουν τα διοικητικά όργανα της ελληνικής έννομης τάξης (ενδοκρατικές πηγές) και των διακρατικών κανόνων που θεσπίζουν τα διοικητικά όργανα εκτός ελληνικής έννομης τάξης (υπερεθνικά όργανα). Σταδιακά, το περιεχόμενο του όρου νομιμότητα διευρύνθηκε ενόψει των ενωσιακών και διεθνών υποχρεώσεων με τις οποίες δεσμεύτηκε η χώρα μας, προσδίδοντάς τους, μάλιστα, υψηλή θέση στην πυραμίδα των πηγών δικαίου. Στην πρώτη κατηγορία, επομένως, των ενδοκρατικών πηγών εν­τάσσονται οι γραπτοί κανόνες, οι οποίοι έχουν διατυπωθεί στο Σύνταγμα, σε τυπικό νόμο και στις κανονιστικές πράξεις που εκδίδει η Διοίκηση, καθώς και οι άγραφοι κανόνες υπό τη μορφή γενικών αρχών του δικαίου ή, σπανιότερα, του διοικητικού εθίμου. Η νομολογία, αντίθετα, παρά την καθοριστική συμβολή της στη διαμόρφωση του διοικητικού δικαίου, δεν αποτελεί, κατά νομική ακριβολογία, πηγή του δικαίου, ενώ στις διακρατικές πηγές συμπεριλαμβάνονται οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, οι διεθνείς συμβάσεις, το πρωτογενές και δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο6.

Η Διοίκηση οφείλει  να εφαρμόζει τη νομιμότητα στη διοικητική της δράση τόσο α) υπό αρνητική έννοια, καθώς η νομιμότητα σήμαινε αρχικά ότι η διοίκηση δεν είναι ελεύθερη από τους κανόνες δικαίου, αλλά το δίκαιο ορίζει όρια και φραγμούς στη διοικητική δραστηριότητα όσο και β) υπό θετική έννοια, ότι η Διοίκηση μπορεί να πράξει μόνον ό,τι προβλέπεται σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τον απλό πολίτη, ο οποίος μπορεί να πράξει ό,τι θέλει υπό τον όρο να μην απαγορεύεται7

 

ΙΙΙ. Η εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας στο χώρο της εκπαίδευσης

 

Στο έργο που εκδόθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο το 2008 με τίτλο «Δημόσια Διοίκηση και στελέχη Εκπαίδευσης» αναφέρεται ότι: «ο εκπαιδευτικός είναι δημόσιος υπάλληλος και η νομική του υπόσταση διέπεται από συνταγματικές, νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις. Έτσι οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του με επιμέλεια και ευσυνειδησία και να αποφεύγει κάθε πράξη και παράλειψη η οποία θα προκαλούσε εξ αιτίας του βλάβη στην ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας». 

Στην υπ’ αριθ. πρωτ. Δ2/13366/23-12-1998 εγκύκλιο, την οποία εξέδωσε το ΥΠ.Ε.Π.Θ. και απέστειλε σε όλες τις περιφερειακές υπηρεσίες του, τονίζεται ότι «η δράση της Δημόσιας Διοίκησης διέπεται σε όλη της την έκταση από την αρχή της νομιμότητας και ασκείται για την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος. Η αρχή αυτή συνεπάγεται την υπαγωγή της Δημόσιας Διοίκησης στο σύνολο των κανόνων Δικαίου, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση, τη λειτουργία και γενικά τη δράση της, από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται. Η δράση αυτή πραγματοποιείται με νομικές πράξεις και υλικές ενέργειες, οι οποίες ρυθμίζονται ως προς τις προϋποθέσεις διενέργειάς τους, το περιεχόμενό τους και τις συνέπειές τους, από τους κανόνες του διοικητικού ή του ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα με ποιο από τα δίκαια αυτά διέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τη δράση τους».

Το βασικό διοικητικό όργανο, το οποίο εκδίδει διοικητικές πράξεις και έχει αποφασιστική αρμοδιότητα σε επίπεδο σχολικής μονάδας είναι ο Διευθυντής, οι εξουσίες μάλιστα του οποίου έχουν ενισχυθεί σημαντικά με τη νομοθετική ρύθμιση που εισήγαγε ο ν. 4823/2021 με τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιλογή υποδιευθυντή/ών  της σχολικής μονάδας, η οποία γίνεται, πλέον, μετά από σχετική πρόταση του Διευθυντή στο αρμόδιο τοπικό συμβούλιο επιλογής στελεχών και όχι μετά από πρόταση του Συλλόγου Διδασκόντων, οι αρμοδιότητες του οποίου έχουν περιοριστεί σημαντικά σε σχέση με τα προβλεπόμενα στο ν. 1566/1985.

 

IV. Συνέπειες της παρέκκλισης από την αρχή της νομιμότητας

 

Παρά την ανάγκη εφαρμογής της νομιμότητας ως παράγοντα διασφάλισης της ομαλότητας της λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος και δη της σχολικής μονάδας, διαπιστώνεται από τη μελέτη της σχετικής νομολογίας ότι και στο χώρο της εκπαίδευσης δεν ελλείπουν τα φαινόμενα παρέκκλισης από τη νομιμότητα. Από πλήθος δικαστικών αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων διαπιστώνονται παραβάσεις της νομιμότητας από  εκπαιδευτικούς, αλλά και από τα όργανα που είναι επιφορτισμένα με την άσκηση της διοίκησης της εκπαίδευσης. Συχνά, μάλιστα, είναι τα φαινόμενα τέλεσης  πειθαρχικών παραπτωμάτων από εκπαιδευτικούς και στελέχη της εκπαίδευσης, τα οποία συνιστούν και ποινικά αδικήματα με αποτέλεσμα να επιλαμβάνονται των σχετικών υποθέσεων και τα ποινικά δικαστήρια.

Οι συνέπειες από την παράβαση της νομιμότητας είναι πολύπλευρες και αφορούν τόσο τους διοικούμενους όσο και την ίδια την έννομη τάξη. Στο πεδίο της Διοίκησης της Εκπαίδευσης και, συγκεκριμένα, στο επίπεδο της σχολικής μονάδας οι συνέπειες είναι εξίσου σημαντικές. Η έκδοση παράνομων διοικητικών πράξεων, παραλείψεων και υλικών ενεργειών από τα διοικητικά όργανα της Εκπαίδευσης και, ειδικότερα, της σχολικής μονάδας επιδρούν αρνητικά στο σχολικό κλίμα, διαταράσσουν τη λειτουργία της σχολικής μονάδας, διασαλεύουν την έννομη τάξη και θίγουν ενίοτε τα έννομα συμφέροντα των εμπλεκομένων στη συγκεκριμένη διοικητική ενέργεια. Στις περιπτώσεις, μάλιστα, που η παρέκκλιση από τη νομιμότητα είναι συστηματική και σκόπιμη και οφείλεται σε διαφθορά των οργάνων, τα οποία ασκούν τη διοίκηση  της σχολικής μονάδας, οι συνέπειες είναι ακόμη σοβαρότερες. Όπως διαπιστώνει ο Τραυλός, η διαφθορά στην εκπαίδευση μπορεί να έχει καταστροφικές επιπτώσεις ακόμη και στην ευημερία μιας χώρας. Ίσως το υψηλότερο κόστος της διαφθοράς στην εκπαίδευση είναι η απώλεια εμπιστοσύνης. Άνθρωποι οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί στο να κάνουν ένα λειτούργημα, όπως αυτό της εκπαίδευσης, παραβιάζουν κάθε κώδικα προσωπικής και επαγγελματικής ηθικής και φτάνουν στην αντίπερα όχθη. Η εξέταση κάποιων τέτοιων περιπτώσεων αναδεικνύει διαφορετικούς παράγοντες ως κίνητρα παραβίασης της επαγγελματικής ηθικής8. Με βάση το Global Corruption Report του 2013, η Ελλάδα κατέχει τη δεινή 5η θέση κάτω από χώρες εκτός Ε.Ε. όπως το Νεπάλ και το Βιετνάμ, βάσει της οποίας το 45% των Ελλήνων πολιτών που ερωτήθηκαν θεωρεί το εκπαιδευτικό τους σύστημα από διεφθαρμένο έως πολύ διεφθαρμένο9.

