Α. Παντρευτή: Η διακεκριμένη κλοπή πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία από τόπο προορισμένο γι’ αυτήν: Η νομολογιακή αντιμετώπιση μέχρι το 2018 και η εφαρμογή της διάταξης μετά την τροποποίηση του ν. 4619/2019

73
2025
06

 

Η διακεκριμένη κλοπή πράγματος αφιερωμένου 

στην θρησκευτική λατρεία από τόπο προορισμένο γι’ αυτήν: 

Η νομολογιακή αντιμετώπιση μέχρι το 2018 

και η εφαρμογή της διάταξης μετά την τροποποίηση του ν. 4619/2019

Αθανασίου Παντρευτή

Διδάκτορος Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ – Δικηγόρου

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί η αντιμετώπιση του εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία από τόπο προορισμένο γι’ αυτήν (άρθρο 374 περ. α’ ΠΚ)από τα ποινικά δικαστήρια της ουσίας και τον Άρειο Πάγο, από το 1959 μέχρι το 2018, με παράλληλη της θεωρίας τόσο του ποινικού, όσο και του εκκλησιαστικού δικαίου, σε σύγκριση και με το εκκλησιαστικό αδίκημα της ιεροσυλίας (Κανόνας 10 της Πρωτοδευτέρας Συνόδου της Κωνσταντινούπολης). Επιπλέον, εξετάζεται η εφαρμογή της ποινικής διάταξης μετά την τροποποίησή της από το Ν. 4619/2019 και την προσθήκη του όρου το πράγμα να έχει και καλλιτεχνική, αρχαιολογική ή ιστορική σημασία. 

 

ABSTRACT

The subject of this study is the treatment of the crime of the distinguished theft of a thing dedicated to religious worship from a place intended for it (article 374 case a' Penal Code) by the criminal courts of substance and the Supreme Court, from 1959 to 2018, parallel to the theory of both criminal and ecclesiastical law, in comparison with the ecclesiastical offense of sacrilege (Canon 10 of Protodeutera Council of Constantinople). In addition, the application of the criminal provision after its amendment by Law 4619/2019 and the addition of the condition that the thing has artistic, archaeological or historical significance is being examined.

 


 

1. Τυποποίηση – Ιστορική αναδρομή 

 

Η κλοπή πράγματος αφιερωμένου στη θρησκευτική λατρεία, από τόπο προορισμένο γι’ αυτήν, θεσπίστηκε ως ιδιαίτερα διακεκριμένη παραλλαγή του βασικού εγκλήματος της κλοπής, που τυποποιείται στο άρθρο 372 § 1 εδ. α’ ΠΚ, με τη διάταξη του άρθρου 374 περ. α’ του προϊσχύσαντος ΠΚ, σύμφωνα με την οποία: «Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία αφαιρέθηκε πράγμα αφιερωμένο σ’ αυτή…». Πρόκειται δε, για διακεκριμένη εγκληματική παραλλαγή, αφενός, μεν, λόγω της ιδιότητας του υλικού αντικειμένου και του τόπου όπου τελείται (ή αποπειράται) η πράξη της αφαίρεσης, αφετέρου δε, λόγω του αυστηρότερου πλαισίου απειλούμενης ποινής σε σχέση με το βασικό έγκλημα της απλής κλοπής[1].

Με την εισαγωγή του νέου Ποινικού Κώδικα, με το ν. 4619/2019[2], η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε ως εξής: «1. Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας …». Η διαφοροποίηση έγκειται στην προσθήκη μιας ακόμη ιδιότητας του πράγματος που αφαιρείται ή αποπειράται να αφαιρεθεί, αυτής της καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας του.

Παράλληλα, η ίδια πράξη τυποποιείται και ως εκκλησιαστικό αδίκημα (ιεροσυλία) στον Κανόνα 10 της τοπικής Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως[3].

Να σημειωθεί ότι πρόκειται για κοινό έγκλημα[4], σε αντίθεση με το αντίστοιχο εκκλησιαστικό αδίκημα, που, αν ο δράστης είναι κληρικός, τιμωρείται με καθαίρεση, ενώ, αν είναι λαϊκός, τιμωρείται με μικρό αφορισμό[5].

 

2. Η νομολογιακή αντιμετώπιση από το 1959 μέχρι το 2018 

 

2.1. Ο προσδιορισμός του εννόμου αγαθού

 

Η διακεκριμένη κλοπή πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία από τόπο προορισμένο γι’ αυτήν εντασσόταν συστηματικά στο 23ο Κεφάλαιο του προϊσχύσαντος ΠΚ, με τον τίτλο «Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας», που ο ίδιος ο νομοθέτης, αυθεντικά, είχε αναγάγει σε προστατευόμενο έννομο αγαθό την ιδιοκτησία[6]. Και κατά τη νομολογία, με την τέλεση της υπό εξέταση διακριμένης κλοπής προσβάλλεται το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας[7]. Χαρακτηριστική είναι η ΠλΝ 1118/1979[8], κατά την οποία η αφαίρεση εικόνας από ιερό ναό, τυλιγμένης με πετσέτες, η απόκρυψή της σε θάμνο έξω από το προαύλιο του ναού και η μετέπειτα ανάληψή της από εκεί και η εκ νέου απόκρυψή της σε άλλον θάμνο, σε απόσταση 5-6 χιλιομέτρων, μακριά από το ναό, συνιστά αφαίρεση της εικόνας από την κατοχή του ναού με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και όχι υβριστικώς ανάρμοστη πράξη, κατά την έννοια του άρθρ. 200 § 2 ΠΚ, περί τέλεσης υβριστικώς ανάρμοστων πράξεων μέσα σε εκκλησία ή σε τόπο ορισμένο για θρησκευτική συνάθροιση ανεκτή κατά το πολίτευμα. Μάλιστα, ερμηνεύοντας την διάταξη του άρθρ. 200 § 2 ΠΚ, η ίδια απόφαση θεωρεί ότι για να είναι υβριστικώς ανάρμοστη η πράξη απαιτείται είτε χονδροειδής τρόπος τέλεσής της, είτε το περιεχόμενό της να είναι χονδροειδές, βάναυσο και να εκφράζει περιφρόνηση προς την ιερότητα του χώρου ή προς το θρησκευτικό συναίσθημα άλλων, κάτι που δεν συμβαίνει με την κλοπή μιας εικόνας από έναν ιερό ναό[9]. Επίσης, η ΠλΣυρ 56/1974[10] έκρινε ως μη τιμωρητή υστέρα πράξη την φθορά (αφαίρεση της αργυρής επένδυσης της πρόσοψης) παλαιάς εικόνας, απεικονίζουσας τους Αγίους Αναργύρους, την οποία οι κατηγορούμενοι είχαν  ήδη αφαιρέσει  από  ιδιόκτητο ναό, δηλ. δέχτηκε ότι υπάρχει φαινομενική συρροή της προγενέστερης διακεκριμένης κλοπής με την μεταγενέστερη φθορά της εικόνας, διότι με την φθορά δεν προσβάλλονται άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου, αλλά το ίδιο έννομο αγαθό, αυτό της ιδιοκτησίας του ιδιοκτήτη του ναού.

Διαφοροποίηση στη νομολογία, παρατηρείται στο ζήτημα του προσδιορισμού του εννόμου αγαθού με την ΑΠ 74/2018[11], κατά την οποία με τη διάταξη του άρθρου 374 περ. α’ ΠΚ, «επί πλέον της ιδιοκτησίας προστατεύεται ο σεβασμός στη θρησκεία που αποτελεί θεσμό κάθε κράτους δικαίου, στη χώρα μας δε, προστατεύεται και με την διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος…».

 

2.2. Τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης

 

2.2.1. Παραπομπή στις διατάξεις του δικαίου της οικείας θρησκείας

 

Κατά τη νομολογία, η περιγραφόμενη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία από τόπο προορισμένο σ’ αυτή εμπεριέχει παραπομπή στις διατάξεις του δικαίου της οικείας γνωστής και ανεκτής από το Σύνταγμα θρησκείας[12], όπου θα πρέπει να προσφύγει ο ερμηνευτής ή ο εφαρμοστής του νόμου για να προσδιορίσει την ιδιότητα του υλικού αντικειμένου ως πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία, όσο και τον τόπο τέλεσης της πράξης ως τόπου προορισμένου για θρησκευτική λατρεία[13].

 

2.2.2. Το υλικό αντικείμενο

 

2.2.2.1. Ποια πράγματα θεωρούνται αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία

 

