Κ. Ρούσσου: Ερμηνεία και συσχετισμός άρθρων 479 ΑΚ και 939 ΑΚ
Ερμηνεία και συσχετισμός άρθρων 479 ΑΚ και 939 ΑΚ
Κλεάνθη Ρούσσου
Καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών1
Αφορμή για τη μελέτη έδωσε γνωμοδότηση του γράφοντος σε υπόθεση οικονομικής διαφοράς, στο πλαίσιο της οποίας ο δανειστής άσκησε αρχικά την κατ’ άρθρ. 939 ΑΚ αγωγή διαρρήξεως κατά του οφειλέτη του, που είχε μεταβιβάσει το σύνολο σχεδόν της περιουσίας του σε μέλη της οικογενείας του, και ακολούθησε η εκ του άρθρ. 479 ΑΚ αγωγή. Η προκείμενη μελέτη ερευνά τα ζητήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου που προκύπτουν από την παράλληλη άσκηση των δύο αγωγών με σκοπό την ικανοποίηση της ίδιας χρηματικής απαιτήσεως. Συνοψίζονται οι λύσεις που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα στα ερμηνευτικά ζητήματα που αναδύει η εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ και συγκρίνεται η διάταξη αυτή με τις περί καταδολίευσης δανειστών διατάξεις των άρθρ. 939 επ. ΑΚ ως προς τους όρους εφαρμογής και ως προς τις έννομες συνέπειες που παράγει η καθεμία από τις δύο ομάδες διατάξεων.
1. Εισαγωγή: Τα ερμηνευτικά ζητήματα εκ του άρθρου 479 ΑΚ
Το άρθρο 479 ΑΚ ορίζει: «Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στον δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση».
Τα ερμηνευτικά ζητήματα που προκύπτουν από τη διάταξη αυτή, σε γενικές γραμμές έχουν αρκούντως αναλυθεί και επιλυθεί από τη θεωρία και νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως.
α) αν η μεταβιβαζόμενη περιουσία πρέπει να αντιστοιχεί στο σύνολο ή σε σημαντικό μέρος της περιουσίας του μεταβιβάζοντος,
β) αν ο αποκτών ευθύνεται με αυτούσια την περιουσία (ή επιχείρηση) που απέκτησε (cum viribus patrimonii) ή αν ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία μέχρι την αξία των περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε (pro viribus patrimonii),
γ) αν η ευθύνη του αποκτώντος προσδιορίζεται από την έκταση του χρέους του μεταβιβάζοντος, όπως αυτό υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ή όπως αυτό διαμορφώθηκε μετέπειτα,
δ) αν ο αποκτών πρέπει να τελεί εν γνώσει της σημασίας της μεταβιβαζόμενης περιουσίας για την εξυπηρέτηση των οφειλών του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και ποιο είναι, συγκεκριμένα, το αντικείμενο της γνώσης του,
ε) αν η αξία των μεταβιβαζομένων περιουσιακών στοιχείων θα υπολογισθεί με την αξία που αυτά είχαν κατά την μεταβίβαση ή κατά τον χρόνο που ο δανειστής εγείρει θέμα ευθύνης του αποκτώντος ή άλλο χρονικό σημείο.
Σημειώνεται εκ προοιμίου ότι η ρύθμιση του άρθρου 479 ΑΚ έχει κατά καιρούς αντιμετωπίσει τη δικαιοπολιτική κριτική της θεωρίας2 με το σκεπτικό ότι αποτελεί τροχοπέδη για τις συναλλαγές, ότι υπερεκτιμώνται τα συμφέροντα των δανειστών του μεταβιβάζοντος λαμβανομένης υπ’ όψιν και της προστασίας που τους προσφέρουν ήδη οι διατάξεις των άρθρων 939 επ. ΑΚ από καταδολιευτικές μεταβιβάσεις. Η κριτική αυτή διατυπώνεται κυρίως για την περίπτωση που ο τρίτος αποκτά περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη καταβάλλοντας το εύλογο αντίτιμό τους, οπότε με το καταβληθέν αντίτιμο, τουλάχιστον θεωρητικά, αποκαθίσταται η αξία της περιουσίας του οφειλέτη, από την οποία μπορεί ο δανειστής του να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του.
Μάλιστα, ο Μιχάλης Σταθόπουλος, ασπαζόμενος εν μέρει τη κριτική αυτή, εκφράζει στο περί γενικού ενοχικού δικαίου σύγγραμμά του την άποψη, ότι η αμφισβήτηση που επικρατεί ως προς τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ «καθιστά αναγκαία, αν όχι την κατάργησή της, τουλάχιστον την αναθεώρησή της προς την κατεύθυνση της αυστηροποίησης των προϋποθέσεών της και του περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της»3.
Πάντως, ο νομοθέτης κατά τη διαμόρφωση των διατάξεων του άρθρου 479 ΑΚ έχει λάβει υπ’ όψιν τις επαχθείς μεταβιβάσεις και έχει ταχθεί υπέρ της αδιάκριτης εφαρμογής της διατάξεως ανεξάρτητα αν η μεταβίβαση λαμβάνει χώρα από χαριστική ή από επαχθή αιτία. Ο λόγος της θέσης αυτής του νομοθέτη πρέπει να αναζητηθεί αφενός μεν στο ότι ο δανειστής έχει δυσχερή πρόσβαση στο αντίτιμο που εισπράττει ο οφειλέτης για την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων, στη συνήθη περίπτωση που το αντίτιμο καταβάλλεται από τον αποκτώντα σε χρήμα, και αφετέρου στην καχυποψία για τα εικονικά στοιχεία που μπορεί να συνοδεύουν μια επαχθή συναλλαγή.
Παρά την ασκηθείσα από τη θεωρία κριτική στις ρυθμίσεις του άρθρου 479 ΑΚ είναι βέβαιο ότι σήμερα είμαστε ακόμα μακριά από τέτοιες μεταρρυθμίσεις είτε του άρθρου 479 ΑΚ, είτε άλλων διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Η διεθνής εμπειρία όσο και οι εμπειρίες από τις αποσπασματικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις των τελευταίων περίπου 25 ετών στην κωδικοποιημένη νομοθεσία δείχνουν ότι ειδικά οι μεταρρυθμίσεις στον Αστικό Κώδικα και ιδίως στο πρώτο και δεύτερο βιβλίο αυτού απαιτούν πολύ χρόνο και επιστημονική ωρίμανση, ώστε να είναι επιτυχείς, βελτιωτικές των υφισταμένων ρυθμίσεων και απαλλαγμένες από πολυπλοκότητες και μακροσκελείς διατυπώσεις εννοιολογικού περφεξιονισμού.