Ο έλεγχος  των παραβάσεων της νομιμότητας από τη Διοίκηση συντελείται σε πολλά επίπεδα: τόσο σε (α) διοικητικό επίπεδο, (i) όταν τα διοικητικά όργανα εκδίδουν πράξεις, για να αποκαταστήσουν τη νομιμότητα, η οποία διαταράχθηκε με τη μη νόμιμη δράση της Διοίκησης και (ii) όταν τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα ασκούν πειθαρχικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη πειθαρχικών ευθυνών των εκπαιδευτικών – διοικητικών οργάνων που παραβίασαν τη νομιμότητα όσο (β) και σε δικαστικό επίπεδο, είτε με αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων κατόπιν προσφυγών ή αιτήσεων ακύρωσης που ασκούνται σε αυτά, είτε με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, όταν οι εκπαιδευτικοί υποπίπτουν σε πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία συνιστούν ταυτόχρονα και ποινικά αδικήματα. Επιπρόσθετα, η παράβαση της νομιμότητας ελέγχεται και (γ) μέσω της Βουλής (κοινοβουλευτικός έλεγχος),  αλλά και (δ) μέσω της δράσης  ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, όπως η Ανεξάρτητη Αρχή Διαφάνειας  και ο Συνήγορος του Πολίτη. Όταν, λοιπόν, η δράση των διοικητικών οργάνων δε συνάδει με τη νομιμότητα και η παρέκκλιση αυτή γίνει αντιληπτή είτε από την ίδια τη Διοίκηση αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν προσφυγής του διοικούμενου, τα δικαιώματα του οποίου θίγονται από την εν λόγω δράση στο πλαίσιο του διοικητικού ελέγχου, η διοικητική πράξη μπορεί να ακυρωθεί, να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί το περιεχόμενό της, ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα.

Μία επιπλέον δυσμενής συνέπεια της παράνομης δράσης της δημόσιας διοίκησης είναι η ενδεχόμενη ύπαρξη αστικής ευθύνης του Δημοσίου που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 105 -106 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να  επανορθωθεί η προκληθείσα ζημία του ιδιώτη και να αποκατασταθεί η αρχή της νομιμότητας.

Σε περίπτωση που η νομιμότητα δεν αποκατασταθεί μέσω του διοικητικού ελέγχου της νομιμότητας, η ακύρωση ή τροποποίηση των παράνομων διοικητικών πράξεων – παραλείψεων μπορεί να επιτευχθεί και μέσω της προσφυγής στη Διοικητική Δικαιοσύνη, που με τις αποφάσεις της μπορεί να αποκαταστήσει την πληγείσα νομιμότητα και να ικανοποιήσει τα τυχόν θιγέντα έννομα συμφέροντα του διοικούμενου μετά την ατελέσφορη άσκηση, βέβαια, των ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον της Διοίκησης.

Η παρέκκλιση από τη νομιμότητα  έχει και πειθαρχικές συνέπειες για τον υπάλληλο -εκπαιδευτικό, που έδρασε κατά παράβαση των διατάξεων του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα και των λοιπών σχετικών διατάξεων. Ακόμη και η ανάκληση της παράνομης διοικητικής πράξης δεν αίρει την πειθαρχική ευθύνη του εκδόντος αυτήν οργάνου, διότι λόγω της ιδιότητάς του ως δημοσίου υπαλλήλου και εκπαιδευτικού οφείλει να τηρεί τους νόμους και να δρα πάντα στο πλαίσιο της νομιμότητας με τη δέουσα υπευθυνότητα και επιμέλεια. Επισημαίνεται ότι «η πειθαρχική ποινή, ως κακό που επιβάλλεται στον παραβάτη, στοχεύει στην αποκατάσταση της τάξης και στην αποτροπή τόσο του παραβάτη όσο και των υπολοίπων μελών της κοινότητας από μελλοντικές προσβολές της τάξης και της πειθαρχίας … Η πειθαρχική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων είναι διοικητική και οι κανόνες του πειθαρχικού δικαίου που τη ρυθμίζουν ανήκουν στο διοικητικό δίκαιο και αποβλέπουν στη διασφάλιση της εσωτερικής έννομης τάξης της δημόσιας διοίκησης, στην τήρηση της αρχής της νομιμότητας από τους δημοσίους υπαλλήλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και στη διασφάλιση του κύρους της υπαλληλικής ιδιότητας»10

Πέραν των πειθαρχικών ευθυνών, οι οποίες ανακύπτουν για τον υπάλληλο - εκπαιδευτικό, οι συνέπειες εκτείνονται συχνά και στο χώρο του ποινικού δικαίου, καθώς η ίδια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου μπορεί να γεννά συγχρόνως πειθαρχική και ποινική ευθύνη. Στην περίπτωση της ύπαρξης ποινικών ευθυνών επιλαμβάνονται τα ποινικά Δικαστήρια, λόγω ακριβώς της ηθικής απαξίας που αφορά τόσο τον ίδιο τον εκπαιδευτικό όσο και τη δημόσια διοίκηση σε τέτοιο σημείο ώστε να διακυβεύεται τελικά το δημόσιο συμφέρον και, γενικότερα, το κράτος δικαίου.

Από τα ανωτέρω διαπιστώνεται ότι  οι συνέπειες από την παράβαση της νομιμότητας είναι πολύπλευρες και αφορούν τόσο τους διοικούμενους όσο και την ίδια την έννομη τάξη. Στο πεδίο της Διοίκησης της Εκπαίδευσης και, συγκεκριμένα, στο επίπεδο της σχολικής μονάδας οι συνέπειες είναι εξίσου σημαντικές. Η έκδοση παράνομων διοικητικών πράξεων, παραλείψεων και υλικών ενεργειών από τα διοικητικά όργανα της Εκπαίδευσης και, ειδικότερα, της σχολικής μονάδας επιδρούν αρνητικά στο σχολικό κλίμα, διαταράσσουν τη λειτουργία της σχολικής μονάδας, διασαλεύουν την έννομη τάξη και θίγουν ενίοτε τα έννομα συμφέροντα των εμπλεκομένων στη συγκεκριμένη διοικητική ενέργεια.

 

V. Πειθαρχικό δίκαιο - Πειθαρχική διαδικασία

 

1. Γενικές αρχές 

 

Όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των συνεπειών που προκαλεί η παράβαση της νομιμότητας στη λειτουργία της Εκπαίδευσης και της σχολικής μονάδας, ειδικότερα, συμπεριλαμβάνονται οι κυρώσεις που προβλέπει το πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, στο οποίο υπάγονται και οι εκπαιδευτικοί, καθώς η συμπεριφορά του υπαλλήλου που εκδίδει διοικητική πράξη και, γενικότερα, δρα κατά παράβαση της νομιμότητας είναι πειθαρχικά ελέγξιμη. Ενδεικτικά, αναφέρονται ορισμένοι τρόποι με τους οποίους το πειθαρχικό δίκαιο επηρεάζει τους δημοσίους υπαλλήλους συμπεριλαμβανομένων και των εκπαιδευτικών11.

 

(α) Τήρηση του ηθικού κώδικα: Το πειθαρχικό δίκαιο θεσπίζει έναν ηθικό κώδικα συμπεριφοράς για τους δημόσιους υπαλλήλους. Οι υπάλληλοι πρέπει να τηρούν αυτόν τον κώδικα, προκειμένου να διατηρούν την επαγγελματική τους θέση και να εξασφαλίζουν την εμπιστοσύνη του κοινού. 