Κατά τη νομολογία, πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία αποτελούν τα αντικείμενα της λατρείας, καθώς και αυτά που είναι οπωσδήποτε αναγκαία για την τέλεση ιεροτελεστιών και χρησιμοποιούνται συνήθως στις θρησκευτικές τελετές[14]. Όσον αφορά στην Ορθόδοξη Ανατολική του Χριστού Εκκλησία, η νομολογία, ακολουθώντας την κρατούσα στην επιστήμη του Εκκλησιαστικού Δικαίου άποψη[15], θεωρεί ως πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία, όλα τα «ιερά» πράγματα, ήτοι τα πράγματα που καταστάθηκαν τέτοια είτε με ειδική τελετή και χρίση με άγιο μύρο, είτε με απλή ευλογία («αγιασμένα»/ resbenedicta), είτε και με μόνη την εισδοχή τους στον καθιερωμένο χώρο («καθιερωμένα»/ resconsecrata), τα οποία αποτελούν εκτός συναλλαγής πράγματα και, κατά μια διατύπωση[16], χρησιμοποιούνται άμεσα ή έμμεσα στην θεία λειτουργία, κατ’ άλλη, με τα οποία ή διαμέσου των οποίων τελούνται οι πράξεις λατρείας[17]. Στην κατηγορία των «ιερών» πραγμάτων, η νομολογία εντάσσει τα ιερά σκεύη, τις εικόνες των αγίων, τα ιερά άμφια, τα Ευαγγέλια και τα ιερά βιβλία[18], τους σταυρούς, τις κολυμβήθρες και τα μανουάλια[19], τα αναμμένα κατά την θεία λειτουργία κεριά και τα θυμιατήρια[20], τις λειψανοθήκες, το τέμπλο του ναού, την Αγία Τράπεζα, το Άγιο Ποτήριο, τον Δίσκο, την Αγία Λόγχη, τον Αστερίσκο, τις ιερατικές ζώνες και τα πετραχήλια[21]. Ειδικότερα, η νομολογία έχει κρίνει ότι αποτελούν πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία τα εξής: α) Εικόνες αγίων[22]: Κατά την ΕφΑθ 952/ 1988, η καθιέρωση των εικόνων ως λατρευτικών εκδηλώσεων των ανηκόντων στην Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία προσδιορίζεται από την Δογματική, η οποία αποτελεί βοηθητικό κλάδο του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Κατά την Ορθόδοξη Δογματική, όπως διαμορφώθηκε με τις Οικουμενικές Συνόδους και ιδίως με την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία έθεσε τέλος στις εικονομαχικές έριδες και αμφισβητήσεις, η κλοπή, η οποία αποδίδεται στις εικόνες, αφορά τους παριστάμενους αγίους, δηλ. πρόσωπα, που διακρίθηκαν στους αγώνες υπέρ της πίστης και στην αρετή, τα οποία αξιώθηκαν της δόξας του Θεού και της μακαριότητας. Συνεπώς η τιμή των εικόνων, διαφοροποιούμενη από την ύλη βρίσκεται συνδεδεμένη προς την εμφανιζόμενη παράσταση[23]. Β) Ιερά Ευαγγέλια[24]. γ) Ιερά άμφια[25]: Ειδικότερα, η ΑΠ 462/1969 έκρινε ότι αποτελούν πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία οι ιερατικές ζώνες, τα επιμάνικα, το ιερατικό ύφασμα που ονομάζεται «αέρας» και το επιτραχήλιο. δ) Σταυροί[26]. ε) Εξαπτέρυγα[27]. στ) Άγιο Ποτήριο[28]. ζ) Λείψανα αγίων[29]: Κατά την ΠλΚαρ 118/1968 τα λείψανα των αγίων εμπίπτουν στην έννοια των ιερών πραγμάτων, εφόσον, κατά τις κανονικές διατάξεις, για την καθιέρωση των ιερών ναών απαιτείται κατάθεση στην Αγία Τράπεζα των ναών, τιμίων λειψάνων. η) Λειψανοθήκες, οστεοθήκες[30]. θ) Αρτοφόριο[31]. ι) Τέμπλο (το οποίο διαχωρίζει το ιερό βήμα από τον κύριο ναό)[32]. ια) Μανουάλια[33]. ιβ) Κολομβήθρες[34]. ιγ) Λάβαρα[35]. ιδ) Καλύμματα του Αγίου Ποτηρίου[36]. ιε) Καλύμματα της Αγίας Τράπεζας[37]. ιστ) Δισκάριο[38]. ιζ) Μυροθήκη[39]. ιη) Μενταγιόν με απεικόνιση Αγίου[40]. Περαιτέρω, κατά τη νομολογία, είναι αδιάφορη η αξία του πράγματος, που είναι αφιερωμένο στην θρησκευτική λατρεία[41].

 

2.2.2.2. Ποια πράγματα δεν θεωρούνται αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία

 

Κατά τη νομολογία, δεν εκλαμβάνονται ως πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία οι τάπητες, τα καθίσματα, τα χρήματα κλπ. που υπάρχουν μέσα στους ναούς, τα οποία έχουν μόνον οικονομική αξία[42]. Αναφορικά με την Ορθόδοξη Ανατολική του Χριστού Εκκλησία, η νομολογία, ακολουθώντας την κρατούσα στην επιστήμη του Εκκλησιαστικού Δικαίου άποψη[43], δεν θεωρεί πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία τα «άγια», ήτοι τα πράγματα που εξυπηρετούν τους οικονομικούς σκοπούς της Εκκλησίας[44]. Στην περίπτωση δε, που υλικό αντικείμενο της πράξης αφαίρεσης του δράστη αποτελούν τέτοια πράγματα, ο δράστης τιμωρείται για απλή κλοπή του άρθρ. 372 § 1 ΠΚ[45]. Έχει κριθεί, επίσης, ότι η αφαίρεση ιερών κειμηλίων (π.χ. χειρόγραφα, παλαιά βιβλία, λεξικά κλπ.) από μοναστήρια δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία από τόπο προορισμένο γι’ αυτήν, αλλά την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής κλοπής[46].

Ειδικά, για το δικαίωμα κυριότητας επί των ιερών κειμηλίων των μονών του Αγίου Όρους, η νομολογία[47] κάνει δεκτό ότι: «Κατά το άρθρ. 161 του, δια του νομοθετικού διατάγματος υπό ημερομηνίαν 10-9-1926, κυρωθέντος Καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους (ΚΧΑΟ), τα κελλιά εκάστης μονής παραχωρούνται παρ’ αυτής εφ’ ορισμένη τιμή εις διαδοχήν τριών προσώπων, φερόντων κανονικά την κουράν αυτών, δι’ ομολόγου, καθορίζοντος τα τρία πρόσωπα του κελλίου, την περιγραφήν της εκτάσεως και την εν γένει περιουσίαν αυτού. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 162 του ΚΧΑΟ, αποθανόντος του γέροντος κελλίου τινός ανταλλάσσεται υπό της μονής το όμολογον δια του νέου τοιούτου. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 1 της  κυρωθείσης, δια της υπ’ αριθ. 35668/28.7.1947 αποφάσεως του Υπουργού Εξωτερικών, κανονιστικής διατάξεως, υπό ημερομηνίαν 21.8.1947, περί προστασίας, συντηρήσεως και ταξινομήσεως των ιερών κελλίων, βιβλιοθηκών και αρχείων του Αγίου Όρους, τα εν Αγίω Όρει ευρισκόμενα ιερά κειμήλια, καθώς και τα βιβλία, θεωρούνται, κατά τα ανέκαθεν κρατούντα, ως ανήκοντα κατά πλήρη κυριότητα και κατοχήν εις την Μονήν ή Σκήτην ταύτα ευρίσκονται σήμερον, είναι εσαεί αναπαλλοτρίωτα και ουκ εστί δυνατόν ίνα επιτραπεί, έστω και προσωρινώς, η απομάκρυνσις αυτών δι’ οιονδήποτε λόγον ή αιτίαν εκ του Αγίου Όρους και εξ εκάστης Μονής ή Σκήτης εις ην ανήκουσι και φυλάσσονται. Το αναφαίρετον των ανωτέρω τυγχάνει εδάφους. Εκ των προπαρατεθεισών διατάξεων συνάγεται ότι η κτήσις του δικαιώματος κυριότητος εκάστης εκ των εν Αγίω Όρει Μονών επί των εν αυτή ευρισκομένων ιερών κειμηλίων, μεταξύ των οποίων οι αρχαίαι εικόνες, κρίνεται εκ του πραγματικού γεγονότος της κατοχής των εικόνων και των λοιπών κειμηλίων υπό της Μονής».

 

2.2.2.3. Ειδικά για τις τοιχογραφίες

Διάσταση της νομολογίας παρατηρείται σχετικά με το ζήτημα αν οι τοιχογραφίες αποτελούν ή όχι πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία: Σύμφωνα με την ΕφΛ 34/ 1971[48], οι εικόνες που βρίσκονται στον ιερό ναό αποτελούν πράγματα  αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία, εφόσον αυτές είναι απαραίτητες για την τέλεση της θείας λειτουργίας και των λοιπών ιεροπραξιών, περιλαμβάνοντας στις εικόνες όχι μόνον τις φορητές, αλλά και τις ζωγραφισμένες στον τοίχο (τοιχογραφίες)[49]. Κατά την απόφαση αυτή, η έννοια του πράγματος ως κινητού στο ποινικό δίκαιο δεν ταυτίζεται με την ίδια έννοια στο αστικό δίκαιο, καθώς κατά το ποινικό δίκαιο κινητό πράγμα δεν είναι μόνον εκείνο που μπορεί να μετακινηθεί εξ αρχής, αλλά και εκείνο που μεταγενέστερα κατέστη κινητό δια της απόσπασής του από ένα ακίνητο[50]. Ωστόσο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο Λαρίσης δεν καταδίκασε τους δράστες για το έγκλημα της διακεκριμένης κλοπής του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ, με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις δόλιας προαίρεσης των δραστών ότι το αποτοιχισθέν τμήμα της τοιχογραφίας ήταν αφιερωμένο στην θρησκευτική λατρεία, δεδομένου ότι ήταν ετοιμόρροπο και, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες εικόνες του ναού, παρέμενε απεριποίητο, ώστε φαινόταν ότι δεν τελούσε σε τελετουργική χρήση[51]. Ακολουθούν, όμως, η ΑΠ 54/1973[52] και η ΑΠ 104/1978[53], οι οποίες εκλαμβάνουν, μεν, τις τοιχογραφίες ως κινητό πράγμα, με την αιτιολογία ότι κινητό πράγμα κατά το ποινικό δίκαιο θεωρείται αυτό που μπορεί κατά την φυσική αντίληψη να μετακινηθεί, εξ’ ου και δεν ασκεί επιρροή, αν κατά το αστικό δίκαιο το πράγμα εθεωρείτο συστατικό μέρος ακινήτου και ο αποχωρισμός του πράγματος από το ακίνητο επετεύχθη με τη βούληση και την ενέργεια του δράστη, χαρακτηρίζοντας, όμως, την κλοπή τοιχογραφίας ως απλή κλοπή και όχι ως την διακεκριμένη κλοπή του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ.  Να σημειωθεί, όμως, ότι στο ΣυμβΠλΘ 15/1994[54], μεταξύ των αναφερόμενων στο σκεπτικό του βουλεύματος αφιερωμένων στην θρησκευτική λατρεία πραγμάτων είναι και οι τοιχογραφίες[55].

2.2.2.4. Ειδικά για τα αφιερώματα των πιστών

 

Κατά πάγια νομολογία[56], τα αφιερώματα ή αναθήματα των πιστών (π.χ. χρυσές βέρες, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, μενταγιόν, χρυσοί σταυ­ροί με ή χωρίς αλυσίδα) δεν αποτελούν πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία και δεν εξυπηρετούν κανέναν σκοπό της θρησκευτικής λατρείας, αλλά έχουν μόνον οικονομική αξία, επομένως η κλοπή αφιερωμάτων των πιστών από τόπο προορισμένο για τη θρησκευτική λατρεία αποτελεί απλή κλοπή και τιμωρείται κατά το άρθρ. 372 § 1 ΠΚ[57].