Ο γράφων δεν συμμερίζεται την ασκηθείσα στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ δικαιοπολιτική κριτική, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει για τις χαριστικές μεταβιβάσεις.
2. Προϋποθέσεις εφαρμογής άρθρου 479 ΑΚ
α) Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχειρήσεως εν συνόλω ή κατά σημαντικό μέρος
Η εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ έχει ως βασική προϋπόθεση ότι απαιτείται να έχει συντελεσθεί η μεταβίβαση περιουσίας ή επιχειρήσεως από τον οφειλέτη προς τρίτον με την κατάρτιση σχετικής εκποιητικής δικαιοπραξίας μη αρκούσης της συνάψεως ενοχικής απλώς συμφωνίας ανάληψης υποχρεώσεως προς μεταβίβαση4. Δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρ. 479 ΑΚ η εκ του νόμου ή εκ δικαστικής αποφάσεως μεταβίβαση περιουσίας ή η απόκτησή της μέσω αναγκαστικού πλειστηριασμού5.
Το άρθρ. 479 ΑΚ αναφέρεται στη μεταβίβαση περιουσίας, χωρίς άλλες διακρίσεις. Γίνεται, όμως, δεκτό α) ότι ως περιουσία «νοείται μόνο το ενεργητικό, δηλαδή το σύνολο της περιουσίας μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων»6 και β) ότι το άρθρ. 479 ΑΚ εφαρμόζεται τόσο όταν η μεταβίβαση αφορά στο σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη / μεταβιβάζοντος όσο και όταν αφορά σε σημαντικό μέρος αυτής7.
Μεταβίβαση ενεργητικού με την έννοια του άρθρ. 479 ΑΚ δεν συντρέχει όταν υπάρχουν βάρη στο μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο υπέρτερα της αξίας του8.
Μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας υπάρχει και όταν εξαιρέθηκαν ασήμαντα σχετικώς περιουσιακά στοιχεία9. Σύμφωνα με τη διατύπωση Σταθοπούλου «η διάταξη θα εφαρμοσθεί και όταν η μεταβίβαση εξαιρεί από το σύνολο της περιουσίας του μεταβιβάζοντος ασήμαντο μέρος της ή ασήμαντο ποσοστό αυτής (π.χ. μεταβιβάζεται το 80% ή το 90% της περιουσίας), οπότε θα θεωρηθεί ότι στην ουσία μεταβιβάζεται το σύνολο κατά την έννοια της ΑΚ 479. Σ’ αυτή πάντως την περίπτωση η ευθύνη του αποκτώντος περιορίζεται κατά το ποσοστό που δεν του μεταβιβάσθηκε»10.
Πάντως, κατά τη γενικώς κρατούσα πλέον άποψη η εφαρμογή του άρθρ. 479 ΑΚ δεν απαιτεί απαραιτήτως μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού της περιουσίας του μεταβιβάζοντος11. Αρκεί και η μεταβίβαση μεμονωμένων περιουσιακών αντικειμένων, αν αυτά συγκροτούν το μόνο ενεργητικό της περιουσίας ή σημαντικό ποσοστό αυτής. Συναφώς, το Ακυρωτικό νομολογεί παγίως ότι «κατά το άρθρο 479 § 1 ΑΚ … απαιτείται η μεταβίβαση να περιλαμβάνει όλα τα αποτελούντα την περιουσία καθ` έκαστον στοιχεία έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτή αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως δε μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν το μόνο ενεργητικό της περιουσίας, ή σημαντικό ποσοστό αυτής» 12(υπογρ. δικές μας).
Ήδη ο Μιχαηλίδης-Νουάρος σχολιάζει στην ΕρμΑΚ το άρθρο 479 ΑΚ ως εξής: «Ἡ μεταβίβασις της περιουσίας δύναται να είναι είτε ολική (αφορώσα το σύνολον του ενεργητικού) είτε μερική (αφορώσα εις ωρισμένον ποσοστόν αυτού), η δε ευθύνη του αποκτώντος θα είναι ανάλογος προς το συμφωνηθέν ποσοστόν … Ολική μεταβίβασις θεωρείται υπάρχουσα και όταν μετεβιβάσθησαν μεμονωμένα αντικείμενα, εφ’ όσον ταύτα αποτελούν, κατά την πρόθεσιν των μερών, τα κυριώτερα ή τα πλέον αντιπροσωπευτικά στοιχεία της όλης περιουσίας»13.
Γίνεται περαιτέρω δεκτό, ότι αφορά σε νομικό ζήτημα η κρίση του δικαστηρίου για το αν η επίδικη μεταβίβαση καταλαμβάνει σημαντικό μέρος της περιουσίας του μεταβιβάζοντος ή όχι14.
Στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 479 ΑΚ γίνεται επίσης δεκτό, και ορθώς, ότι «οι διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ εφαρμόζονται και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως στην τελευταία περίπτωση οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση»15 (υπογρ. δικές μας).
Οι εν λόγω μεταβιβαστικές πράξεις μπορεί να αφορούν σε μεταβίβαση στο ίδιο πρόσωπο ή σε διαφορετικά πρόσωπα ως αποκτώντες. Κατά την προπαρατεθείσα δε νομολογία, οι περισσότερες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες απαιτείται να ευρίσκονται σε χρονική και οικονομική συνάφεια μεταξύ τους. Είναι γεγονός ότι από τη διατύπωση του άρθρου 479 ΑΚ δεν προκύπτει η αναγκαιότητα τέτοιας συναφείας. Η προϋπόθεση αυτή που τάσσεται από τη νομολογία συνδέεται ιστορικά με την ερμηνευτική τελεολογική διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως από τη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού που απαιτούνταν αρχικά, όπως αποτυπώνεται και στο σύγγραμμα του Μπαλή, στη μεταβίβαση σημαντικού μέρους του ενεργητικού και μάλιστα με πλειάδα μεταβιβαστικών πράξεων. Η διεύρυνση αυτή σε συνδυασμό με το σκοπό της διάταξης για τη διασφάλιση των συμφερόντων των δανειστών δικαιολογεί την απαίτηση που διατυπώνεται για συνάφεια μεταξύ των περισσοτέρων μεταβιβάσεων, με τις οποίες απογυμνώνεται ο οφειλέτης από την περιουσία του.