(β) Εξασφάλιση της δημόσιας εξυπηρέτησης: Το πειθαρχικό δίκαιο βοηθά στη διασφάλιση ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι εκτελούν τα καθήκοντά τους με ειλικρίνεια και δίκαιο τρόπο, με γνώμονα το συμφέρον του κοινού. 

(γ) Πρόληψη ατασθαλιών: Το πειθαρχικό δίκαιο διαδραματίζει ρόλο στην πρόληψη ατασθαλιών και αποκλίσεων από τη συμπεριφορά που αναμένεται από τους δημόσιους υπαλλήλους. Η δυνατότητα κυρώσεων και διαδικασιών πειθαρχικής διακυβέρνησης μπορεί να αποτρέψει την ατιμωρησία. 

(δ) Ενίσχυση της επαγγελματικής επάρκειας: Το πειθαρχικό δίκαιο ενισχύει την επαγγελματική επάρκεια, καθώς προωθεί τη συμμόρφωση με τους κανόνες και την συνεχή εκπαίδευση των δημόσιων υπαλλήλων. 

(ε) Προστασία των δικαιωμάτων των υπαλλήλων: Το πειθαρχικό δίκαιο προσφέρει διαδικασίες για την προστασία των δικαιωμάτων των υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι έχουν το δικαίωμα να υπερασπίζονται τον εαυτό τους και να προστατεύονται από αδικαιολόγητες κατηγορίες. 

(στ) Διαφάνεια και ευθύνη: Το πειθαρχικό δίκαιο συμβάλλει στη διαφάνεια και την ευθύνη των δημόσιων υπαλλήλων. Η ύπαρξη διαδικασιών πειθαρχικής διακυβέρνησης καθιστά δυνατή την αξιολόγηση της συμπεριφοράς και την ανάληψη δράσης σε περίπτωση παραβάσεων. 

 

2. Κανονιστικό πλαίσιο

 

2.1. Το βασικό νομικό πλαίσιο που καθορίζει τις διαδικασίες διερεύνησης της τέλεσης πειθαρχικών παραπτωμάτων, της άσκησης πειθαρχικής δίωξης, της λήψης πειθαρχικής απόφασης και επιβολής πειθαρχικών ποινών προβλεπόταν μέχρι το 2012 στον Υπαλληλικό Κώδικα (άρθρα 103 επ. του ν. 3528/2007). Ειδικότερες ρυθμίσεις για τους εκπαιδευτικούς προβλέπονταν στο π.δ. 47/2006 με θέμα «όργανα και διαδικασία πειθαρχικής δίωξης εκπαιδευτικού προσωπικού πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», ενώ ορισμένες ρυθμίσεις βρίσκονταν διάσπαρτες σε άλλα νομοθετήματα, όπως ο ν. 1566/ 1985, ο ν. 3839/2010 και η Υ.Α. 353/1/324/ 105657/Δ1/ 16-10-2002.

2.2. To 2012 με την ψήφιση του ν. 4057 συνδυαστικά με το ν. 4093/2012 τροποποιήθηκε ριζικά το πλέγμα των διατάξεων που συνθέτουν την πειθαρχική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων προς το αυστηρότερο. Και ενώ τα πειθαρχικά παραπτώματα των εκπαιδευτικών προβλέπονταν στις διατάξεις του άρθρου 107 του ν. 3528/2007 ενδεικτικά, η ταυτάριθμη διάταξη του ν. 4057/2012, η οποία  την αντικατέστησε, προβλέπει ότι η απαρίθμηση των παραπτωμάτων είναι αποκλειστική, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου στο διοικούμενο. Η σημασία της τροποποίησης αυτής είναι καθοριστική, καθώς όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νέου πειθαρχικού δικαίου «ο σαφής και αποκλειστικός προσδιορισμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποσκοπεί στο να γνωρίζει ο υπάλληλος εκ των προτέρων το  πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει να διαμορφώσει τη συμπεριφορά του, τόσο εντός όσο και εκτός υπηρεσίας, έτσι ώστε να αποφεύγει πράξεις πειθαρχικά αποδοκιμαστέες».

Οι κυριότερες μεταβολές που επέφερε ο ν. 4057/2012 κατά την Καίσαρη, συνοψίζονται στα εξής σημεία:

α. Εγκαταλείπεται η μέθοδος του γενικού ορισμού του πειθαρχικού αδικήματος και της στη συνέχεια ενδεικτικής απαρίθμησης ορισμένων από αυτά και καθιερώνεται πλέον σύστημα ειδικής και σαφούς περιγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων και περιοριστικής αρίθμησής τους.

β. Θεσπίζεται μεγαλύτερος χρόνος παραγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων.

γ. Θεσπίζεται μεγαλύτερη κλιμάκωση των πειθαρχικών ποινών και προβλέπεται κατώτατη επιβαλλόμενη ποινή για τα σοβαρότερα πειθαρχικά παραπτώματα.

δ. Εγκαταλείπεται ο περιορισμός της επιβολής της ποινής της οριστικής παύσης σε ορισμένα μόνο, ειδικά αναφερόμενα, ενώ το πειθαρχικό συμβούλιο έχει την ευχέρεια να επιβάλει την ποινή της οριστικής παύσης για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, ενόψει των ιδιαίτερων κάθε φορά συνθηκών.

ε. Θεσπίζονται νέες πειθαρχικές ποινές, αυτές της στέρησης του δικαιώματος συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων και της αφαίρεσης της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου. Αυξάνεται το όριο της ποινής του προστίμου στις αποδοχές δώδεκα μηνών και το όριo της ποινής του υποβιβασμού, το οποίο μπορεί να φτάσει στους δύο βαθμούς.

στ. Προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής χρηματικής κύρωσης, πέραν της πειθαρχικής ποινής, στις περιπτώσεις σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων.

ζ. Προβλέπεται η συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον υπαλλήλου, ο οποίος απώλεσε την υπαλληλική του ιδιότητα και η μετατροπή της πειθαρχικής ποινής, που τυχόν επιβληθεί, σε πρόστιμο ανάλογα με τη σοβαρότητα του παραπτώματος.

η. Αποσυνδέονται τα πειθαρχικά συμβούλια από τα υπηρεσιακά συμβούλια. 

θ. Προβλέπεται νέα συγκρότηση των πειθαρχικών συμβουλίων με συμμετοχή για πρώτη φορά σε αυτά δικαστικών λειτουργών.

ι. Καταργείται η συμμετοχή αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων (συνδικαλιστική εκπροσώπηση) στα πειθαρχικά συμβούλια».

Στις μεταβολές αυτές πρέπει να συμπεριληφθούν οι διατάξεις του ν. 4093/2012 σχετικά με τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων σε αυτοδίκαιη και δυνητική αργία, στις οποίες αυξήθηκαν σημαντικά οι περιπτώσεις θέσης σε αργία, δεδομένου ότι αρκεί πλέον η παραπομπή του εκπαιδευτικού σε πειθαρχικό συμβούλιο για ένα μεγάλο αριθμό πειθαρχικών παραπτωμάτων, για να τεθεί αυτοδίκαια ο εκπαιδευτικός σε αργία έως την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. Ακόμη και στην περίπτωση επαναφοράς του υπαλλήλου στην υπηρεσία μετά την απαλλαγή του από τις κατηγορίες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος το ποσοστό των αποδοχών  που παρακρατήθηκε από τον υπάλληλο κατά το διάστημα της αργίας δεν του επιστρέφεται από την υπηρεσία.