 

2.2.3. Τόπος τέλεσης

 

Κατά το άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ, τόπος τέλεσης της κλοπής πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία πρέπει να είναι τόπος προορισμένος για την θρησκευτική λατρεία[58]. Κατά τη νομολογία, η διάταξη αυτή ως γενική δεν περιλαμβάνει μόνον τις εκκλησίες της επικρατούσης θρησκείας, της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, αλλά τις εκκλησίες και τους ναούς, τα τεμένη, τους ευκτηρίους οίκους κλπ. κάθε γνωστής και ανεκτής από το Σύνταγμα θρησκείας[59]. Ειδικά για την επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, κατά τη νομολογία, ως τόπος της θείας λατρείας θεωρείται  ο τόπος εκ του σκοπού του οποίου εξυπηρετείται η θεία λατρεία, ήτοι ο φέρων τον χαρακτήρα ιερού ναού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ασχέτως διάκρισής του σε ενοριακό, μοναστηριακό, ησυχαστηρίων, συναδελφικό ή κτητορικό ή ιδιωτικό, παρεκκλήσι, εξωκκλήσι ή ναό φιλανθρωπικών ή εκπαιδευτικών και λοιπών κοινωφελών ιδρυμάτων και νομικών προσώπων ή κοιμητηρίων, όπως και κάθε μη οικοδομημένος χώρος, εφόσον αυτός έχει καθαγιασθεί[60]. Η νομολογία έχει κρίνει ότι αποτελούν τόπους προορισμένους για την θρησκευτική λατρεία οι εξής: α) Ενοριακοί ιεροί ναοί[61]. Β) Ιδιόκτητοι ιεροί ναοί[62]. γ) Μοναστηριακοί ιεροί ναοί[63]. δ) Εξωκκλήσια[64]. ε) Παρεκκλήσια ιερών ναών[65]. στ) Παρεκκλήσια κοιμητηρίων[66]. ζ) Ιερός ναός κελιού μοναχού του Αγίου Όρους[67]. η) Παλαιός Ιερός Μητροπολιτικός Ναός[68].

Αντίθετα, κρίθηκε ότι δεν αποτελεί τόπο προορισμένο για την θρησκευτική λατρεία η βιβλιοθήκη ιεράς μονής, από την οποία εκλάπησαν χειρόγραφα και λεξικά επιστημονικής και ιστορικής σημασίας, σε αντίθεση με το παρεκκλήσι του μοναστηριακού ναού, από το οποίο εκλάπησαν τρεις παλαιές εικόνες αγίων[69]. Ομοίως, η ΑΠ 1993/2002[70] έκρινε ότι δεν αποτελεί τόπο προορισμένο για την θρησκευτική λατρεία ιερός ναός, ο οποίος είχε κριθεί ότι αποτελεί ιστορικό και διατηρητέο μνημείο, από τον οποίο αφαιρέθηκαν 11 μαρμάρινα γλυπτά, τα οποία μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητο στην οικία του αδελφού του ενός εκ των κατηγορουμένων.

Να σημειωθεί ότι κατά τη νομολογία, τα δύο επιπλέον στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, δηλ. η ιδιότητα του πράγματος ως αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία και ο τόπος τέλεσης της πράξης ως τόπος προορισμένος για την θρησκευτική λατρεία, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, ώστε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ, αλλιώς η κλοπή θα κρίνεται κατά τις βασικές διατάξεις[71].

 

2.3. Η υποκειμενική υπόσταση

 

Κατά πάγια νομολογία[72], για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση από αυτόν ότι επρόκειτο περί πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία και ότι ο τόπος εκ του οποίου αυτό αφαιρέθηκε ήταν προορισμένο γι’ αυτή. Μάλιστα, οι παλαιότερες αποφάσεις κάνουν λόγο για «δόλια προαίρεση» του δράστη, η οποία συνίσταται ότι τελούσε εν γνώσει της ιδιότητας του πράγματος και του τόπου τέλεσης της πράξης. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την ΕφΛ 34/1971[73] απηλλάγησαν οι κατηγορούμενοι, επειδή δεν προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα επαρκείς ενδείξεις για την δόλια προαίρεση των κατηγορουμένων, ήτοι ότι προέβησαν στην με σκοπό ιδιοποίησης αφαίρεση, τελούντες εν γνώσει ότι επρόκειτο περί πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία, αφού η τοιχογραφία αυτή ήταν ετοιμόρροπη και, εν αντιθέσει προς τις υπόλοιπες εικόνες του ναού, παρέμενε απεριποίητη, με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι δεν βρίσκεται σε τελετουργική χρήση. 

Επιπλέον, ο δράστης της διακεκριμένης κλοπής του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ θα πρέπει να προβαίνει στην αφαίρεση του πράγματος, που είναι αφιερωμένο στην θρησκευτική λατρεία, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής του, όπως ακριβώς δηλ. και στην περίπτωση της απλής κλοπής του άρθρ. 372 § 1 ΠΚ[74]. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο σκοπός της παράνομης ιδιοποίησης συνίσταται στην πρόθεση του δράστη να πωλήσει τα κλαπέντα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία πράγματα[75] ή στον πορισμό χρημάτων, κατ’ άλλη διατύπωση[76]. Χαρακτηριστική είναι η ΑΠ 642/1976[77], κατά την οποία, ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης του δράστη συνίστασο στον πλουτισμό της ιδιωτικής του συλλογής από εικόνες και άλλα πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία. Επίσης, η ΠλΚαρ 118/1968[78], κατά την οποία οι πράξεις αποδοχής των κλεμμένων αφιερωμένων στην θρησκευτική λατρεία πραγμάτων από τους ήδη συμμετόχους, ήτοι ηθικούς αυτουργούς και απλό συνεργό, στην κλοπή, συνιστούν κατ’ ουσίαν πράξεις αξιοποίησης των προηγηθεισών πράξεων της ηθικής αυτουργίας και της απλής συνέργειας σε διακεκριμένη κλοπή. Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι η ΠλΝ 1118/1979[79], απορρίπτει τον ισχυρισμό του δράστη, ότι δεν είχε σκοπό παράνομης ιδιοποίησης της εικόνας, που αφήρεσε από το εξωκκλήσι, αλλά μόνον σκοπό να φωτογραφίσει την εικόνα.

2.4. Μορφές εμφάνισης

 

2.4.1. Απόπειρα

 

Το έγκλημα της κλοπής, απλής ή διακεκριμένης, κατά τη νομολογία[80], λογίζεται τετελεσμένο ευθύς ως ο δράστης, δηλ. αυτός που αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένο πράγμα, λάβει το πράγμα ολοκληρωτικά στην δική του φυσική κατοχή και εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο, ενώ είναι αδιάφορο εάν το ξένο πράγμα, μετά την αφαίρεσή του από την κατοχή του άλλου και την υπαγωγή του στην φυσική εξουσία του δράστη, βρίσκεται ακόμα στον τόπο όπου βρισκόταν ή μεταφέρθηκε αλλού ή εάν ο δράστης εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμα στον τόπο, όπου βρήκε το πράγμα, διότι δια της αφαίρεσης πραγματώθηκε πλήρως το έγκλημα της κλοπής και επομένως δεν δύναται να γίνει λόγος περί απόπειρας εκτέλεσης κλοπής. Έτσι, κρίθηκε ότι δεν έχουμε απόπειρα, αλλά τετελεσμένη κλοπή, στην περίπτωση που ο δράστης αφήρεσε από το ναό εικόνα, τυλιγμένη με πετσέτες, την έκρυψε αρχικά σε θάμνο έξω από το προαύλιο του ναού και έπειτα την πήρε από εκεί και την έκρυψε σε άλλο θάμνο, 5-6 χιλιόμετρα μακριά από το ναό[81]. Ομοίως, στην περίπτωση που οι δράστες αφήρεσαν 13 εικόνες, οι οποίες ήταν τοποθετημένες πίσω από την Αγία Τράπεζα, στο ιερό του ναού, και τις εναπόθεσαν σε απόσταση 3 μέτρων πιο μακριά, προτιθέμενοι να τις πάρουν αργότερα[82]. Τετελεσμένη κρίθηκε και η κλοπή ενός μεταλλικού σταυρού με εγχάρακτες  παραστάσεις αγίων,  ενός  όμοιου εξαπτέρυγου και μιας ξύλινης εικόνας του Αγίου Γεωργίου, τα οποία οι δράστες τοποθέτησαν τα δύο πρώτα εντός σάκου, που έφεραν μαζί τους, την δε εικόνα, την οποία είχαν αφαιρέσει από το εικονοστάσιο, δίπλα στον σάκο[83]. Απόπειρα διακεκριμένης κλοπής έχει δεχθεί μόνον η ΑΠ 270/1986[84], όπου οι δράστες αποπειράθηκαν να αφαιρέσουν μια εικόνα από ιερό ναό, αλλά απέτυχαν του σκοπού τους από εξωτερικά εμπόδια και ανεξάρτητα από τη θέλησή τους.

 

2.4.2. Συμμετοχή

 

Όλες οι μορφές συμμετοχής μπορούν να λάβουν χώρα κατά την τέλεση του αδικήματος[85].

 

2.4.3. Προβλήματα συρροής

 

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 118/1968 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας[86], υφίσταται αληθινή πραγματική συρροή της ηθικής αυτουργίας ή της απλής συνέργειας σε διακεκριμένη κλοπή του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ με το έγκλημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, διότι ο συμμέτοχος ως ηθικός αυτουργός ή απλός συνεργός στην προγενέστερη αξιόποινη πράξη συμμετέχει σε μια ξένη γι’ αυτόν πράξη, η οποία τελείται από άλλον και ως εκ τούτου η απαξία της πράξης αποδοχής προϊόντων εγ­κλήματος, την οποία διαπράττει στη συνέχεια ως φυσικός αυτουργός, δεν καλύπτεται από την απαξία της προγενέστερης συμμετοχικής του πράξης, μη αποτελούσα η πράξη της αποδοχής μη τιμωρητή υστέρα πράξη[87]. Περαιτέρω, κατά την υπ’ αριθ. 56/1974 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Σύρου[88], η μεταγενέστερη φθορά στην κλεμμένη εικόνα συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη και μένει ατιμώρητη, εφόσον  αυτή  δεν προσβάλλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου[89]. Αληθινά κατ’ ιδέαν θα συν­έρρεε, κατά την υπ’ αριθ. 1118/1979 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου[90], η διακεκριμένη κλοπή του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ με το άρθρ. 200 § 2 ΠΚ (υβριστικώς ανάρμοστη πράξη), αν συνέτρεχαν οι όροι του τελευταίου. Αληθινά συρρέει η διακεκριμένη κλοπή του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ με την σύσταση εγκληματικής οργάνωσης του άρθρ. 187 § 1 ΠΚ, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 104/1990 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Τρικάλων[91].