Συνάφεια δεν σημαίνει απαραίτητα ταυτόχρονη σύναψη των περισσότερων μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών· συντρέχει και όταν υπάρχει εύλογη χρονική απόσταση μεταξύ τους, αν καθίσταται αναγνωρίσιμη η πρόθεση του οφειλέτη να απαλλαγεί από περιουσιακά στοιχεία όταν διαφαίνεται αντικειμενικά ο κίνδυνος να περιέλθουν εις χείρας των δανειστών του.
Η συνδρομή ή μη τέτοιας συνάφειας στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, πρόκειται, όμως, για κρίση επί νομικού ζητήματος αφού αφορά στην ερμηνεία και εφαρμογή της κατά το άρθρ. 479 ΑΚ έννοιας της μεταβίβασης. Αντικείμενο δηλ. της δικαστικής κρίσης είναι αν οι περισσότερες, σύγχρονες ή διαδοχικές μεταβιβαστικές πράξεις, εμπίπτουν στην κατά την ως άνω διάταξη έννοια της μεταβίβασης περιουσίας ή επιχειρήσεως, εν όλω ή κατά σημαντικό ποσοστό αυτής.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, προκύπτει ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ ευρίσκονται στο επίκεντρο τα μεταβιβαζόμενα από τον οφειλέτη περιουσιακά στοιχεία. Η εναπομένουσα στον ίδιο οφειλέτη περιουσία δεν ενδιαφέρει αν και ποιο ποσοστό της παρούσης περιουσίας του αντιπροσωπεύει ή ποιο ποσοστό αντιπροσώπευε προ της μεταβιβάσεως. Η εναπομένουσα περιουσία ενδιαφέρει μόνο από την άποψη της προστασίας του δανειστή, δηλ. μόνο από την άποψη αν είναι επαρκής για την ικανοποίηση της απαιτήσεως που προβάλλει. Αν είναι επαρκής, δεν τίθεται θέμα πρόσθετης προστασίας του δανειστή με τις προϋποθέσεις του άρθρου 479 ΑΚ κατά του προσώπου που απέκτησε περιουσία από τον οφειλέτη του. Επομένως, η διάταξη θα εφαρμοσθεί μόνο αν, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεών της, ο δανειστής στερείται της δυνατότητος να ικανοποιήσει την απαίτησή του.
Δεν αποτελεί, όμως, προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρ. 479 ΑΚ η επίκληση και προσκόμιση στοιχείων από μέρους του δανειστή που να αποδεικνύουν την ανεπάρκεια της εναπομένουσας περιουσίας για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Αυτό είναι προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρ. 939 ΑΚ, όχι, όμως, και του άρθρου 479 ΑΚ. Το μόνο κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι η έκταση της μεταβιβαζομένης περιουσίας, αν εξαντλεί το σύνολο ή σημαντικό ποσοστό του ενεργητικού της.
Από όλες τις παραπάνω τοποθετήσεις εξάγεται ως συμπέρασμα ότι κρατεί η άποψις, ότι η εφαρμογή του άρθρ. 479 ΑΚ προϋποθέτει μεταβίβαση του συνόλου ή σημαντικού μέρους του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη. Η ορθότης της απόψεως αυτής συμβαδίζει με το γράμμα και τον σκοπό του άρθρου 479 ΑΚ. Η διάταξη θέτει ως προϋπόθεση της εφαρμογής της την μεταβίβαση περιουσίας, χωρίς κατά το γράμμα της να κάνει διάκριση μεταξύ συνόλου ή ποσοστού της μεταβιβαζομένης περιουσίας. Η έλλειψη τέτοιας διακρίσεως δικαιολογείται εκ του σκοπού της διατάξεως, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των δανειστών από την δια μεταβιβάσεων εξάλειψη της περιουσιακής υποδομής του οφειλέτη προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Η εφαρμογή της διατάξεως δικαιολογείται όχι μόνο όταν μεταβιβάζεται το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη αλλά και σημαντικό ποσοστό αυτής. Κατά την ενδεικτικώς παρατιθέμενη περιπτωσιολογία Σταθοπούλου, το 80% του ενεργητικού συνιστά ήδη τόσο σημαντικό μέρος περιουσίας, ώστε να γίνεται λόγος στην περίπτωση αυτή για μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού. Μεταβίβαση σημαντικού μέρους ή σημαντικού ποσοστού του ενεργητικού της περιουσίας μπορεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ να θεωρηθεί ότι υπάρχει και όταν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία αντιπροσωπεύουν και πολύ χαμηλότερο ποσοστό της περιουσίας, εφόσον με τη μεταβίβαση του ποσοστού αυτού στερείται ο δανειστής της δυνατότητος να ικανοποιήσει εν όλω ή εν μέρει την απαίτησή του.
β) Χρόνος μεταβίβασης
Κρίσιμος χρόνος για τη γένεση της εκ του άρθρου 479 ΑΚ αξιώσεως του δανειστή είναι ο χρόνος κατάρτισης της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας μεταξύ του οφειλέτου και του τρίτου αποκτώντος16. Η συνδρομή των προϋποθέσεων της διατάξεως αυτής και της εξ αυτής ευθύνης του αποκτώντος ερευνώνται με βάση τον χρόνο αυτό της μεταβιβάσεως, της συνάψεως δηλ. της εκποιητικής δικαιοπραξίας, με την οποία μεταβιβάστηκε στον αποκτώντα η περιουσία ή η επιχείρηση του οφειλέτου17.