2.3. Μετά το 2012, ακολούθησε η ψήφιση του ν. 4795/2021, όπου μεταξύ άλλων συμπεριελήφθη  στα πειθαρχικά παραπτώματα των δημοσίων υπαλλήλων, «οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας, καθώς και ειδικότερα η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας άλλου προσώπου ή και οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, εντός και εκτός υπηρεσίας. Επιβαρυντική περίσταση αποτελεί η τέλεση των πράξεων αυτών σε βάρος ανηλίκων ή και η τέλεση των πράξεων αυτών από υπαλλήλους κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων».  Το παράπτωμα αυτό εντάχθηκε και στις περιπτώσεις για τις οποίες μπορεί να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης, ενώ δε μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη της προσωρινής παύσης.

2.4. Τέλος, με τον πρόσφατο νόμο 5225/2025 τροποποιήθηκε σε πολλές διατάξεις το πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι τα ακόλουθα:

  • Eνίσχυση της Ταχύτητας και Αποτελεσματικότητας: Ο νόμος αποσκοπεί στην επιτάχυνση της πειθαρχικής διαδικασίας και στη διαμόρφωση ενός πιο σύγχρονου πλαισίου. Στην κατεύθυνση αυτή ο νόμος διευρύνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και αυστηροποιεί τις ποινές. Επιπλέον, θεσπίζονται νέες ποινές, όπως η στέρηση μισθολογικού κλιμακίου και η επιβολή διοικητικών προστίμων. Αξιοσημείωτη εν προκειμένω αποτελεί η δυνατότητα επιβολής οριστικής παύσης του δημοσίου υπαλλήλου σε περίπτωση άρνησης συμμετοχής στη διαδικασία αξιολόγησης για δύο συνεχόμενες περιόδους, ως πειθαρχικού παραπτώματος12.

  • Ψηφιοποίηση της Διαδικασίας: Υιοθετούνται ψηφιακές τεχνολογίες για την υποστήριξη της πειθαρχικής διαδικασίας. Το νέο πλαίσιο προβλέπει τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων στις διαδικασίες, ενώ θεσπίζει αυστηρά χρονοδιαγράμματα και προθεσμίες για κάθε στάδιο της διαδικασίας, από την άσκηση της δίωξης μέχρι την έκδοση της απόφασης, με σκοπό την ταχεία απονομή της πειθαρχικής δικαιοσύνης13.

  • Νέο Πειθαρχικό Όργανο: Συστήνεται ένα νέο πειθαρχικό όργανο. Ειδικότερα, καταργείται το πειθαρχικό σύστημα δύο επιπέδων (Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Συμβούλια) και δημιουργείται ένα ενιαίο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα ως πειθαρχικό όργανο. Καταργείται, επίσης, η συμμετοχή αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων, καθώς και η ανάμειξη δικαστών και προβλέπεται η στελέχωση του Συμβουλίου αποκλειστικά από πενήντα (50) λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, με στόχο την αποφυγή των καθυστερήσεων που παρατηρούνται λόγω της παράλληλης απασχόλησης των προεδρευόντων δικαστικών λειτουργών και της μη συγκρότησης απαρτίας14.

  • Πειθαρχική Συνδιαλλαγή: Προστίθεται η δυνατότητα πειθαρχικής συνδιαλλαγής ως μέσου επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 27 ν. 5225/2025, προστέθηκε άρθρο με τον αριθμό 122Α στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ν.π.δ.δ., στην § 1 του οποίου προβλέπεται ότι «Σε περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, τα οποία δεν επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης και είτε εξ αυτών δεν έχει προκληθεί οικονομική ζημία, είτε η προκληθείσα ζημία έχει αποκατασταθεί πλήρως από τον υπάλληλο, το ανώτατο μονομελές πειθαρχικό όργανο του φορέα, μετά από αίτημα του πειθαρχικώς διωκόμενου υπαλλήλου, το οποίο μπορεί να υποβληθεί μετά την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μέχρι και την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης ή την παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο, καλεί τον υπάλληλο να εμφανιστεί ενώπιόν του σε συνδιαλλαγή. Ο πειθαρχικώς προϊστάμενος αξιολογεί βάσει των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, του είδους του παραπτώματος, των συνθηκών τέλεσης, της προσωπικότητας του διωκόμενου υπαλλήλου και της εν γένει υπηρεσιακής του διαδρομής, εάν δύναται να εκδοθεί πρακτικό συνδιαλλαγής».

  • Επέκταση του Πεδίου Εφαρμογής: Οι αλλαγές αφορούν τόσο τους δημόσιους πολιτικούς και διοικητικούς υπαλλήλους όσο και τους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου15

  • Ελληνικό Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων: Δημιουργείται παράλληλα το «Ελληνικό Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων» για την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης στη δημόσια διοίκηση16. Η τελευταία αυτή νομοθετική προσπάθεια επιτάχυνσης της πειθαρχικής διαδικασίας και αυστηροποίησης του εν γένει κανονιστικού πλαισίου στο πεδίο του ουσιαστικού πειθαρχικού δικαίου αναμφισβήτητα έχει ως σκοπό την αποτελεσματικότητα και τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης, η οποία αποτελεί εγγενές στοιχείο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου. Μόνο μέσα από ρυθμίσεις που υπηρετούν τις κατ’ ιδίαν παραμέτρους της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των πολιτών κατά λειτουργία του κράτους είναι δυνατόν να γίνει πράξη η βούληση του συνταγματικού νομοθέτη για αποτελεσματικό και σύγχρονο κράτος δικαίου. 

 

VΙ. Ελεγκτικοί Μηχανισμοί

 

Στo πλαίσιo της γενικότερης προσπάθειας της Πολιτείας για καταπολέμηση των παραβάσεων της νομιμότητας και των φαινομένων διαφθοράς στη Δημόσια Διοίκηση, συνδυαστικά με την τροποποίηση της πειθαρχικής διαδικασίας, με το ν. 4622/2019 ιδρύθηκε η Ανεξάρτητη Αρχή Διαφάνειας. Με αυτό τον τρόπο  επιχειρήθηκε ο εκσυγχρονισμός και ο συντονισμός βασικών δημόσιων ελεγκτικών φορέων, όπως το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και η Γενική Γραμματεία Καταπολέμησης της Διαφθοράς. Στο εισαγωγικό σημείωμα που βρίσκεται αναρτημένο στην αρχική σελίδα της Αρχής αναφέρεται ως αποστολή της  μεταξύ άλλων, «ο εντοπισμός και η καταστολή πράξεων διαφθοράς, η πρόληψη κι αποτροπή αυτών, καθώς και  η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση του συνόλου της κοινωνίας, ενώ επισημαίνεται  η ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας, του δημόσιου ήθους, της ποιότητας της δημοκρατίας μας». Από το ανωτέρω σημείωμα, επιβεβαιώνεται η σημασία της καταπολέμησης των παραβάσεων της νομιμότητας της διοικητικής δράσης και της διασφάλισης της διαφάνειας στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και η αναγκαιότητα αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Η αναγκαιότητα αυτή είναι ακόμη εντονότερη στην περίπτωση των εκπαιδευτικών θεσμών και οργανισμών.

 

Β. Προβολή στη νομολογία των τελευταίων 25 ετών (16 περιπτώσεις)

 

I. Η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων της χώρας μας έχει ασχοληθεί κατ’ επανάληψη με ζητήματα πειθαρχικού δικαίου στο χώρο της εκπαίδευσης, τα οποία μπορούν να συνοψιστούν, σε περίληψη, στα ακόλουθα κατ’ ιδίαν θέματα σε χρονική έκταση 25 ετών και, ενδεικτικά, μέσα από 16 περιπτώσεις.