 

2.5. Λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου

 

Σύμφωνα με το άρθρ. 379 ΠΚ, πριν καταργηθεί από το άρθρ. 34 στοιχ. Β’ ν. 3904/2010, «το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος». Σύμφωνα με το ΣυμβΑΠ 1931/1983[92], κατά την σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η εγκατάλειψη του πράγματος από τον δράστη έξω από κατάστημα και κατά τις νυχτερινές ώρες, από φόβο μήπως αποκαλυφθεί, έστω κι αν αυτό περιήλθε κατόπιν της εγκατάλειψης στην κατοχή του παθόντα, δεν αποτελεί απόδοση του πράγματος, ούτε εντελή ικανοποίηση του ζημιωθέντα και δεν συνιστά επομένως έμπρακτη μετάνοια. Συγκεκριμένα, ο δράστης αφήρεσε από τον ιερό ναό, που βρισκόταν εντός του κελλίου ιερομονάχου, χρυσοποίκιλτα Ευαγγέλια, σταυρούς, δισκοπότηρα, ιερά άμφια και εικόνες, τα οποία, μετά από δύο περίπου μήνες, εγκατέλειψε έξω από παντοπωλείο, κατά τις νυχτερινές ώρες, από φόβο, μήπως αποκαλυφθεί, μετά την διαπίστωση της κλοπής, αφού είχε προηγηθεί έγγραφη καταγγελία και ένορκη κατάθεσή του στις αρμόδιες αρχές, στην οποία κατέθεσε ότι δεν γνώριζε τίποτα για την κλοπή.

 

3. Η εφαρμογή της Ποινικής Διάταξης μετά την τροποποίησή της από το ν. 4619/2019

 

3.1. Η προσθήκη επιπλέον ιδιότητας στο υλικό αντικείμενο

 

Με την εισαγωγή του νέου Ποινικού Κώδικα, τροποποιήθηκε και η διάταξη της περ. α’ του άρθρου 374 ΠΚ (και πλέον § 1), με την προσθήκη μιας επιπλέον ιδιότητας στο υλικό αντικείμενο, το οποίο, εκτός από πράγμα αφιερωμένο στη θρησκευτική λατρεία, θα πρέπει να έχει και καλλιτεχνική ή αρχαιολογική ή ιστορική σημασία. 

Πρόκειται για μια ιδιότητα, βάσει της οποίας, σε συνδυασμό και με τον τόπο τέλεσης της πράξης, θεμελιώνει την διακεκριμένη παραλλαγή της περ. Β’ του ίδιου άρθρου. Η δικαιολογητική, δε, βάση για τη θέσπιση της τελευταίας αυτής εγκληματικής παραλλαγής της κλοπής συνίσταται στο ότι το υλικό αντικείμενο είναι πολύτιμο, είτε από υλικής, είτε από άλλης άποψης, είναι συνήθως ανεπίδεκτο αναπλήρωσης, η, δε, αφαίρεσή του από την δημόσια θέα μπορεί να φτάσει έως το σημείο χαρακτηρισμού μιας εθνικής απώλειας[93]. Ειδικότερα, αρχαιολογικής σημασίας θεωρείται κάθε μνημείο αρχαιότερο του 1830, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3028/2002 για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομίας, σε συνδ. με το άρθρο 20 του ίδιου Νόμου[94], ιστορικής σημασίας κάθε πράγμα που είναι συνδεδεμένο με την ιστορία της χώρας[95], ενώ καλλιτεχνικής σημασίας είναι τα έργα τέχνης, δηλ. κάθε αισθητικό φυσικό αντικείμενο ή καλλιτεχνική δημιουργία ή εργασία που θεωρείται ως τέχνη με την ευρύτερη έννοια[96].

Κατά τον Μυλωνόπουλο, «η προσθήκη των όρων αυτών υπήρξε ορθή και αναγκαία για την προσήκουσα αντίληψη του ηυξημένου αδίκου της πράξης, διότι η τιμώρηση σε βαθμό κακουργήματος της κλοπής ενός αφιερωμένου μεν στη λατρεία πράγματος, χωρίς όμως κάποιο επί πλέον στοιχείο αδίκου παρεβίαζε κατάφωρα την αρχή της αναλογικότητας[97]». Κατά την άποψή μας, η τροποποίηση αυτή κινείται προς την κατεύθυνση της εκκοσμίκευσης της κοινωνίας εν γένει, και είναι συνυφασμένη με την κατάργηση και των διατάξεων των άρθρων 198 και 199 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που τιμωρούσαν την βλασφημία και την καθύβριση θρη­σκευμάτων. 

 

3.2. Ζητήματα διαχρονικού δικαίου

Με την προσθήκη της πιο πάνω ιδιότητας στο υλικό αντικείμενο της πράξης, η διάταξη καθίσταται ευμενέστερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος ΠΚ, δεδομένου ότι επέρχεται περιστολή του αξιοποίνου[98]. Εκτός, όμως, από την ανωτέρω τροποποίηση, με το ν. 4619/2019, τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 374 ΠΚ με την απειλή και χρηματικής ποινής, σωρευτικά με την απειλούμενη ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη. Με τον τρόπο αυτό, η διάταξη κατέστη δυσμενέστερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος ΠΚ, λόγω επίτασης της ποινής[99]. Ως εκ τούτου, η διάταξη της περ. α’ του άρθρου 374 ΠΚ κατέστη εν μέρει ευμενέστερη κι εν μέρει δυσμενέστερη σε σύγ­κριση με την προϊσχύσασα αυτής[100], με αποτέλεσμα για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ, ήτοι την 1.7.2019, χωρίς να έχουν εκδικαστεί αμετάκλητα, να εφαρμόζεται ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος η νεότερη διάταξη, δηλ. να εξετάζεται αν το πράγμα που εκλάπη (ή αποπειράθηκε να κλαπεί) ήταν και αρχαιολογικής ή ιστορικής ή καλλιτεχνικής σημασίας, ενώ ως προς την ποινή να εφαρμόζεται η προϊσχύσασα διάταξη, που απειλούσε μόνον ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη. 

 

Να σημειωθεί ότι δεν επήλθε καμία αλλαγή στην ως άνω διάταξη με το ν. 5090/2024.

 

3.3. Η συρροή με την περ. Β’ της § 1 του άρθρου 374 ΠΚ 

 

Σύμφωνα με τη διάταξη της περ. Β’ της § 1 του άρθρου 374 ΠΚ: «1. Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: … β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο…». Το υλικό αντικείμενο της περ. α’ έχει και την ιδιότητα του πράγματος αφιερωμένου στη θρησκευτική λατρεία, ενώ ο τόπος τέλεσης θα πρέπει να είναι προορισμένος γι’ αυτήν και εκτός από δημόσιο οίκημα, μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, και ιδιόκτητος ιερός ναός. Ωστόσο, ένα θρησκευτικό αντικείμενο αρχαιολογικής ή ιστορικής ή καλλιτεχνικής σημασίας σπάνια θα χρησιμοποιούνταν σε ιεροτελεστίες, θρησκευτικές τελετουργίες κ.λπ., αλλά θα εκτίθετο σε μια συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα (λ.χ. στο μουσείο μιας ιστορικής μονής), με αποτέλεσμα η απαξία της πράξης της περ. α’ της § 1 του άρθρου 374 ΠΚ να καλύπτεται από αυτήν της πράξης της περ. Β’ της ίδιας παραγράφου του ίδιου άρθρου. Παρά ταύτα, στην περίπτωση που ένα τέτοιο αντικείμενο χρησιμοποιείται πράγματι σε τελετές και ευρίσκεται εντός δημοσίου τόπου αφιερωμένου στη θρησκευτική λατρεία (λ.χ. εικόνα Αγίου, ιστορικής σημασίας, εντός Ιερού Ναού), τότε θα εφαρμοστεί η διάταξη της περ. α’ βάσει της αρχής της ειδικότητας[101], ενόψει της φαινομενικής συρροής των δύο διατάξεων.

 


 

[1]. Βλ. Κωστάρα Α., Έννοιες και Θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, 2004, σ. 279, Μανωλεδάκη Ι./Μπι­τζιλέκη Ν., Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, 2004, σ. 96, Παύλου Σ., Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, 2006 σ. 77,Χαραλαμπάκη Α., Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου, 2003, σ. 123.

[2]. ΦΕΚ 95/11-6-2019.