Γεγονότα που μεσολαβούν μετά τον παραπάνω χρόνο δεν είναι κρίσιμα για την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ. Έτσι αν στο μεταξύ έχουν διαρρηχθεί κάποιες από τις απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες του οφειλέτη και απέκτησε έτσι ο δανειστής του δυνατότητα αναγκαστικής εκτελέσεως στα περιουσιακά στοιχεία στα οποία αφορά η διάρρηξη, η εξέλιξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ. Βεβαίως, σύμφωνα και με όσα εκθέσαμε πιο πάνω για τη σχέση της διάταξης με τις περί καταδολίευσης δανειστών διατάξεις, η εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ και η εξ αυτής ευθύνη του τρίτου αποκτώντος προϋποθέτει ότι από τις μέχρι τώρα εξελίξεις δεν έχει ικανοποιηθεί, δεν έχει ολοσχερώς εξοφληθεί η απαίτηση του δανειστή.
γ) Ως προς τη γνώση του αποκτώντος
Σε αντίθεση με τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας με την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ, όπου απαιτείται γνώση του τρίτου ότι η απαλλοτρίωση έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη των δανειστών του, η διάταξη του άρθρ. 479 ΑΚ, κατά το γράμμα της, δεν απαιτεί γνώση του αποκτώντος ούτε ως προς την ύπαρξη χρεών του μεταβιβάζοντος, ούτε ως προς το ποσοστό συμμετοχής του μεταβιβαζομένου αντικειμένου στην περιουσία του μεταβιβάζοντος. Εντούτοις γίνεται γενικώς δεκτό ότι ο αποκτών πρέπει «να γνώριζε ότι μεταβιβάστηκε σ’ αυτόν η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικώτερο τμήμα αυτής, η γνώση δε αυτής θεωρείται ότι υπάρχει, όταν, από τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, προκύπτει ότι εγνώριζε αυτός την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μεταβιβασθείσα σ` αυτόν περιουσία αποτελούσε το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα αυτής»18.
Ως προς το αντικείμενο της γνώσης του αποκτώντος η θεωρία κάνει ορισμένες διαφοροποιήσεις ως ακολούθως19. Γίνεται δεκτό ότι επί μεταβιβάσεως ρητώς του συνόλου του ενεργητικού περιουσίας, η γνώση του αποκτώντος είναι προφανής και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη απόδειξη, ενώ επί μεταβιβάσεως μεμονωμένου ή μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων η κατ’ άρθρ. 479 ΑΚ ευθύνη του αποκτώντος προϋποθέτει την απόδειξη της γνώσης του ότι το μεταβιβαζόμενο ή τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συγκροτούν το σύνολο ή σημαντικό μέρος της περιουσίας του οφειλέτη / μεταβιβάζοντος.
Εν κατακλείδι, αντικείμενο της γνώσης του αποκτώντος δεν είναι τα χρέη ή η υπερχρέωση του μεταβιβάζοντος20 αλλά μόνο το ποσοστό συμμετοχής του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου στην περιουσία του είτε με την έννοια ότι το μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο αποτελεί το σύνολο της περιουσίας του, είτε με την έννοια ότι αποτελεί σημαντικό ποσοστό αυτής.
δ) Η ευθύνη του αποκτώντος και η νομική της φύση
Ως προς την ευθύνη του αποκτώντος έχουν διαμορφωθεί δύο επιστημονικές απόψεις, δύο τάσεις. Η μία υποστηρίζει ότι η ευθύνη του περιορίζεται στα αντικείμενα της αποκτώμενης περιουσίας (cum viribus patrimonii) και ως κύριο επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής γίνεται παραλληλισμός με τη ρύθμιση του άρθρου 1904 ΑΚ για την ευθύνη του εξ απογραφής κληρονόμου με τα στοιχεία του ενεργητικού της κληρονομίας21. Η αντίθετη άποψη, η οποία και φαίνεται πλέον να έχει επικρατήσει, υποστηρίζει την ευθύνη του αποκτώντος με την προσωπική του περιουσία, αλλά περιορισμένα μέχρι την αξία της μεταβιβαζομένης περιουσίας ή επιχειρήσεως (pro viribus patrimonii), όπως άλλωστε προκύπτει ήδη από το γράμμα του άρθρου 479 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, ο Μπαλής γράφει ότι «ο αποκτών θεωρείται ex lege ως αναδεχθείς τα χρέη του μεταβιβάζοντος και ευθύνεται ως προς αυτά, αλλά pro viribus patrimonii και ουχί cum viribus. Συνεπώς η μετά την μεταβίβασιν τυχαία καταστροφή των μεταβιβασθέντων δεν απαλλάσσει αυτόν της ευθύνης, εκτός αν κατά τας γενικάς διατάξεις αποδεικνύη ότι και παρά τω οφειλέτη ταύτα υπάρχοντα θα κατεστρέφοντο»22.
Η άποψη Μπαλή ακολουθείται από την απολύτως κρατούσα γνώμη23, η οποία θεωρεί, και ορθώς, ότι η ευθύνη του αποκτώντος είναι pro viribus. Η κρατούσα γνώμη «ανταποκρίνεται τόσο στο γράμμα της διάταξης (‘έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων’) όσο και στο πνεύμα της, που είναι γενικά η ενοχική ευθύνη του αποκτώντος για τα χρέη. Αν ο νομοθέτης ήθελε την ευθύνη cum viribus, θα καθιστούσε τα μεταβιβασθέντα αντικείμενα χωριστή περιουσιακή ομάδα (όπως π.χ. στις ΑΚ 1901 επ., 1905), πράγμα όμως που εδώ δεν το έπραξε»24.
ε) Η έκταση της ευθύνης του αποκτώντος
Αντικείμενο της ευθύνης του αποκτώντος είναι οι υφιστάμενες οφειλές του μεταβιβάζοντος κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως. Κατά την απολύτως κρατούσα άποψη, η ευθύνη του αποκτώντος αφορά στο υφιστάμενο κατά τη μεταβίβαση χρέος και στο ύψος που αυτό διαμορφώνεται και μετά τη μεταβίβαση μέχρι την εξόφλησή του. Συγκεκριμένα, το Ακυρωτικό δέχεται κατά παγία νομολογία ότι «εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρ. 479 ΑΚ και τα χρέη που τελούσαν κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, εφόσον αυτή υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 1129/1983, 377/1987, 829/2003, 909/2010)»25. Ο Μπαλής διατυπώνει τον κανόνα αυτό ως εξής: «Η αναδοχή του αποκτώντος ορά τα κατά τον χρόνον της μεταβιβάσεως υφιστάμενα χρέη ως και τα υπό αίρεσιν τοιαύτα. Τα μετέπειτα χρέη δεν περιλαμβάνονται ειμή μόνον αν προέρχωνται εξ αλλοιώσεως ή επεκτάσεως της κατά την μεταβίβασιν υφισταμένης ενοχής»26. Ως αλλοίωση δε της ενοχής ορίζει ο ίδιος Μπαλής την αλλοίωσή της είτε κατά τα υποκείμενα, είτε κατά το αντικείμενο αυτής, οπότε και στις δύο περιπτώσεις «η ενοχή παραμένει η αυτή … Αντικειμενική αλλοίωσις επέρχεται όταν εις την αρχικήν παροχήν προστίθεταί τι (τόκοι, καρποί, ποινική ρήτρα) ή όταν η αρχική παροχή εν όλω ή εν μέρει αντικαθίσταται δι’ άλλης, λαμβανούσης την θέσιν εκείνης, π.χ. αντικαθίσταται δια του διαφέροντος»27.