 

1. ΣτΕ 2299/2023 (ΝΟΜΟΣ): Με το ν. 4325/ 2015 ο νομοθέτης κατέστησε τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια του άρθρου 146Β του ΥΚ πενταμελή, με τη συμμετοχή δύο αιρετών εκπροσώπων με τους αναπληρωτές τους, ενώ αντίστοιχη ρύθμιση δεν περιελήφθη ρητώς και για τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια των εκπαιδευτικών που προβλέπονται στο άρθρο έκτο του ν. 4057/2012. Αντίθετη μειοψηφία. Η ΥΑ Φ.354.1/14/98473/Ε1/2015 έχει εκδοθεί εντός νομοθετικής εξουσιοδότησης. Αντίθετη μειοψηφία. Με νόμιμη απαρτία έλαβε χώρα η συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου και χωρίς την παρουσία του μέλους που απώλεσε την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίσθηκε. Η κλήτευση στην συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου μελών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συνιστά πρόσφορο μέσο. Η κύρωση της οριστικής παύσης δεν έχει ποινικό χαρακτήρα και δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής non bis in idem του άρθρου 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ο προσφεύγων υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εκτός της υπηρεσίας» και προσήκουσα παρίσταται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος του ζητήματος της νομιμότητας ή μη του ορισμού αιρετών μελών στο πειθαρχικό συμβούλιο.

 

2. ΣτΕ 1536/2022 (ΝΟΜΟΣ): Εκπαιδευτικοί υπάλληλοι και επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης λόγω αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντά τους. Διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών για τους εκπαιδευτικούς. Πότε η διεξαγωγή ανάκρισης παρέλκει. Δεν απαιτείται η αναγραφή στα πρακτικά του κωλύματος που επέβαλε την αναπλήρωση τακτικού μέλους στο πειθαρχικό συμβούλιο. Ο προσφεύγων δεν είχε απολέσει την υπαλληλική ιδιότητα και νομίμως ασκήθηκε εις βάρος του η πειθαρχική δίωξη, η οποία είναι υποχρεωτική για το πειθαρχικό όργανο και δεν απόκειται στη διακριτική του ευχέρεια. Ο προσφεύγων υπέπεσε στο ανωτέρω πειθαρχικό παράπτωμα και είναι προσήκουσα η επιβληθείσα ποινή.

 

3. ΣτΕ 2569/2022 (NOMOΣ): Πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης λόγω αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων - δεν απαιτείται η μνεία στις αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή η αναγραφή στα πρακτικά του συγκεκριμένου κωλύματος που επέβαλε την αναπλήρωση τακτικού μέλους που δεν παρέστη - νομίμως υπογράφηκε το κείμενο των πρακτικών από τον τακτικό Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, λόγω κωλύματος προεδρεύσαντος αναπληρωτή – μη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης.

 

4. ΔΠρΑθ 10105/2021, ΝΟΜΟΣ (Πειθαρχική διαδικασία και αγωγή αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ): Αγωγή κατά Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για αξίωση αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από παρανόμως διενεργηθείσα σε βάρος της πειθαρχική διαδικα­σία. Θέση σε αυτοδίκαιη αργία του παραπεμφθέντος υπαλλήλου, η υπαλληλική σχέση του οποίου δεν λύεται αυτοδικαίως εξ αυτού. Ελληνόγλωσση εκπαίδευση και υπηρεσία εκπαιδευτικών στην αλλοδαπή για τους οποίους εφαρμόζεται ανάλογα το πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων. Διενέργεια ΕΔΕ και εν συνεχεία άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος της ενάγουσας αντί της αρχικώς ελεγχόμενης εκπαιδευτικού για την οποία δεν διαπιστώθηκε τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος. Η διενέργεια ΕΔΕ που διεξάγεται κατά παντός αγνώστου δεν αφορά στο πρόσωπο της ενάγουσας και την απόδοση ευθυνών σ΄αυτή. Για τις ένορκες καταθέσεις της δεν προσδιορίζει τυχόν βλάβη που της προκάλεσαν αντί της ανωμοτί εξέτασης και απορριπτέοι ισχυρισμοί περί παράβασης ουσιωδών διαδικαστικών τύπων. To επίμαχο πόρισμα εκδόθηκε εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων των οργάνων, άνευ σκοπού άδικης δίωξης της ενάγουσας, ώστε δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου. Δέσμια αρμοδιότητα για άσκηση πειθαρχικής δίωξης και μη έγκριση περαιτέρω απόσπασής της στο εξωτερικό. Οι διοικητικές καθυστερήσεις των οργάνων του Δημοσίου σε σχέση με την μη κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας δεν είναι πρόσφορες να προκαλέσουν πρσβολή της προσωπικότητας. Δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη. Κατάργηση της δίκης ως προς τα επίδικα κεφάλαια που αφορούν σε αποδοχές που κατακρατήθηκαν κατά τη διάρκεια της αργίας και υποχρεωτικά αποδόθηκαν στην ενάγουσα μετά τη λήξη αυτής, ενώ διατηρείται το αντικείμενο ως προς τους τόκους. Η ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη δεν δύναται να προκαλέσει προσβολή της προσωπικότητας ή ηθική βλάβη δεδομένης της μυστικότητας της διαδικασίας και της σε σύντομο χρόνο αθώωσης της. 

           

5. ΣτΕ 537/2020 (ΝΟΜΟΣ): Επιβολή σε εκπαιδευτικό κλάδου ΠΕ 04 Φυσικών της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης για το πειθαρχικό αδίκημα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εντός υπηρεσίας.

           

6. ΣτΕ 538/2020 (ΝΟΜΟΣ): Ο πειθαρχικός δικαστής και το ΣτΕ δεσμεύονται μεν από την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών, μπορούν, όμως, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία, να καταλογίσουν πειθαρχικό παράπτωμα. Εφόσον η ποινή της οριστικής παύσης δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Το ποινικό δικαστήριο δεν εξέφερε κρίση ως προς την πλαστότητα του υποβληθέντος κατά τη διαδικασία επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, σε αντίθεση με την κρίση αυτού περί μη πλαστότητας του πιστοποιητικού γλωσσομάθειας. Δεν αποδεικνύεται γνώση του προσφεύγοντος σχετικά με την πλαστότητα του τίτλου σπουδών που προσκόμισε, ενώ όφειλε να γνωρίζει ότι αυτός δεν μπορούσε να αναγνωριστεί ως μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών. Ο προσφεύγων τέλεσε το παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός της υπηρεσίας και επιβλητέα είναι η ποινή της προσωρινής παύσης έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.

 

7. ΣτΕ 430/2019 (ΝΟΜΟΣ): Δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα ακροάσεως του προσφεύγοντος, ο οποίος δεν υπέβαλε αίτημα περί γνωστοποίησης της εισήγησης του εισηγητή ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η μη συμμετοχή κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τακτικού μέλους δεν καθιστά μη νόμιμη τη σύνθεση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, εφόσον μετείχαν περισσότερα από τα μισά των διορισθέντων μελών. Δέσμευση από την αμετάκλητη ποινική απόφαση ή το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος. Ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί να καταλογίσει πειθαρχικό παράπτωμα, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ο προσφεύγων αθωώθηκε αμετάκλητα για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα και δεν υπέπεσε στα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης υπαλληλικού καθήκοντος και της αμελούς και ατελούς ή μη έγκαιρης εκπλήρωσης του υπηρεσιακού καθήκοντος, τα οποία του αποδόθηκαν. Ο προσφεύγων, ως πρόεδρος του ΠΥΣΠΕ, τέλεσε το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς ανάξιας υπαλλήλου συμπεριφοράς εντός υπηρεσίας, προβαίνοντας σε αναγραφή ως επιβληθείσας σε εκπαιδευτικό ποινής της τρίμηνης δυνητικής αργίας λόγω άγνοιας της διαφοράς με την προσωρινή παύση, διότι η άγνοια νόμου δεν συγχωρείται και προσήκουσα είναι η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης των έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών.