[3].  Βλ. Γιάγκου Θ./ Πουλή Γ., Πηγές του Εκκλησιαστικού Ποινικού Δικαίου, 2007, σ. 286 («Οἱ τοῖς πάθεσιν ἑαυτοὺς ἐκδότους παραστήσαντες, οὐ μόνον τὴν ἀπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων τιμωρίαν οὐ φρίττουσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἐκείνων κατορχεῖσθαι τετολμήκασι. Στρεβλοῦσι γὰρ αὐτούς καὶ πρὸς τὸ ἐμπαθὲς αὐτῶν ἀποκιβδηλεύουσι τοῦ θελήματος, ἵνα τῇ φιλοτιμίᾳ τῆς ἐμπαθείας, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, μὴ μόνον ἀνεύθυνον αὐτοῖς ᾖ τὸ κακόν, ἀλλὰ καὶ θεῖον νομίζοιτο. Τὸν γὰρ Ἀποστολικὸν κανόνα, τὸν λέγοντα· Σκεῦος χρυσοῦν ἢ ἀργυροῦν ἁγιασθέν, ἢ ὀθόνην μηδεὶς ἔτι εἰς οἰκείαν χρείαν σφετερίζεσθω, παράνομον γάρ, εἰ δέ τις φωραθείη, ἐπιτιμάσθω ἀφορισμῷ. Τοῦτο οὖν εἰς συνηγορίαν τῶν οἰκείων παρανομημάτων ἐκλαμβάνοντες, οὐ, φασί, δεῖν καθαιρέσεως ἀξίους κρίνεσθαι τοὺς τὴν σεβασμίαν τῆς ἁγίας τραπέζης ἐνδυτὴν εἰς οἰκεῖον χιτῶνα ἤ έτερόν τι τῶν ἀμφίων μετασχηματίζοντας, οὐ μήν, ἀλλ' οὐδέ τοὺς τὸ ἅγιον ποτήριον, ὦ τῆς ἀσεβείας, ἢ τὸν σεπτὸν δίσκον ἢ τὰ τούτοις παραπλήσια εἰς ἰδίαν ἐκδαπανῶντας χρείαν ἢ καταχραίνοντας, ὁ γὰρ κανών, φασι, τοὺς εἰς τοῦτο περιπίπτοντας, ἀφορισμῷ μὲν καθυποβάλλεσθαι, ἀλλ' οὐ καθαιρέσει ἐδικαίωσεν. Ἀλλὰ τίς ἂν ἀνάσχοιτο τῆς τοσαύτης παραποιήσεως καὶ δυσσεβείας τὸ μέγεθος; Τοῦ γὰρ κανόνος τοῖς τὸ μόνον ἁγιασθέν εἰς χρῆσιν, ἀλλ' οὐκ εἰς τελείαν ἀρπαγὴν σφετεριζομένοις τὸν ἀφορισμὸν ἐπιπέμποντος, αὐτοὶ καὶ τοὺς καθαρπάζοντας καὶ ἱεροσυλοῦντας τὰ τῶν ἁγίων ἅγια ἐλευθεροῦσι τῆς καθαιρέσεως καὶ τοὺς εἰς βρωμάτων ὑπηρεσίαν, ὅσον γε τῇ ἐφ ἑαυτοὺς κρίσει, τοὺς σεβάσμιους δίσκους ἢ τὰ ἱερὰ ποτήρια καταμολύνοντας ἀκαθαιρέτους εἰσάγουσι. Καίτοι φανεροῦ καθεστηκότος τοῦ μιάσματος καὶ δῆλον ὄν, ὡς οἱ τὰ τοιαῦτα πράττοντες οὐ μόνον καθαιρέσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐσχάτης δυσσεβείας τῷ ἐγκλήματι περιπίπτουσι. Διόπερ ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, τοὺς τὸ ἅγιον ποτήριον ἢ τὸν δίσκον ἢ τὴν λαβίδα ἢ τὴν σεβασμίαν ἐνδυτὴν ἢ τὸν λεγόμενον ἀέρα ἢ ἁπλῶς τοὺς ἔν τι τῶν ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἱερῶν καὶ ἁγίων σκευῶν ἢ ἀμφιασμάτων, εἰς ἴδιον κέρδος ὑφαρπάζοντας ἢ εἰς χρῆσιν αποχρωμένους ἀνίερον, παντελεῖ καθαιρέσει καθυποβάλλεσθαι. Τὸ μὲν γάρ ἐστι βεβηλῶσαι, τὸ δὲ, συλῆσαι τὰ ἅγια. Τοὺς μέντοι τὰ ἔξωθεν τοῦ θυσιαστηρίου ἀφωρισμένα σκεύη τινὰ ἢ ἄμφια εἰς χρῆσιν ἀνίερον ἑαυτοῖς ἢ ἑτέροις παρέχοντας, τούτους καὶ ὁ κανὼν ἀφορίζει καὶ ἡμεῖς συναφορίζομεν, τοὺς δὲ παντελῶς ἀφαρπάζοντες, τῇ τῶν ἱεροσύλων καταδίκῃ καθυποβάλλομεν»). Στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, το συναφές εκκλησιαστικό αδίκημα της ιεροσυλίας τελείται όχι μόνον με την αφαίρεση του πράγματος από τον λατρευτικό χώρο, αλλά και με την ανίερη χρήση του. Κατά τον Γ. Πουλή (βλ. ό.π., σ. 103), πρόκειται για δύο συναφή, αλλά διαφορετικά εκκλησιαστικά αδικήματα, ήτοι αυτό της κλοπής κι αυτό της ανίερης χρήσης, ανίερη, δε, χρήση συνιστά η μεταβολή της κανονικής χρήσης του ιερού πράγματος, μόνον αν δεν απάδει στην ιερότητα του πράγματος.

[4]. Βλ. ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 1455/ 1983 ΠοινΧρ 1984. 437 (όπου ο δράστης ήταν αγιογράφος), ΑΠ 6/1979 ΠοινΧρ 1979. 352 (όπου ο δράστης ήταν πρόσθετος αστυφύλακας του δημοτικού νεκροταφείου), ΑΠ 413/1977 ΠοινΧρ 1977. 766 (όπου ο δράστης ήταν έμπορος ειδών λαϊκής τέχνης), ΑΠ 642/1976 ΠοινΧρ 1977. 126 (όπου ο δράστης ήταν καθηγητής θεολογίας), ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201 (όπου ο δράστης ήταν ιερέας παλαιοημερολογητών), ΣυμβΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265, ΕφΘ 477/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ (όπου οι δράστες ήταν μοναχοί).

[5]. Βλ. Πουλή Γ., Εκκλησιαστικό Ποινικό Δίκαιο, 2008, σ. 106.

[6]. Ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του εννόμου αγαθού της ιδιοκτησίας, βλ. Παύλου Σ., ό.π., σ. 3, κατά τον οποίο «το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας αποδίδει ακριβώς την πραγματικότητα της εξουσιάσεως ενός αντικειμένου από ένα πρόσωπο, η οποία, όμως, εξουσίαση δεν είναι απλώς πραγματική, αλλά και θεσμικά επιτρεπτή και ρυθμισμένη και εξ αυτού του λόγου ευρύτερα προστατευόμενη». Πρβλ. και Σ 17 § 1: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα, όμως, που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

[7]. Κατά μια άποψη της θεωρίας (βλ. Μανωλεδάκη Ι./Μπιτζιλέκη Ν., ό.π., σ. 97), στην συγκεκριμένη διακεκριμένη εγκληματική παραλλαγή δεν έχουμε μόνο προστασία της ιδιοκτησίας, αλλά μια σύνθετη προστασία, της ιδιοκτησίας και της θρησκευτικής λατρείας ως κοινωνικής εκδήλωσης, ενώ ο Μπουρμάς (βλ. Μπουρμά Γ. σε: Χαραλαμπάκη Α., Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τομ. ΙΙ, Άρθρα 207-473, 2011, σ. 1810) κάνει λόγο και για την ιδιαίτερη επικινδυνότητα της πράξης εξαιτίας της πρόσβασης του χώρου σε αόριστο αριθμό πιστών. Στην ίδια κατεύθυνση και ο Κωστάρας (βλ. Κωστάρα Α., Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Ειδικού Μέρους, Άρθρα 134-410 ΠΚ, 4η εκδ., 2014, σ. 1181), κατά τον οποίο με την ποινική αυτή διάταξη προστατεύεται η ιδιοκτησία, η ιερότητα των χώρων λατρείας και το απαραβίαστο των αντικειμένων που χρησιμοποιούνται γι’ αυτήν. Κατά μια διαφοροποιημένη άποψη της θεωρίας (βλ. Μυλωνόπουλου Χ., Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, 2001, σ. 95, Παύλου Σ., ό.π., σ. 77, Σπινέλλη Δ., Εγκλήματα κατά περιουσιακών εννόμων αγαθών, 1984, σ. 63), δεν πρόκειται για σύνθετη προστασία, αλλά για αναβάθμιση της απαξίας της πράξης, η οποία προσβάλλει το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας, εξαιτίας του κλονιζόμενου από την πράξη θρησκευτικού συναισθήματος των πιστών, αλλά και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του δράστη, λόγω της ελεύθερης προσβασιμότητας στους λατρευτικούς χώρους.

[8]. Βλ. ΠοινΧρ 1979. 705.

[9]. Κατά την άποψή μας, ορθώς η απόφαση δεν έκρινε ότι στοιχειοθετείται το έγκλημα της τέλεσης υβριστικώς ανάρμοστων πράξεων μέσα σε εκκλησία ή σε τόπο ορισμένο για θρησκευτική συνάθροιση ανεκτή κατά το πολίτευμα, διότι το έγκλημα της κλοπής πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία από τόπο αφιερωμένο σ’ αυτή προσβάλλει μόνο το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας. Η προσβολή του θρησκευτικού συναισθήματος των πιστών ή το γεγονός της ελεύθερης προσβασιμότητας στους λατρευτικούς χώρους έχει ήδη συνυπολογιστεί από το νομοθέτη, ο οποίος για τους λόγους αυτούς, διαμόρφωσε αυτή την ιδιαίτερα διακεκριμένη παραλλαγή σε σχέση με το βασικό έγκλημα της κλοπής, επιβάλλοντας ποινή αυστηρότερη με την μέγιστη απόκλιση από την ποινή του βασικού εγκλήματος. Δεν θα μπορούσαμε, όμως, ούτε από συστηματική άποψη, ούτε από δογματική, να θεωρήσουμε ότι με την κλοπή πράγματος αφιερωμένου στην θρησκευτική λατρεία από τόπο αφιερωμένο γι’ αυτή έχουμε επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης, όπως αυτή προστατευόταν από τον ποινικό νομοθέτη στο 7ο Κεφάλαιο του προϊσχύσαντος ΠΚ.

[10]. Βλ. ΠοινΧρ 1974. 472.