Αντίθετα, δεν καταλαμβάνονται από την κατ’ άρθρο 479 ΑΚ ευθύνη του αποκτώντοςοφειλές και χρέη, των οποίων ο γενεσιουργός λόγος προέκυψε μετά τη μεταβίβαση. Επί παραδείγματι, η μετά τη μεταβίβαση συμφωνούμενη αύξηση του ορίου πίστωσης στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης δεν καταλαμβάνεται από την κατ’ ΑΚ 479 ευθύνη του αποκτώντος, σε αντίθεση με το υπόλοιπο της αρχικής σύμβασης πίστωσης, όπως υπήρχε κατά τη μεταβίβαση και στο ύψος που διαμορφώθηκε μετά, με την προσθήκη τόκων ή άλλων παρεπομένων κονδυλίων οφειλής, το οποίο καταλαμβάνεται από την κατά το άρθρ. 479 ΑΚ ευθύνη του αποκτώντος, έστω και αν το κλείσιμο του λογαριασμού έγινε από την πιστώτρια τράπεζα μετά τη μεταβιβαστική του άρθρ. 479 ΑΚ δικαιοπραξία28.
στ) Το μέτρο της ευθύνης του αποκτώντος
Αφού με βάση την απολύτως κρατούσα άποψη ο αποκτών ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία (pro viribus) μέχρι την αξία της περιουσίας που απέκτησε, ερωτάται ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας της αποκτηθείσης περιουσίας. Οι απόψεις της θεωρίας διχάζονται κατά την απάντηση του ερωτήματος αυτού. Κατά μία άποψη29 κρίσιμος είναι ο χρόνος της μεταβίβασης. Κατ’ άλλη άποψη «ως χρόνος υπολογισμού δέον να λαμβάνεται ο χρόνος καθ’ όν ο αποκτών κατέστη υπερήμερος (δι’ οχλήσεως προς καταβολήν των χρεών), εν περιπτώσει δε επιδικίας ο χρόνος της καταψηφίσεως, ήτοι της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως»30.
Όταν η νομολογία στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναφέρεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 479 ΑΚ, διατυπώνει παγίως τη θέση ότι η ευθύνη του αποκτώντος περιορίζεται «συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης»31.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της τοποθέτησης αυτής, το μέτρο της αξίας των μεταβιβαζομένων περιουσιακών στοιχείων, λεκτέα τα εξής. Με βάση τις μέχρι σήμερα θέσεις της νομολογίας δημιουργείται η βεβαιότητα ότι μέτρο αξίας είναι η πραγματική, η αγοραία αξία του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου. Στην έκταση που στις μέχρι σήμερα κριθείσες υποθέσεις προέκυψε πράγματι ανάγκη συγκεκριμένου προσδιορισμού της αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, ιδίως όταν πρόκειται για ακίνητα, η νομολογία λαμβάνει υπ’ όψιν, την αγοραία (πραγματική, εμπορική) αξία αυτών32.
Η διαμόρφωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων μέσα στο χρόνο είναι αποτέλεσμα πολλών και αστάθμητων παραγόντων, κατά κανόνα ανεξάρτητων από τη στάση και τις πράξεις του αποκτώντος και του μεταβιβάζοντος, των πρωταγωνιστών στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 479 ΑΚ. Δεν αποκλείεται, όμως, να συμβάλλουν στη μεταβολή της αξίας των μεταβιβαζομένων περιουσιακών στοιχείων και οι διαχειριστικές πράξεις του αποκτώντος και δη να συμβάλλουν είτε προς τα χείρω, είτε προς τα βελτίω, είτε στη μείωση της αξίας της αποκτηθείσας περιουσίας, είτε στην αύξηση της αξίας της.
Χωρίς να κάνει τέτοιες διακρίσεις, η κρατούσα άποψη προσδιορίζει την έκταση της ευθύνης του αποκτώντος με βάση την αγοραία αξία της μεταβιβαζόμενης περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Δεν πρέπει, όμως, να παροράται ότι για το νομοθέτη σημείο αναφοράς είναι η μεταβίβαση της περιουσίας ως ομάδος33, η οποία ήταν υπέγγυα έναντι των δανειστών του μεταβιβάζοντος. Με τη μεταβίβαση χάνεται για τους δανειστές, κατά Σταθόπουλο, η υπεγγυότητα και η δυνατότητα παραγωγικής αξιοποίησης της περιουσίας αυτής (από τον οφειλέτη / μεταβιβάζοντα) και υποκαθίσταται από την ενοχική ευθύνη του αποκτώντος34.