 

8. ΣτΕ 1487/2018 (ΝΟΜΟΣ): Οι αποφάσεις πειθαρχικών συμβουλίων, που εκδίδονται μετά τη δημοσίευση του ν. 4152/2013 και επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης, δεν υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, αλλά σε προσφυγή ενώπιον του ΣτΕ. Επιβολή στον προσφεύγοντα της ποινής της οριστικής παύσης για το παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός της υπηρεσίας. Εφόσον μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, περιήλθε στο ΣτΕ απόσπασμα αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, αναβάλλεται η εκδίκαση της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομιστούν αντίγραφο της απόφασης και στοιχεία για το αμετάκλητο αυτής.

 

9. ΣτΕ 2190/2019 (ΝΟΜΟΣ): Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα έκανε χρήση πλαστού πιστοποιητικού για την απόδειξη της γνώσης ξένων γλωσσών, κατά τη διαδικασία πληρώσεως θέσεων Διευθυντών Δ.Ε., μέσω της υποβολής του στην Υπηρεσία, με σκοπό να παραπλανήσει το Συμβούλιο επιλογής ως προς τα προσόντα της υποψηφιότητάς της και υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός της υπηρεσίας, για το οποίο της επέβαλε την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης. Η ενέργεια της προσφεύγουσας συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά υπαλλήλου εντός υπηρεσίας, για την οποία, ενόψει του βαθμού υπαιτιότητάς της, του λευκού πειθαρχικού της μητρώου και όλης εν γένει της υπηρεσιακής της εικόνας, αρμόζουσα είναι η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης τεσσάρων μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών. 

 

10. ΣτΕ 3227/2015 (ΝΟΜΟΣ):  Πειθαρχικά παραπτώματα που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του ν. 2683/1999 και δεν είχαν οριστικά κριθεί, όταν τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΥΚ, διέπονται κατά τις ουσιαστικές τους διατάξεις από το προϊσχύσαν δίκαιο. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμ­βούλιο συνεδρίασε με νόμιμη σύνθεση και τελούσε σε απαρτία. Εισηγητής μπορεί να ορίζεται και αναπληρωματικό μέλος του Συμβουλίου. Εφόσον δεν καταγράφηκε μειοψηφούσα άποψη προκύπτει σαφώς ότι η απόφαση ελήφθη ομοφώνως. Η ένσταση της Υπουργού Παιδείας και του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ασκήθηκαν εμπροθέσμως. Παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Πράξεις που διακόπτουν την παραγραφή. Κρίσιμη η ημερομηνία εκδόσεως της καταγνωστικής απόφασης και όχι κοινοποίησής της στον υπάλληλο. Ποια απόφαση θεωρείται ως καταγνωστική. Υπολογισμός της παραγραφής σε περίπτωση εξακολούθησης του ίδιου πειθαρχικού παραπτώματος. Δεν παραγράφηκαν τα πειθαρχικά αδικήματα στα οποία υπέπεσε ο προσφεύγων. Η πρόβλεψη από το νόμο της δυνατότητας επιβολής μείζονος πειθαρχικής ποινής από το ΣτΕ κατόπιν προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοί­κησης δεν αντίκειται στα άρθρα 25 § 1 και 103 § 4 του Συντάγματος. Σε περίπτωση έκδηλης παρανομίας, ο υπάλληλος μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση της διαταγής. Δεν υφίστατο πρόδηλη παρανομία στην απόφαση περί αποσπάσεως του προσφεύγοντος. Η άσκηση κατ’ αυτής αιτήσεως ακυρώσεως δεν αίρει την υποχρέωση συμμορφώσεως. Ο προσφεύγων υπέπεσε στα πειθαρχικά παραπτώματα της εξαιρετικώς σοβαρής απείθειας και της αδικαιολόγητης αποχής από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων για χρονικό διάστημα πέραν των 22 συνεχόμενων εργασίμων ημερών και είναι προσήκουσα η ποινή.

           

11. ΣτΕ 3230/2015 (ΝΟΜΟΣ): Στην πειθαρχική απόφαση μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, τα οποία η προσφεύγουσα επικαλείται, δεν μπορούν να άρουν ή να μειώσουν την ικανότητα προς καταλογισμό. Η παραίτησή της από τη διαδικασία επιλογής Διευθυντών και Σχολικών Συμβούλων έλαβε χώρα σε χρόνο, κατά τον οποίο είχε ήδη διαπιστωθεί η μη γνησιότητα του τίτλου πιστοποίησης δεξιοτήτων και του πτυχίου της Φιλοσοφικής Σχολής, που είχε υποβάλει στην υπηρεσία, και δεν συνιστά έμπρακτη μεταμέλεια, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απαλλαγή της από την πειθαρχική ευθύνη ή την επιβολή ελαφρύτερης πειθαρχικής ποινής. Η προσφεύγουσα τέλεσε το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς υπαλλήλου εντός υπηρεσίας και προσήκουσα είναι η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης.

 

12. ΔΕφΑθ 1593/2014 (ΝΟΜΟΣ): Πρόσκληση υποψηφίων του Ειδικού Εκπαιδευτικού και Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π.) για την πλήρωση θέσεων με διορισμό σε Κέντρα Διάγνωσης, Αξιολόγησης και Υποστήριξης (ΚΔΑΥ) και σε Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής (ΣΜΕΑ). Αίτηση ακυρώσεως της απόφασης του Υπουργού Παιδείας, με την οποία διορίσθηκαν σε θέσεις μόνιμου προσωπικού, άλλοι εκπαιδευτικοί, κατά παράλειψη της αιτούσας. Εσφαλμένα υπολαμβάνει η αιτούσα ότι αρμόδιο για την επιλογή των Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π. στις σχολικές αυτές μονάδες είναι το ΑΣΕΠ, καθόσον, εν προκειμένω, εφαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις του ν. 2817/2000 σχετικά με τη στελέχωση των ανωτέρω σχολικών μονάδων από το Υ.Σ.Ε.Ε.Π. Η επιλογή της Διοικήσεως να παρατείνει την ισχύ του οικείου πίνακα, προκειμένου για νέους διορισμούς, υπαγορεύθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος και προς όφελος των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Δεν κρίνεται αυθαίρετη η εν λόγω επιλογή της Διοικήσεως να διορίσει από τον υπάρχοντα πίνακα το επιπλέον απαιτούμενο ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό, ενώ, η δράση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας.

 

13. ΣτΕ 779/2007 (ΝΟΜΟΣ): Ιδιωτικά σχολεία και επιβολή πειθαρχικών ποινών κατά τις διατάξεις του ν. 682/1977. Η πράξη επιβολής πειθαρχικής ποινής σε ιδιοκτήτη ιδιωτικού σχολείου προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ. Λογαριασμός Ιδιωτικής Γενικής Εκπαίδευσης και καταβολή παραβόλου 1% επί των ετησίων διδάκτρων που καταβάλλονται σε κάθε σχολείο εκ μέρους των μαθητών που φοιτούν σε αυτά υπέρ του Λογαριασμού αυτού. Υποχρεώσεις του διευθυντή του σχολείου ως προς την τήρηση της υποχρέωσης αυτής. Η ΚΥΑ 18/8415/1993 είναι ανίσχυρη ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Ο διευθυντής του σχολείου, καθόσον αφορά το σχολικό έτος 1993-1994 δεν υποχρεούτο και δεν μπορούσε να αξιώσει την εκ μέρους των μαθητών εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής τους έναντι του Κράτους και δεν στοιχειοθετείται πειθαρχική ευθύνη αυτού. Αντίθετη μειοψηφία. Επιβολή στον αιτούντα διευθυντή ιδιωτικού σχολείου της πειθαρχικής ποινής του προστίμου για μη καταβολή του παραβόλου από τους μαθητές. Μη νόμιμη η επιβολή της ανωτέρω ποινής. Αντίθετη μειοψηφία.