[11]. Βλ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12]. Βλ. Σ 13 § 2: «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται». Επομένως, συνταγματικά ανεκτή είναι κάθε θρησκεία που πληροί τις παρακάτω προϋποθέσεις: α) να είναι θρησκεία, δηλ. στην κοσμοθεωρητική της αντίληψη να διαπιστώνεται ευκρινώς κάθετη μεταφυσική αναγωγή, β) να είναι γνωστή, δηλ. να έχει φανερά δόγματα, δοξασίες, αρχές, λατρεία, οργάνωση και σκοπούς, γ) η άσκηση της λατρείας της να μην προσβάλει την δημόσια τάξη, δηλ. να μην διαταράσσει την κοινή ειρήνη, ή τα χρηστά ήθη, δηλ. να μην αντίκειται στις βασικές περί ηθικής αντιλήψεις, που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, δ) να μην ασκείται αξιόποινος προσηλυτισμός (βλ. άρθρ. 4 α.ν. 1363/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 του α.ν. 1672/1939), για την προσέλκυση νέων μελών και ε) τα μέλη της να μην αρνούνται, επικαλούμενα τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους απέναντι στο κράτος και να συμμορφώνονται με τους νόμους (βλ. Δαγτόγλου Π., Συνταγματικό Δίκαιο και Ατομικά Δικαιώματα, 1991, σ. 379, Κονταξή Α., Ποινικός Κώδικας, 2000, σ. 3239, Μανωλεδάκη Ι./Μπι­τζιλέκη Ν., ό.π., σ. 97, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 94, Παύλου Σ., ό.π., σ. 77, Σπινέλλη Δ., ό.π., σ. 63, Τρωιάνου Σ./Πουλή Γ., Εκκλησιαστικό Δίκαιο, 2003, σ. 106). Δεν είναι ανάγκη να είναι γνωστή στις αρχές, ούτε να έχει κάποια διοικητική ή άλλη επίσημη αναγνώριση ή νομική προσωπικότητα, μπορεί, δε, να είναι και νέα, με λίγους οπαδούς, έστω και χωρίς κλήρο (βλ. Δαγτόγλου Π., ό.π.).

[13]. Βλ. ΕφΑθ 952/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛ 34/1971 ΠοινΧρ 1972. 397, ΠλΡοδ 16/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΙ 107/1974 ΠοινΧρ 1974. 631, ΠλΣυρ 56/1974 ΠοινΧρ 1974. 472, ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294. Πρβλ. και Κονταξή Α., ό.π., σ. 3239, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 93, Παύλου Σ., ό.π., σ. 77, Τρωιάνου Σ./ Παπαδημητρίου Μ., Η προστασία των μνημείων θρησκευτικού χαρακτήρα, ΧρΙδΔ 2006. 589.

[14]. Βλ. ΠλΡοδ 16/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294.

[15]. Βλ. Πουλή Γ., ό.π., σ. 104, Τρωϊάνου Σ./ Παπαδημητρίου Μ., ό.π., σ. 589: «Ιερά» πράγματα είναι όσα εκκλησιαστικά πράγματα εξυπηρετούν άμεσα λατρευτικές ανάγκες, είτε «καθιερωμένα» είτε «αγιασμένα». Με τον όρο «πράγματα» νοούνται τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία αποτελείται η περιουσία της Εκκλησίας. «Καθιερωμένα» είναι τα «ιερά» πράγματα που απέκτησαν την ιδιότητά τους με ειδική τελετή (ο ναός, η Αγία Τράπεζα, το δισκοπότηρο, το αντιμνήσιο). «Αγιασμένα» είναι τα ιερά πράγματα που απέκτησαν την ιδιότητά τους με απλή ευλογία ή με μόνη την εισαγωγή τους στο ναό (άμφια, λειτουργικά βιβλία, εικόνες). Τα «ιερά» πράγματα αποτελούν και υλικό αντικείμενο του εκκλησιαστικού αδικήματος της ιεροσυλίας. Έτσι και η θεωρία του Ποινικού Δικαίου (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3240, Μανωλεδάκη Ι./ Μπιτζιλέκη Ν., ό.π., σ. 97, Παύλου Σ., ό.π., σ. 78).

[16]. Βλ. ΠλΙ 107/1974 ΠοινΧρ 1974. 631, ΠλΣυρ 56/1974 ΠοινΧρ 1974. 472.

[17]. Βλ. ΕφΑθ 952/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛ 34/1971 ΠοινΧρ 1972. 397, ΣυμβΠλΘ 15/1994 Υπερ 1994. 350, ΠλΤρκ 104/1990 ΠοινΧρ 1991. 347.

[18]. Βλ. ΑΠ 902/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1243/1984 ΠοινΧρ 1985. 308, ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΣυμβΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265. 

[19]. Βλ. ΕφΠειρ 146/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[20]. Βλ. ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294.

[21]. Βλ. ΣυμβΠλΘ 15/1994 Υπερ 1994. 350. Πρβλ. και Κονταξή Α., ό.π., σ. 3243.

[22]. Βλ. ΑΠ 74/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 902/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 270/1986 ΠοινΧρ 1986. 578, ΑΠ 1243/1984 ΠοινΧρ 1985. 308, ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 1455/1983 ΠοινΧρ 1984. 437, ΑΠ 444/ 1982 ΠοινΧρ 1983. 13, ΑΠ 1043/1980 ΠοινΧρ 1981. 168, ΑΠ 1173/1978 ΠοινΧρ 1979. 281, ΑΠ 951/1978 ΠοινΧρ 1979. 124, ΑΠ 413/1977 ΠοινΧρ 1977. 766, ΑΠ 642/ 1976 ΠοινΧρ 1977. 126, ΑΠ 953/1975 ΠοινΧρ 1976. 318, ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26, ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403, ΑΠ 563/1967 ΠοινΧρ 1968. 157, ΑΠ 422/ 1966 ΠοινΧρ 1967. 47, ΑΠ 170/1964 ΠοινΧρ 1964. 428, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201, ΕφΘ 477/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 952/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΤρκ 104/ 1990 ΠοινΧρ 1991. 347, ΠλΝ 1118/1979 ΠοινΧρ 1979. 705, ΠλΣυρ 56/1974 ΠοινΧρ 1974. 472.

[23]. Πρβλ. Τρωϊάνου Σ., Ιδιωτική Γνωμοδότηση, ΠοινΧρ 1972. 248, κατά τον οποίον, σε περίπτωση που η εικόνα είτε δεν σώζεται, είτε είναι τόσο φθαρμένη, ώστε να μην μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, τότε πρόκειται περί απρόσφορου αντικειμένου λατρείας, διότι, αν δεν προσδιορίζεται το πρόσωπο του αγίου, προς τον οποίον η τιμητική προσκύνηση των πιστών, προκύπτει άμεσος κίνδυνος υποκατάστασης στη θέση του αγίου της ύλης της εικόνας, κάτι που έχει απορριφθεί από την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, και κατά συνέπεια παύει ο προορισμός της εικόνας για θρησκευτικό σκοπό, σύμφωνα με το άρθρ. 971 ΑΚ. Έτσι ο Παύλου, (βλ. Παύλου Σ., ό.π., σ. 78), κατά τον οποίο «αφιερωμένο στην θρησκευτική λατρεία είναι το πράγμα που εξυπηρετεί κατά τρόπο πρόσφορο και άμεσο την ουσία του λατρευτικού τυπικού ή της πρακτικής κάθε θρησκείας», και ο Μπουρμάς (βλ. Μπουρμά Γ., ό.π., σ. 1810). 

[24]. Βλ. ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201.

[25]. Βλ. ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26.

[26]. Βλ. ΑΠ 1455/1983 ΠοινΧρ 1984. 437, ΑΠ 1931/ 1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 1173/1978 ΠοινΧρ 1979. 281, ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201.

[27]. Βλ. ΑΠ 1455/1983 ΠοινΧρ 1984. 437, ΑΠ 1173/ 1978 ΠοινΧρ 1979. 281.

[28]. Βλ. ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΠλΙ 107/ 1974 ΠοινΧρ 1974. 631, ΠλΚαρ 118/1968 ΠοινΧρ 1969. 379.

[29]. Βλ. ΣυμβΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265, ΠλΚαρ 118/1968 ΠοινΧρ 1969. 379.

[30]. Βλ. ΑΠ 74/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 953/1975 ΠοινΧρ 1976. 318.

[31]. Βλ. ΑΠ 1243/1984 ΠοινΧρ 1985. 308.

[32]. Βλ. ΑΠ 444/1982 ΠοινΧρ 1983. 13, ΑΠ 953/1975 ΠοινΧρ 1976. 318.

[33]. Βλ. ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201.

[34]. Βλ. ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201.

[35]. Βλ. ΑΠ 422/1966 ΠοινΧρ 1967. 47.

[36]. Βλ. ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26.

[37]. Βλ. ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26.

[38]. Βλ. ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26.

[39]. Βλ. ΑΠ 74/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[40]. Βλ. ΑΠ 74/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[41]. Βλ. ΕφΛ 34/1971 ΠοινΧρ 1972. 397, ΑΠ 270/ 1986 ΠοινΧρ 1986. 578.

[42]. Βλ. ΑΠ 765/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294.

[43]. Βλ. Πουλή Γ., ό.π., σ. 104, Τρωϊάνου Σ./Παπαδημητρίου Μ., ό.π., σ. 589, ότι τα «άγια» πράγματα αντιδιαστέλλονται με τα «ιερά», δεν αποτελούν αντικείμενο του εκκλησιαστικού αδικήματος της ιεροσυλίας, αλλά απλής κλοπής, και εξυπηρετούν έμμεσα λατρευτικούς σκοπούς (π.χ. καθίσματα και χαλιά του ναού).

[44]. Βλ. ΠλΙ 107/1974 ΠοινΧρ 1974. 631, ΠλΣυρ 56/1974 ΠοινΧρ 1974. 472.

[45]. Βλ. ΑΠ 270/1986 ΠοινΧρ 1986. 578, ΑΠ 6/1979 ΠοινΧρ 1979. 352, ΑΠ 204/1977 ΠοινΧρ 1977. 592.

[46]. Βλ. ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403, ΕφΘ 477/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΘ 1017/1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[47]. Βλ. ΕφΘ 477/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΘ 1017/ 1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[48]. Βλ. ΠοινΧρ 1972. 397.