Αφού με βάση την κρατούσα αρχή της pro viribus ευθύνης του αποκτώντος, τυχαία καταστροφή του αποκτηθέντος περιουσιακού στοιχείου δεν τον απαλλάσσει από την κατ’ άρθρ. 479 ΑΚ ευθύνη του, για την ταυτότητα του νομικού λόγου δεν πρέπει να τον απαλλάσσει και τυχόν μείωση της αξίας του μεταβιβασθέντος περιουσιακού στοιχείου από αστάθμητους παράγοντες των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά και των εν γένει συνθηκών. Η θέση αυτή είναι, άλλωστε, συνεπής προς την κρατούσα άποψη ότι το μέτρο της ευθύνης του αποκτώντος προσδιορίζεται από την αξία της μεταβιβασθείσας περιουσίας ή των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Το μόνο ερώτημα που δεν απαντά η ως άνω κρατούσα άποψη είναι, αν θα εμμείνομε στην αξία του χρόνου της μεταβίβασης και στην περίπτωση που έχει στο μεταξύ επέλθει σημαντική αύξηση της αξίας της μεταβιβασθείσας περιουσίας. Καθορίζεται και στην περίπτωση αυτή το μέτρο της ευθύνης του αποκτώντος από την αξία που είχε το μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ή από την αξία που απέκτησε αυτό μεταγενέστερα από την εξέλιξη και τους λοιπούς αστάθμητους παράγοντες της αγοράς;
Εφόσον σημείο αναφοράς της ευθύνης του αποκτώντος είναι η αποκτηθείσα περιουσία, το μέτρο της ευθύνης του θα προσδιορισθεί με βάση την αξία που διαμορφώνεται κατά τον χρόνο αποπληρωμής της οφειλής μέσω του άρθρ. 479 ΑΚ ή τουλάχιστον κατά τον χρόνο της τελεσίδικης καταδίκης σε πληρωμή του αποκτώντος με βάση την ίδια διάταξη. Ο αποκτών καταβάλλει εδώ την αξία που κατέχει με τη μορφή του αποκτηθέντος περιουσιακού στοιχείου, η ευθύνη του προσδιορίζεται κατ’ αρχήν από την αξία αυτή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Σε περίπτωση, όμως, που από την εξέλιξη των συνθηκών της αγοράς μεσολαβήσει αύξηση της ίδιας αξίας μέχρι ο αποκτών να ανταποκριθεί στην εκ του άρθρου 479 ΑΚ υποχρέωσή του, μέτρο της ευθύνης του θα είναι η αυξημένη πια αξία, αφού αυτή πια αντιπροσωπεύει την αξία που απέκτησε.
3. Η παυλιανή αγωγή (άρθρ. 939 επ. ΑΚ), σχέση με το άρθρ. 479 ΑΚ
Παράλληλα με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, όταν ο οφειλέτης μεταβιβάζει περιουσιακά του στοιχεία, ο δανειστής έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών του με διάρρηξη των μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών με τις διατάξεις των άρθρων 939 επ. ΑΚ.
Ο σκοπός διασφάλισης των συμφερόντων του δανειστή είναι κοινός και στις διατάξεις των άρθρων 939 επ. ΑΚ35 και σε αυτές του άρθρου 479 ΑΚ36. Και στις δύο επίσης περιπτώσεις ο δανειστής παρεμβαίνει κατασταλτικά εκ των υστέρων, αφού δηλαδή ο οφειλέτης έχει ήδη εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία που θα χρησίμευαν για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του.
Παρά τον κοινό σκοπό των προαναφερόμενων διατάξεων, τα δικαιώματα που αναγνωρίζουν και παρέχουν στο δανειστή διαφέρουν ουσιωδώς τόσο ως προς τις προϋποθέσεις τους όσο και ως προς τις έννομες συνέπειες που παράγουν37.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ και την ευδοκίμηση της σχετικής παυλιανής αγωγής διαπλάσσεται νέα κατάσταση, ήτοι το απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο επανεντάσσεται εκ του νόμου στην περιουσία του οφειλέτη σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 943 ΑΚ σε συνδ. με τα άρθρ. 936 § 3 και 992 § 1 ΚΠολΔ, με συνέπεια ο δανειστής να μπορεί πλέον να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση στο επανενταχθέν στην περιουσία του οφειλέτη περιουσιακό στοιχείο38.
Η απόφαση που δέχεται την αγωγή διαρρήξεως είναι κατά γενική ομολογία διαπλαστική και η σχετική αγωγή και το αίτημά της είναι επίσης διαπλαστικά. Με την απόφαση που κάνει δεκτή την αγωγή διαρρήξεως απαγγέλλεται η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, η διάρρηξη δηλ. της μεταβίβασης από τον οφειλέτη προς τον τρίτο και διαπλάσσεται μια νέα ιδιόρρυθμη νομική κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας «ακυρώνεται» η απαλλοτρίωση κατά το υποσχετικό τμήμα της υπέρ του δανειστή και γεννάται η εκ του άρθρου 943 ΑΚ αποκαταστατική σχέση. Όμως η καταδολιευτική απαλλοτρίωση μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου δεν θίγεται.
Αυτό γινόταν δεκτό τόσο προ του ν. 2298/ 1995 όσο και μετά την ψήφιση του νόμου αυτού, ο οποίος εισήγαγε την ευνοϊκή για τον επιτυχόντα τη διάρρηξη της μεταβίβασης ακινήτου δανειστή τροποποίηση του άρθρου 992 § 1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής διαρρήξεως ακινήτου χορηγήθηκε στο δανειστή δικαίωμα απευθείας κατάσχεσης του ακινήτου «στην περιουσία του οφειλέτη», σαν να είναι δηλ. (ακόμα) περιουσία του οφειλέτη.
Ειδικότερα, πριν από την ως άνω τροποποίηση του άρθρου 992 § 1 ΚΠολΔ γινόταν δεκτό, ότι ο τρίτος κατά το άρθρ. 943 § 1 ΑΚ έχει μόνο απέναντι στο δανειστή την ενοχική υποχρέωση να «αποκαταστήσει τα πράγματα στην θέση που ήταν» (άρθρ. 943 § 1 εδ. α΄), δηλαδή «να αναμεταβιβάσει στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης»39. Ήδη υπό την ισχύ μόνου του άρθρου 943 § 1 ΑΚ, χωρίς ακόμα τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του άρθρ. 992 ΚΠολΔ με το ν. 2298/1995, γινόταν δεκτό ότι «η απαγγελία της διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση ανάμεσα στον οφειλέτη και τον τρίτο αλλά μόνο ανάμεσα στον τρίτο και στον ενάγοντα δανειστή και, καταρχήν, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του τελευταίου, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από το παραπάνω μέτρο»40.