 

14. ΣτΕ 2149/2002 (ΝΟΜΟΣ): Εκπαίδευση ιδιωτική. Αρμόδια συμβούλια για την άσκηση πειθαρχικής δικαιοδοσίας στους ιδιοκτήτες και το προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων είναι σε πρώτο βαθμό τα Περιφερειακά Υπηρεσιακά Συμβούλια και σε δεύτερο βαθμό τα Κεντρικά Υπηρεσιακά Συμβούλια. Συγκρότηση των συμβουλίων αυτών. Συμμετοχή εκπροσώπου της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στο ΠΥΣΔΕ. 

 

15. ΣτΕ 2011/2001 (ΝΟΜΟΣ = ΔΔικ 2002. 915): Επιβολή πειθαρχικής ποινής σε βάρος νηπιαγωγού που υπηρετεί σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο. Κατά της πράξης δύναται να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως και όχι προσφυγή. Αρμοδιότητα διοικητικού εφετείου για την εκδίκασή της.

 

16. ΣτΕ 659/1997 (ΝΟΜΟΣ): Το παραπεμπτήριο έγγραφο πρέπει να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το οικείο παράπτωμα και τα υπάρχοντα στοιχεία ενοχής, άλλως είναι άκυρη η πειθαρχική διαδικασία. Η ανάκριση για διαπίστωση πειθαρχικού αδικήματος εκπαιδευτικού ενεργείται από τα πρόσωπα που ορίζει το άρθρο 16 του ν. 1566/85. Η κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου για την επάρκεια της διενεργηθείσης ανάκρισης δεν απαιτείται να περιβάλλεται ορισμένη πανηγυρική διατύπωση στο σώμα της απόφασης, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης. Η κλήση σε απολογία πρέπει να καθορίζει το πειθαρχικό παράπτωμα. Η πλημμελής τήρηση του τύπου αυτού ή η παράλειψή του καλύπτονται με την χωρίς επιφύλαξη απολογία του διωκομένου υπαλλήλου. Παραγραφή των πειθαρχικών αδικημάτων και διακοπή της παραγραφής. Δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος του διευθυντή σχολείου για την μεταβολή βαθμού μαθήτριας στα επίσημα σχολικά βιβλία. 

IIΗ ενδεικτική αυτή επισκόπηση της νομολογίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα διοικητικά δικαστήρια της χώρας μας έχουν ασχοληθεί με όλα τα ζητήματα, τα οποία άπτονται του πειθαρχικού δικαίου των εκπαιδευτικών και αφορούν είτε το ουσιαστικό, είτε το σχετικό δικονομικό δίκαιο. Κατά την ενασχόληση αυτή τα διοικητικά δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει και εφαρμόσει το αντίστοιχο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο αφορά το πειθαρχικό δίκαιο των εκπαιδευτικών με διαρκή αναφορά στην αρχή της νομιμότητας, η οποία αποτελεί ακριβώς το πεδίο εξέτασης της αποτελεσματικότητας του πλαισίου αυτού. Για παράδειγμα απετέλεσε αντικείμενο δικαστικής κρίσης:

  • Ο ορισμός ή μη αιρετών μελών στο πειθαρχικό συμβούλιο των εκπαιδευτικών κατά το άρθρο 146 Β του ν. 4057/2012 με τίτλο «Σύσταση - συγκρότηση και λειτουργία πειθαρχικών συμβουλίων», όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την § 4 του άρθρου 5 του ν. 4325/2015, από πλευράς διαχρονικού δικαίου κατά το άρθρο 50 § 2 του ν. 4325/2015, ζήτημα που αφορά την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων, της συμμετοχικότητας και της αντιπροσώπευσης των υπαλλήλων στις διαδικασίες ενώπιον αυτών. Τα ζητήματα αυτά, τα οποία άπτονται της σύστασης, συγκρότησης και σύνθεσης των συλλογικών οργάνων που ασκούν πειθαρχική εξουσία επί των δημοσίων υπαλλήλων, πρέπει να διέπονται, για λόγους ασφάλειας δικαίου, χρηστής διοίκησης και διασφάλισης της αρχής της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, από σαφείς, προβλέψιμους και προκαθορισμένους κανόνες δικαίου και δεν μπορούν να προκύπτουν από την καθ’ ερμηνεία (αναλογική) εφαρμογή διατάξεων που αφορούν στη συγκρότηση άλλων πειθαρχικών συμβουλίων. 

  • Η εξειδίκευση του πειθαρχικού παραπτώματος της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς για εκπαιδευτικό διαγωγής εντός υπηρεσίας με υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, που μπορεί να επισύρει την πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης.

  •  Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι υποχρεωτική η διενέργεια ανάκρισης.

  • Η αναγραφή ή όχι στα πρακτικά του κωλύματος που επέβαλε την αναπλήρωση τακτικού μέλους στο πειθαρχικό συμβούλιο.

  •  Η αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και 57, 59 και 932 ΑΚ, αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης, αντιστοίχως, που η ενάγουσα υποστηρίζει ότι υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου κατά τη διενεργηθείσα σε βάρος της, ως εκπαιδευτικού, πειθαρχική διαδικασία. Η εν λόγω ευθύνη συντρέχει όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα, κατά την κείμενη εν γένει νομοθεσία, καθώς και κατά τα δεδομένα της οικείας επιστήμης, της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, προσιδιάζοντα στη συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις, ενώ ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του.

  • Η ανάλογη ή όχι εφαρμογή στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση και υπηρεσία εκπαιδευτικών στην αλλοδαπή του πειθαρχικού δικαίου των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων.

  • Η σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη, η οποία έχει ανοίξει με αφετηρία το ίδιο βιοτικό συμβάν, που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τον εκπαιδευτικό και η δέσμευση του πειθαρχικού οργάνου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, στο πλαίσιο ιδίως του άρθρου 6 § 2 της Σύμβασης της Ρώμης «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974.

  •  Αν ο πειθαρχικός δικαστής μπορεί, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία, να καταλογίσει στον πειθαρχικώς διωκόμενο πειθαρχικό παράπτωμα, στηρίζοντας την κρίση του στις διαφορετικές προϋποθέσεις που θέτουν οι ρυθμίσεις του πειθαρχικού δικαίου.

  • Αν η ποινή της οριστικής παύσης συνιστά ή όχι στέρηση ή περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας που ισοδυναμεί με στερητική της ελευθερίας ποινή του ποινικού δικαίου και αν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

  • Η παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως του προσφεύγοντος, ο οποίος δεν υπέβαλε αίτημα περί γνωστοποίησης της εισήγησης του εισηγητή ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. 

  • Αν η μη συμμετοχή κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τακτικού μέλους καθιστά ή όχι μη νόμιμη τη σύνθεση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, εφόσον μετείχαν περισσότερα από τα μισά των διορισθέντων μελών.

  • Ζητήματα παραγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων.

  •  Ο τρόπος εξειδίκευσης της αόριστης νομικής έννοιας της έμπρακτης μεταμέλειας του πειθαρχικώς διωχθέντος εκπαιδευτικού.

  • Η επιβολή πειθαρχικών ποινών κατά τις διατάξεις του ν. 682/1977 στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια.

 

Γ. Διαπιστώσεις - Προτάσεις

 

Οι ανωτέρω περιπτώσεις συνηγορούν υπέρ της σημασίας της αρχής της νομιμότητας, καθώς είναι ορατές οι συνέπειες της έλλειψής της στην ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της σχολικής μονάδας. Αυτό συνεπάγεται, βέβαια, ότι η «τυφλή» και απαρέγκλιτη προσήλωση στην τήρησή της αποτελεί πανάκεια. Eνδέχεται, η αυστηρή, ανελαστική εφαρμογή της από τα διοικητικά όργανα να περιορίζει σε τέτοιο βαθμό τη δράση τους, ώστε να αποβαίνει σε βάρος της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, εν προκειμένω της εκπλήρωσης της κοινωνικής και εκπαιδευτικής αποστολής του σχολείου.