[49]. Βλ. όμως την πρόταση του Αντιεισαγγελέα Εφετών Καρούκη Χ., κατά την οποία «Αι προς διακόσμησιν, όμως, των Ναών επί των εσωτερικών συνήθως τοίχων τούτων τοιχογραφίαι Αγίων, οία και η ανωτέρω, προδήλως δεν χρησιμεύουσι δια την τέλεσιν και εκδήλωσιν της λατρείας, και ως εκ τούτου, όπως και ούτος ο Ναός, ούτινος αύται μέχρι της αποσπάσεώς των αποτελούσι μέρος τούτου, δεν δύνανται να θεωρηθώσι πράγματα αφιερωμένα εις την θρησκευτικήν λατρείαν. Τουτ’ αυτό ρητέον και δια τα εξ αυτών αποσπώμενα τεμάχια, συνεπώς και δια το ως άνω αποσπαθέν τοιούτον, καθ’ όσον εξ ουδεμίας εκκλησιαστικής διατάξεως ή κανόνος, προκύπτει ότι ταύτα χρησιμοποιούνται ή και απλώς χρησιμεύουσι εις την τέλεσιν και εκδήλωσιν της λατρείας».

[50]. Βλ. και ΑΠ 104/1978 ΠοινΧρ 1978. 422, ΑΠ 54/ 1973 ΠοινΧρ 1973. 368, ΕφΑθ 952/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[51]. Βλ. Τρωϊάνου Σ., Παρατηρήσεις, κατά τον οποίο, ορθώς έκρινε το δικαστήριο ότι οι τοιχογραφίες εξομοιώνονται με τις φορητές εικόνες και κατά συνέπεια αποτελούν πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο, είτε πρόκειται για εικόνα, είτε για τοιχογραφία, εξαιτίας της ιδιάζουσας φύσης τους ως αντικειμένων λατρείας (τιμητικής προσκύνησης), μπορούν να παύσουν να αποτελούν αντικείμενο της τιμητικής προσκύνησης των πιστών, κατόπιν ολικής ή μερικής τους καταστροφής, ανάλογα με το είδος ή την κατάσταση των παραστάσεων που απεικονίζουν, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπου η τοιχογραφία ήταν ετοιμόρροπη.

[52]. Βλ. ΠοινΧρ 1973. 368.

[53]. Βλ. ΠοινΧρ 1978. 422.

[54]. Βλ. Υπερ. 1994. 350.

[55. Διάσταση απόψεων παρατηρείται και στην θεωρία: Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, οι τοιχογραφίες αποτελούν πράγμα αφιερωμένο στην θρησκευτική λατρεία (βλ. Μαργαρίτη Μ./Μαργαρίτη Α., Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία-Εφαρμογή, 4η εκδ., 2020, σ. 1122, Παύλου Σ., ό.π., σ. 78, Σπινέλλη Δ., ό.π., σ. 63, Τρωϊάνου Σ., Παρατηρήσεις στην ΕφΛ 34/1971, ΠοινΧρ 1972. 398). Πρβλ. και Μανωλεδάκη Ι./Μπι­τζιλέκη Ν., ό.π., σ. 96, ότι «δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι υπάρχουν τοιχογραφίες που έχουν την ίδια λατρευτική αξία και σημασία με τις φορητές εικόνες». Αντίθ. Μυλωνόπουλου Χ., Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, 4η εκδ., 2021, σ. 86, κατά τον οποίο οι τοιχογραφίες ανήκουν στα πράγματα που δεν επιτελούν λατρευτική λειτουργία. Αντίθ. και ο Παναγόπουλου Ι., ΙδΓνμδ, ΝοΒ 1972. 18, ο οποίος, επιπλέον, θεωρεί ότι δεν υπάγονται στην έννοια του «κινητού» όσα καταστάθηκαν κινητά, κατόπιν απόσπασης από ακίνητα. Κατά την άποψή μας, οι τοιχογραφίες δεν αποτελούν αντικείμενα της λατρείας, ούτε είναι οπωσδήποτε αναγκαία για την τέλεση ιεροτελεστιών ή χρησιμοποιούνται συνήθως στις θρησκευτικές τελετές, ενόψει των γεγονότων ότι από κανένα εκκλησιαστικό κανόνα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, οι πιστοί δεν προσκυνούν τις τοιχογραφίες και υπάρχουν ιεροί ναοί χωρίς τοιχογραφίες, αλλά αποτελούν διακοσμητικά στοιχεία του ιερού ναού, έτσι ώστε η κλοπή τοιχογραφίας να τιμωρείται ως απλή κλοπή, υπό την επιφύλαξη της περ. Β’ της § 1 του άρθρου 374 ΠΚ, αν η τοιχογραφία έχει αρχαιολογική, καλλιτεχνική ή ιστορική σημασία.

[56]. Βλ. ΕφΠειρ 146/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 952/ 1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΡοδ 16/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294.

[57]. Ομοίως η θεωρία (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3241, Κωστάρα Α., ό.π., σ. 1183,  Μανωλεδάκη Ι./ Μπιτζιλέκη Ν., ό.π., σ. 96, Μαργαρίτη Μ./Μαρ­γαρίτη Α., ό.π., Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 86, Παύλου Σ., ό.π., σ. 78, Σπινέλλη Δ., ό.π., σ. 63). Αντίθ. Βαβαρέτου Γ., Παρατηρήσεις στην ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294, κατά τον οποίο τα αναθήματα των πιστών επί των εικόνων αποτελούν πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική λατρεία και προστατεύονται από την διάταξη του άρθρ. 374 περ. α’ ΠΚ, διότι χρησιμεύουν στην εκδήλωση της λατρείας των αναθεσάντων. Κατά την άποψή μου, ορθώς, τόσο η νομολογία, όσο και η θεωρία, θεωρούν ότι τα αφιερώματα των πιστών δεν αποτελούν πράγματα αφιερωμένα στην θρησκευτική ελευθερία, διότι ούτε αντικείμενα της λατρείας αποτελούν, ούτε είναι οπωσδήποτε αναγκαία για την τέλεση ιεροτελεστιών ή χρησιμοποιούνται συνήθως στις θρησκευτικές τελετές, παρά μόνον αποτελούν μέσα εξωτερίκευσης της πίστης των πιστών.

[58]. Κατά τη θεωρία, πρώτον, δεν απαιτείται ο τόπος να είναι οικοδόμημα, αλλά αρκεί να είναι εν τοις πράγμασι προορισμένος στην λατρεία, όχι π.χ. αν το πράγμα αφαιρεθεί από λιτανεία, γιατί ο δρόμος, από όπου διέρχεται η λιτανεία, δεν είναι τόπος προορισμένος για την θρησκευτική λατρεία (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3244, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., Σπινέλλη Δ., ό.π., Τρωϊάνου Σ./Παπαδημητρίου Μ., ό.π., σ. 589). Δεύτερον, το πράγμα πρέπει να αφαιρείται από τον κυρίως λατρευτικό χώρο, της οικείας θρησκείας, δηλ. μέσα από το ναό και όχι από το γραφείο του εφημέριου ή την αίθουσα κοινωνικών εκδηλώσεων του ναού (βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 95, Παύλου Σ., ό.π., σ. 79, Τρωϊάνου Σ./Παπαδημητρίου Μ., ό.π.). Τρίτον, δεν είναι αναγκαίο ο δράστης να εισέλθει εντός του ναού, αλλά μπορεί και ευρισκόμενος έξω από αυτόν να αφαιρέσει ευρισκόμενο εντός του ναού αντικείμενο αφιερωμένο στην θρησκευτική λατρεία (π.χ. να αφαιρέσει το ιερό δισκοπότηρο από το παράθυρο του ιερού), αφού, σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση του πράγματος έγινε μέσα από τον ιερό χώρο (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3240, Μανωλεδάκη Ι./Μπιτζι­λέκη Ν., ό.π., σ. 98, Παύλου Σ., ό.π.).

[59]. Βλ. ΑΠ 902/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλΘ 15/ 1994 Υπερ 1994. 350, ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294.

[60]. Βλ. ΣυμβΠλΘ 15/1994 Υπερ 1994. 350, ΠλΙ 107/ 1974 ΠοινΧρ 1974. 631.

[61]. Βλ. ΑΠ 1993/2002 ΠοινΧρ 2003. 731, ΑΠ 750/ 1987 ΠοινΧρ 1987. 752, ΑΠ 270/1986 ΠοινΧρ 1986. 578, ΑΠ 1243/1984 ΠοινΧρ 1985. 308, ΑΠ 1043/1980 ΠοινΧρ 1981. 168, ΑΠ 1173/1978 ΠοινΧρ 1979. 281, ΑΠ 104/1978 ΠοινΧρ 1978. 422, ΑΠ 204/1977 ΠοινΧρ 1977. 592, ΑΠ 642/1976 ΠοινΧρ 1977. 126, ΑΠ 54/1973 ΠοινΧρ 1973. 368, ΑΠ 563/1967 ΠοινΧρ 1968. 157, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201, ΣυμβΠλΘ 15/1994 Υπερ 1994. 350, ΕφΛ 34/1971 ΠοινΧρ 1972. 397, ΠλΝ 1118/1979 ΠοινΧρ 1979. 705, ΠλΑθ 27/1969 ΠοινΧρ 1970. 294, ΠλΚαρ 118/1968 ΠοινΧρ 1969. 379.

[62]. Βλ. ΑΠ 563/1967 ΠοινΧρ 1968. 157, ΠλΣυρ 56/ 1974 ΠοινΧρ 1974. 472.

[63]. Βλ. ΑΠ 270/1986 ΠοινΧρ 1986. 578, ΑΠ 444/ 1982 ΠοινΧρ 1983. 13, ΑΠ 951/1978 ΠοινΧρ 1979. 124, ΑΠ 642/1976 ΠοινΧρ 1977. 126, ΑΠ 953/1975 ΠοινΧρ 1976. 318, ΣυμβΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265.

[64]. Βλ. ΑΠ 953/1976 ΠοινΧρ 1976. 318, ΑΠ 422/ 1966 ΠοινΧρ 1967. 47.

[65]. Βλ. ΑΠ 54/1973 ΠοινΧρ 1973. 368, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201.

[66]. Βλ. ΑΠ 6/1979 ΠοινΧρ 1979. 352, ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403.

[67]. Βλ. ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 462/ 1969 ΠοινΧρ 1970. 26, ΕφΘ 477/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΘ 1017/1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[68]. Βλ. ΑΠ 413/1977 ΠοινΧρ 1977. 766.