Μετά την τροποποίηση του άρθρου 992 § 1 ΚΠολΔ γίνεται επίσης, κατά μείζονα λόγο, δεκτό ότι «η απαγγελία της διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο αλλά μόνο ανάμεσα στον τρίτο και στον ενάγοντα δανειστή και, καταρχήν, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του τελευταίου, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για τη διάρρηξη πέρα από το παραπάνω μέτρο»41. Και πιο συγκεκριμένα, ακόμα, ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 992 § 1 ΚΠολΔ διευκρινίζεται ότι επέρχεται ιδιόρρυθμη κατάσταση, η οποία επιτρέπει στο δανειστή την κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου σαν να ήταν περιουσία του οφειλέτη, χωρίς, όμως, να θίγεται η ίδια η μεταβίβαση του τελευταίου προς τον τρίτο. Η διαπλαστική ενέργεια της αποφάσεως που απαγγέλλει την διάρρηξη, κατά την περαιτέρω διατύπωση Κορνηλάκη, «επέρχεται μόνο σε σχέση με το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη: … Έτσι, μπορεί να κατασχεθεί από το δανειστή ως περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, χωρίς να χρειάζεται η επαναμεταβίβασή του σ’ αυτόν»42.
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το πλάσμα δικαίου που ουσιαστικώς εισάγει το άρθρο 992 ΚΠολΔ το ακίνητο λογίζεται ως επανερχόμενο στην περιουσία του οφειλέτη μόνο για να νομιμοποιηθεί ο δανειστής στην κατάσχεσή του και στην εκ της αναγκαστικής εκποιήσεώς του ικανοποίηση της απαιτήσεώς του.
Κατά τη θεμελιώδη για το θέμα απόφαση 552/2011 Αρείου Πάγου, με βάση την αρχική έννοια της διάταξης του άρθρ. 943 ΑΚ «η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 949 του ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό»43. Μετά, όμως, τις αλλαγές που επέφερε ο ν. 2298/1995 στα άρθρα 936 § 3 και 992 § 1 ΚΠολΔ «η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δεν δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 του ΑΚ, αλλά μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μην είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε. Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκεται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 του ΑΚ και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν", συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του, όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη»44.
Οι παραπάνω θέσεις επαναλαμβάνονται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια και στη μεταγενέστερη νομολογία του Αρείου Πάγου και στην πρόσφατη σχετικά τοποθέτηση του 16ου Τμήματος του Εφετείου Αθηνών περιγράφεται εύστοχα η ιδιόρρυθμη κατάσταση που δημιουργείται μετά τη διάρρηξη της μεταβίβασης ακινήτου υπό το πρίσμα και της ρύθμισης του άρθρου 992 ΚΠολΔ ως ακολούθως: «το αντικείμενο της αγωγής του δανειστή χρηματικής απαίτησης για διάρρηξη είναι πλέον μόνο η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται πλέον να σωρεύσει αυτός και αίτημα αναμεταβίβασης του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, από τον τρίτο στον οφειλέτη, διότι με βάση την ανωτέρω ρύθμιση (εννοεί τη ρύθμιση ΚΠολΔ 992), ο δανειστής μπορεί να κατάσχει το πράγμα απ` ευθείας στην περιουσία του οφειλέτη. Το γεγονός ότι ο τρίτος δεν μπορεί, μετά την απαγγελία της διάρρηξης, να αντιτάξει κατά του επισπεύδοντα δανειστή το δικαίωμα που απέκτησε από τον καθ`ου, με την καταδολιευτική δικαιοπραξία, σημαίνει ότι η απαλλοτρίωση, και μετά τη διάρρηξη, δεν ανατρέπεται καθεαυτή. Η διάρρηξη δεν επιφέρει την ακύρωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, φορέας του δικαιώματος τυπικά παραμένει ο τρίτος, χωρίς, όμως, να μπορεί να το αντιτάξει έναντι του δανειστή. Αν η απαλλοτρίωση ήταν άκυρη ο τρίτος δεν θα είχε κανένα δικαίωμα για να μπορεί να αντιτάξει κατά του δανειστή και, άρα, η διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 ΚΠολΔ θα ήταν κενή περιεχομένου»45 (υπογρ. δικές μας).
Αντίθετα, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 479 ΑΚ ο δανειστής έχει ευθεία ενοχική αγωγή κατά του τρίτου, που απέκτησε το περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη. Ο αποκτών καθίσταται ex lege οφειλέτης του δανειστή και δημιουργείται έτσι, κατά παγία νομολογία, «παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος – οφειλέτη και του αποκτώντος»46. Κατά την απολύτως δε κρατούσα άποψη, ο αποκτών ευθύνεται δια της προσωπικής του περιουσίας μέχρι την αξία της μεταβιβασθείσας περιουσίας ή επιχειρήσεως.
Αλλά και ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους διαφέρουν οι δύο ομάδες διατάξεων47. Κατά το άρθρ. 479 ΑΚ αρκεί η μεταβίβαση του συνόλου ή σημαντικού μέρους του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη στον τρίτο αποκτώντα. Κατά τα άρθρα 939 επ. ΑΚ απαιτείται η εκποίηση του περιουσιακού στοιχείου στον τρίτο να γίνεται με πρόθεση βλάβης των δανειστών του και γνώση της πρόθεσης αυτής από τον τρίτο προς όν η μεταβίβαση.
Υπό το κράτος των σημαντικών αυτών διαφορών μεταξύ των άρθρ. 939 επ. ΑΚ αφενός και του άρθρ. 479 ΑΚ αφετέρου, υπάρχει μεταξύ των διατάξεων αυτών σχέση συρροής αξιώσεων που αποβλέπουν στον ίδιο οικονομικό σκοπό48. Μόνον όταν η άσκηση της μίας αξιώσεως οδηγεί στην επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος στερείται πλέον αντικειμένου η άσκηση ή η περαιτέρω επιδίωξη της άλλης αξιώσεως. Στο πλαίσιο των άρθρ. 939 επ. ΑΚ το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι η διάρρηξη των απαλλοτριωτικών μεταβιβάσεων και η ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή από τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν απαλλοτριωθεί. Στο πλαίσιο του άρθρ. 479 ΑΚ το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι η ικανοποίησή του από τον αποκτώντα μέχρι το ύψος της αξίας της περιουσίας που απέκτησε.