Συνεπώς, η λύση, όπως διαπιστώνει και η ΑΕΔ, δε θα δοθεί αποκλειστικά μέσω ενός αυστηρότερου θεσμικού πλαισίου και ενός συστήματος πειθαρχικών, διοικητικών κυρώσεων και ποινών και επισταμένων ελέγχων, το οποίο θα εφαρμόζεται απαρεγκλίτως από όργανα επιφορτισμένα με τα καθήκοντα αυτά, προκειμένου να εξαλειφθούν τα φαινόμενα παραβατικότητας και παρέκκλισης από τη νομιμότητα, καθώς η αντιμετώπιση των αρνητικών αυτών φαινομένων δε μπορεί να γίνει μόνο κατασταλτικά.

Η λύση, η οποία θα προσφέρει ουσιαστικότερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα βρίσκεται στην πρόληψη και μάλιστα μέσω της ίδιας της Διοίκησης και των οργάνων της. Όπως διαπιστώνει και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, για την ουσιαστική αντιμετώπιση της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης γενικότερα στο Δημόσιο Τομέα, τα ενδεδειγμένα μέτρα πρέπει να στοχεύουν στην πρόληψη, στην καταστολή και στην εκπαίδευση των πολιτών17. Αναφορικά με την πρόληψη, τα μέτρα αυτά πρέπει να αποσκοπούν στην απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την αποτελεσματική διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και τη διαφάνεια της δράσης των κρατικών οργάνων18.

Η ίδια η σχολική μονάδα και, συγκεκριμένα, ο επικεφαλής της και τα όργανα, τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη διοίκησή της και τη διαχείριση των ζητημάτων που σχετίζονται με αυτήν, οφείλουν να προλαμβάνουν τα φαινόμενα κακοδιοίκησης, διαφθοράς και παραβατικότητας. Πρέπει, λοιπόν, να ενισχυθεί, αφενός, ο διοικητικός έλεγχος - αυτοέλεγχος της σχολικής μονάδας ως δημόσιας υπηρεσίας, καθώς κρίνεται ότι είναι ο αμεσότερος και ο πιο αποτελεσματικός και, αφετέρου, ο ρόλος των διοικητικών οργάνων της σχολικής μονάδας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μία στρατηγική καταπολέμησης της διαφθοράς, η οποία θα επικεντρωνόταν μόνο ή κυρίως στην κατασταλτική δράση, αγνοώντας τις παραμέτρους της πρόληψης και της εκπαίδευσης των πολιτών, θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία.

Η συχνή και αποτελεσματική επικοινωνία των ασκούντων τη διοίκηση της σχολικής μονάδας με τους συνεργαζόμενους φορείς και η καθοδήγησή τους σε διάφορα ζητήματα, καθώς και η συνεχόμενη επιμόρφωσή τους στο χειρισμό διοικητικών ζητημάτων θα συντελέσει στην αποτροπή παραβάσεων, στρεβλώσεων ή εσφαλμένων εφαρμογών της νομοθεσίας από αμέλεια ή άγνοια ή έλλειψη σωστής ενημέρωσης και κατάρτισης. Ακόμη και στην περίπτωση εκ προθέσεως παραβάσεων, η λήψη των προληπτικών αυτών μέτρων και η διοικητική εποπτεία ενδέχεται, αν όχι να αποτρέψει, ίσως να περιορίσει και, σίγουρα, να εντοπίσει τα φαινόμενα αυτά πιο έγκαιρα.

Έχοντας υπόψη, μάλιστα, τον παιδαγωγικό και κοινωνικοποιητικό ρόλο του σχολείου και συνειδητοποιώντας τη σημασία της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης των νέων απέναντι στα φαινόμενα αυτά, το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής σε συνεργασία με την Ανεξάρτητη Αρχή Διαφάνειας προχώρησε στη δημιουργία εκπαιδευτικού υλικού με στόχο την εξοικείωση και την ευαισθητοποίηση των μαθητών και των μαθητριών σε θέματα διαφθοράς και ακεραιότητας και τη συμμετοχή τους σε εκπαιδευτική δράση που θα πραγματοποιείται την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Διαφθοράς.  Ειδικότερα, επιδιώκεται, ώστε οι νέοι να προβληματιστούν και να διερευνήσουν την εμφάνιση και τις συνέπειες των φαινομένων διαφθοράς για το δημόσιο συμφέρον και την ευημερία της κοινωνίας ή και να προσδιορίσουν τις εκφάνσεις της ακεραιότητας σε προσωπικό, τοπικό και δημόσιο επίπεδο.

  • 1

    Κωνσταντινίδου, Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης – Θεσμικό Πλαίσιο και Δράση -Η παραβίαση των Γενικών Αρχών του Δικαίου- Υπόθεση Εργασίας: ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ A.E., 2014, σ. 2.

  • 2

    Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 2004, σ. 107.

  • 3

    Μαρκαντωνάτου – Σκαλτσά, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 2016, σ. 136. 

  • 4

    Πρεβεδούρου, Γενικές αρχές Δημόσιου Δικαίου, 2014, σ. 136.

  • 5

    Πρεβεδούρου, Γενικές αρχές Δημόσιου Δικαίου ό.π., σ. 136.

  • 6

    Πρεβεδούρου, Γενικές αρχές Δημόσιου Δικαίου ό.π., σ. 139.

  • 7

    Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο ό.π., σ. 130.

  • 8

    Αγγελάκη & Βογιατζάκη, Η διαφθορά στην Εκπαίδευση και τρόποι αντιμετώπισής της, Επιστημονικό Συνέδριο «Η ηθική της εργασίας»-Ε.ΛΕ.ΣΥ.Π., 2019, σ. 12.

  • 9

    Τραυλός, Διεθνής Έκθεση για τη Διαφθορά στην Εκπαίδευση, 2013, σ. 9.

  • 10

    Kαίσαρη, Το πειθαρχικό δίκαιο των Υπαλλή­λων του Δημοσίου (μετά τις τροποποιήσεις των ν. 4057/ 2012 και 4093/2012), 2013, σ. 160.

  • 11

    Πρβλ. γενικά Παναγόπουλος, Δημόσιο Υπαλληλικό Δίκαιο, 2008, Κεφάλαιο «Οι Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου».

  • 12

    Άρθρο 10 ν. 5225/2025, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και υπαλλήλων ν.π.δ.δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 61 ν. 5225/2025, με το οποίο προστέθηκε § 8 στο άρθρο 8 ν. 4940/2022.

  • 13

    Άρθρο 24 ν. 5225/2025, με το οποίο προστέθηκε άρθρο με τον αριθμό 119Ε στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ν.π.δ.δ.

  • 14

    Άρθρο 20 ν. 5225/2025, με το οποίο προστέθηκε άρθρο με τον αριθμό 119 Α στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ν.π.δ.δ.

  • 15

    Άρθρο 65 § 1 ν. 5225/2025.

  • 16

    Άρθρα 68 επ. ν. 5225/2025.

  • 17

    Ρακιντζής, Ετήσια Έκθεση Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, 2005, σ. 51.

  • 18

    Αργυροπούλου & Γκαραβέλλας, Aντιλήψεις των προέδρων των ενιαίων Σχολικών Επιτροπών ΟΤΑ (του ν. 3852/2010) για τους κινδύνους διαφθοράς στη διαχείριση των κονδυλίων για τις σχολικές μονάδες. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Τόμος ΙΗ, τεύχος 71, 2019, σ. 146.

     

Close