[69]. Βλ. ΑΠ 953/1975 ΠοινΧρ 1976. 318, ΑΠ 226/ 1968 ΠοινΧρ 1968. 403.

[70]. Βλ. ΠοινΧρ 2003. 731.

[71]. Βλ. ΑΠ 902/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΡοδ 16/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλΘ 15/1994 Υπερ 1994. 350, ΠλΤρκ 104/1990 ΠοινΧρ 1991. 347. Έτσι και η θεωρία (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3239, Κωστάρα Α., ό.π., σ. 1182, Μανωλεδάκη Ι./Μπιτζιλέκη Ν., ό.π., σ. 98, κατά τους οποίους «δεν είναι διακριμένη κλοπή η αφαίρεση ιερού σκεύους, που υπηρετεί τη λατρεία, από το σπίτι του ιερέα, όπου αυτός τυχόν το φύλαγε», Μπουρμά Γ., ό.π., σ. 1811, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 95, Παύλου Σ., ό.π., σ. 78, κατά τον οποίο «δεν στοιχειοθετείται εξαρχής το αδίκημα της συγκεκριμένης παραγράφου του άρθρ. 374 ΠΚ, όταν το αντικείμενο που είναι μεν αφιερωμένο στη θρησκευτική λατρεία, βρίσκεται, όμως, σε κάποιο εργαστήριο για συντήρηση, καθαρισμό ή επισκευή, καθώς και όταν έχει τοποθετηθεί σε κάποια συλλογή ή μουσείο, απ’ όπου αφαιρείται, οπότε ενδεχομένως η περίπτωση αυτή και να εμπίπτει σε άλλη διακεκριμένη εκδοχή», Σπινέλλη Δ., ό.π., σ. 63). Όμως, κατά την θεωρία, δεν αρκεί η συνδρομή των δύο τούτων στοιχείων, αλλά απαιτείται και λειτουργική σύνδεση μεταξύ τους, με την έννοια ότι θα πρέπει το αντικείμενο και ο χώρος να αφορούν την ίδια θρησκεία, οπότε δεν είναι διακεκριμένη κλοπή η αφαίρεση λατρευτικού αντικειμένου, που για οποιονδήποτε λόγο βρέθηκε σε χώρο λατρείας διαφορετικής από εκείνη που υπηρετεί, με το επιχείρημα ότι, όταν ο νόμος αναφέρει «από τόπο προορισμένο γι’ αυτήν», εννοεί την ίδια λατρεία, στην οποία είναι αφιερωμένο το πράγμα (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3239 Μανωλεδάκη Ι./Μπιτζιλέκη Ν., ό.π., σ. 98, Παύλου Σ., ό.π., σ. 98, Σπινέλλη Δ., ό.π., σ. 64). Και κατά την άποψή μας, από την γραμματική ερμηνεία και μόνον του νόμου, προκύπτει ότι πρέπει να υφίσταται αυτός ο λειτουργικός σύνδεσμος μεταξύ αντικειμένου και τόπου, δηλ. να αφορούν και τα δύο στην ίδια θρησκεία.

[72]. Βλ. ΑΠ 1243/1984 ΠοινΧρ 1985. 308, ΑΠ 1931/1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 1455/1983 ΠοινΧρ 1984. 437, ΑΠ 1043/1980 ΠοινΧρ 1981. 168, ΑΠ 1173/ 1978 ΠοινΧρ 1979. 281, ΑΠ 642/1976 ΠοινΧρ 1977. 126, ΑΠ 56/1974 ΠοινΧρ 1974. 472, ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26, ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403, ΑΠ 563/1967 ΠοινΧρ 1968. 157, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201, Συμβ ΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265, ΕφΑθ 952/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛ 34/1971 ΠοινΧρ 1972. 397, ΠλΝ 1118/ 1979 ΠοινΧρ 1979. 705, ΠλΙ 107/1974 ΠοινΧρ 1974. 631. Ομοίως η θεωρία (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3239, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 94, Παύλου Σ., ό.π., σ. 79, Τρωϊάνου Σ./Παπαδημητρίου Μ., ό.π., σ. 390). Για τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απλής κλοπής (άρθρ. 372 § 1 ΠΚ), απαιτείται οποιοσδήποτε δόλος, αφού πρόκειται για Πλημμέλημα (άρθρ. 19 και 26 ΠΚ).

[73]. Βλ. ΠοινΧρ 1972. 397, πρβλ. όμως Τρωϊάνου Σ, Παρατηρήσεις, ο οποίος εκφράζει επιφυλάξεις σχετικά με την μη ύπαρξη δόλου εκ μέρους των κατηγορουμένων.

[74]. Βλ. ΑΠ 1243/1984 ΠοινΧρ 1985. 308, ΑΠ 1931/ 1983 ΠοινΧρ 1984. 680, ΑΠ 1455/1983 ΠοινΧρ 1984. 437, ΑΠ 1043/1980 ΠοινΧρ 1981. 168, ΑΠ 1173/1978 ΠοινΧρ 1979. 281, ΑΠ 642/1976 ΠοινΧρ 1977. 126, ΑΠ 56/1974 ΠοινΧρ 1974. 472, ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26, ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403, ΑΠ 563/1967 ΠοινΧρ 1968. 157, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201, Συμβ ΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265, ΕφΑθ 952/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛ 34/1971 ΠοινΧρ 1972. 397, ΠλΝ 1118/ 1979 ΠοινΧρ 1979. 705, ΠλΙ 107/1974 ΠοινΧρ 1974. 631. Ομοίως η θεωρία (βλ. Κονταξή Α., ό.π., σ. 3239, Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 94, Παύλου Σ., ό.π., σ. 79).

[75]. Βλ. ΑΠ 902/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1455/1983 ΠοινΧρ 1984. 437, ΑΠ 1173/1978 ΠοινΧρ 1979. 281, ΑΠ 413/1977 ΠοινΧρ 1977. 766, ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403, ΠλΤρκ 104/1990 ΠοινΧρ 1991. 347.

[76]. Βλ. ΑΠ 750/1987 ΠοινΧρ 1987. 752, ΑΠ 1243/ 1984 ΠοινΧρ 1985. 308.

[77]. Βλ. ΠοινΧρ 1977. 126.

[78]. Βλ. ΠοινΧρ 1969. 379.

[79]. Βλ. ΠοινΧρ 1979. 705.

[80]. Βλ. ΑΠ 6/1979 ΠοινΧρ 1979. 352, ΑΠ 1173/1978 ΠοινΧρ 1979. 281, ΠλΝ 1118/1979 ΠοινΧρ 1979. 705, πρβλ. και Μανωλεδάκη Ι./Μπιτζιλέκη Ν., ό.π., σ. 98.

[81]. Βλ. ΠλΝαυπ 1118/1979 ΠοινΧρ 1979. 705.

[82]. Βλ. ΑΠ 1043/1980 ΠοινΧρ 1981. 168.

[83]. Βλ. ΑΠ 1173/1978 ΠοινΧρ 1979. 281.

[84]. Βλ. ΠοινΧρ 1986. 578.

[85]. Βλ. για συναυτουργία: ΑΠ 270/1986 ΠοινΧρ 1986. 578, ΑΠ 1243/1984 ΠοινΧρ 1985. 308, ΑΠ 204/ 1977 ΠοινΧρ 1977. 592, ΑΠ 953/1975 ΠοινΧρ 1976. 318, ΑΠ 462/1969 ΠοινΧρ 1970. 26, ΑΠ 422/1966 ΠοινΧρ 1967. 47, ΑΠ 22/1959 ΠοινΧρ 1959. 201, ΣυμβΠλΘ 15/1994 Υπερ 1994. 350, ΕφΛ 34/1971 ΠοινΧρ 1972. 397, ΠλΤρκ 104/1990 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠλΝ 1118/ 1979 ΠοινΧρ 1979. 705, ΠλΣυρ 56/1974 ΠοινΧρ 1974. 472, για ηθική αυτουργία: ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403, ΣυμβΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265, ΠλΚαρ 118/1968 ΠοινΧρ 1969. 379, για συνέργεια: ΑΠ 951/1978 ΠοινΧρ 1979. 124, ΑΠ 226/1968 ΠοινΧρ 1968. 403, ΕφΘ 864/1996 Αρμ 1996. 1265, ΠλΚαρ 118/1968 ΠοινΧρ 1969. 379.

[86]. Βλ. ΠοινΧρ 1969. 379.

[87]. Αντίθ. Παύλου Σ., ό.π., σ. 62, κατά τον οποίο «η σχέση των δύο εγκλημάτων εμφανίζει μια παράλληλη λειτουργία με αυτήν της πολλαπλής συμμετοχής στην ίδια πράξη, και με δεδομένη την ταυτότητα των προσβαλλόμενων εννόμων αγαθών, η συρροή τους πρέπει να κριθεί ως φαινομενική πραγματική, η λύση της οποίας υπέρ της αυτουργικής πράξεως της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος δεν μπορεί να γίνει με την επίκληση της αρχής της επικουρικότητας ή της απορρόφησης, αλλά με την αρχή της συγχώνευσης». Αντίθ. και Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 635, αλλά υπέρ της αρχής της απορρόφησης.

[88]. Βλ. ΠοινΧρ 1974. 472.

[89]. Έτσι και Παύλου Σ., ό.π., σ. 60.

[90]. Βλ. ΠοινΧρ 1979. 705.

[91]. Βλ. ΠοινΧρ 1991. 347.

[92]. Βλ. ΠοινΧρ 1984. 680.

[93]. Βλ. Μαργαρίτη Μ./Μαργαρίτη Α., ό.π., σ. 1123.

[94]. Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 87.

[95]. Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 88.

[96]. Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.π.

[97]. Βλ. Μυλωνόπουλου Χ., ό.π., σ. 87.

[98]. Βλ. Ναζίρη Ι., Διαχρονικό Ποινικό Δίκαιο. Τα χρονικά όρια εφαρμογής των διατάξεων του νέου ΠΚ και του νέου ΚΠΔ, 2020, σ. 53-54.

[99].Βλ. Ναζίρη Ι., ό.π., σ. 62.

[100]. Βλ. Ναζίρη Ι., ό.π., σ. 65-66.

[101]. Βλ. Κωστάρα Α., Έννοιες και Θεσμοί του Ποινικού Δικαίου, 2η εκδ., 2004, σ. 612.