Από άποψη, επομένως, ουσιαστικού δικαίου σύμφωνα με τη γενικώς κρατούσα άποψη δεν γεννάται αμφιβολία ότι ο δανειστής μπορεί να κάνει παράλληλα χρήση των δυνατοτήτων που του προσφέρουν οι ως άνω διατάξεις49. Στο μέτρο που η αγωγή διαρρήξεως ευδοκιμεί και οδηγεί στην ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ματαιώνεται ο επιδιωκόμενος με την αγωγή του άρθρ. 479 ΑΚ σκοπός και, αντιστρόφως, η ικανοποίηση της απαιτήσεώς του μέσω της κατ’ άρθρ. 479 ΑΚ αγωγής κατά του αποκτώντος, ματαιώνει το σκοπό της παυλιανής αγωγής και καθιστά τη σχετική δίκη άνευ αντικειμένου. Ενόψει του επιδιωκομένου από τις δύο ομάδες διατάξεων σκοπού, δεν αποκλείεται η μία εκ των δύο δυνατοτήτων που έχει ο δανειστής να άγει σε μερική μόνο ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, οπότε εξακολουθεί να έχει αντικείμενο και η άλλη δυνατότητα μέχρι πλήρους ικανοποιήσεως.
Όταν η θεωρία ενίοτε κάνει λόγο για εκλεκτική ή διαζευκτική συρροή μεταξύ της εκ των άρθρων 939 επ. ΑΚ αξιώσεως και της εκ του άρθρ. 479 ΑΚ αξιώσεως50, εννοεί το πραγματικό εκείνο όπου σε συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να συντρέχουν είτε οι προϋποθέσεις του άρθρ. 479 ΑΚ, είτε των άρθρ. 939 ΑΚ. Σε καμία, όμως, περίπτωση ο χαρακτηρισμός αυτός δεν έχει την έννοια της διαζευκτικής επιλογής της μίας ή της άλλης αξιώσεως, αλλά έχει την έννοια ότι η ικανοποίηση του δανειστή από την άσκηση της μίας εκ των δύο αξιώσεων και η επίτευξη έτσι του επιδιωκομένου σκοπού, αποκλείει την προσφυγή στην άλλη αξίωση. Αυτό, όμως, δεν ισχύει όταν η άσκηση της μίας αξιώσεως για οποιονδήποτε λόγο δεν οδηγεί καθόλου ή οδηγεί μόνο στη μερική ικανοποίηση της διωκόμενης απαιτήσεως. Έτσι γίνεται κατηγορηματικά δεκτό ότι «η συνδρομή των προϋποθέσεων της ΑΚ 939 επ. δεν αποκλείει την εφαρμογή της ΑΚ 479»51.
Όπου, άλλωστε, ο νομοθέτης επιδιώκει την ίδρυση διαζευκτικών αξιώσεων με την έννοια ότι η άσκηση της μίας αξιώσεως αποκλείει την άλλη, το ορίζει ρητώς. Τέτοια διάζευξη μεταξύ των αξιώσεων που προκύπτουν από τα άρθρ. 939 επ. ΑΚ και αυτών που θεμελιώνονται στο άρθρ. 479 ΑΚ δεν προκύπτει από καμία διάταξη του Αστικού Κώδικα και δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από κανέναν.
Υπό το κράτος των παραπάνω ρυθμίσεων του ουσιαστικού δικαίου ερωτάται, παρά ταύτα, αν δικονομικώς είναι δυνατόν η εκ των άρθρων 939 επ. ΑΚ αξίωση και η εκ του άρθρου 479 ΑΚ αξίωση να σωρευθούν στο ίδιο ή σε διαφορετικά δικόγραφα. Στο μέτρο που «το πραγματικό των δύο ρυθμίσεων (479 και 939 επ.) σχηματίζει τεμνόμενους κύκλους», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κορνηλάκης, και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αμφοτέρων των ρυθμίσεων «ο δανειστής δικαιούται να επιλέξει τη ρύθμιση, με βάση την οποία θα επιδιώξει την ικανοποίησή του … έχοντας βέβαια τη δυνατότητα της επικουρικής σώρευσης (ΚΠολΔ 219) των σχετικών αγωγών»52. Η δυνατότητα επικουρικής σώρευσης απηχεί αδιαμφισβήτητη γενικώς επικρατούσα άποψη, μπορεί δε, κατά τις κατηγορηματικές διατάξεις του άρθρου 219 ΚΠολΔ, να γίνει είτε στο ίδιο δικόγραφο, είτε με διαφορετικά δικόγραφα.
4. Πόρισμα
Η παυλιανή αγωγή του άρθρ. 939 ΑΚ και η εκ του άρθρ. 479 ΑΚ αγωγή μπορούν να ασκηθούν παράλληλα με δυνατότητα επικουρικής σώρευσης εφόσον τέμνονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνονται. Η ευδοκίμηση της αγωγής του άρθρ. 939 ΑΚ δικαιολογεί επίσπευση από τον δανειστή αναγκαστικής εκτέλεσης στο περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτρίωσε ο οφειλέτης με μεταβίβαση στον τρίτο, χωρίς να θίγεται αυτή καθαυτή η μεταβίβαση του απαλλοτριωθέντος στον τρίτο. Η ευδοκίμηση της αγωγής του άρθρ. 479 ΑΚ δίνει τη δυνατότητα στον δανειστή να αξιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του κατά του οφειλέτη από τον αποκτώντα, σε αυτόν δηλ. που ο οφειλέτης μεταβίβασε περιουσιακό στοιχείο, που αποτελούσε το σύνολο ή σημαντικό μέρος της περιουσίας του. Η μεταβίβαση δεν θίγεται, ο αποκτών ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία να ικανοποιήσει την απαίτηση που έχει ο δανειστής. Το μέτρο της ευθύνης του οριοθετείται από την αξία του περιουσιακού στοιχείου που απέκτησε.
- 1
Ο γράφων υπηρέτησε ως καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών από το έτος 1992 μέχρι και το έτος 2022, το έτος 1990-1991 είχε διδάξει ως έκτακτος καθηγητής αστικού δικαίου στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Γερμανίας, το έτος 1990 είχε ανακηρυχθεί υφηγητής της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Christian-Albrechts-Universität Κιέλου Γερμανίας, ενώ κατά τα έτη 1983 – 1990 είχε υπηρετήσει ως επιστημονικός βοηθός στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Christian-Albrechts-Universität Κιέλου Γερμανίας στην έδρα του αστικού και οικονομικού δικαίου υπό τον Καθηγητή Franz Jürgen Säcker.
- 2
Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης, 1997 (Μεταβίβαση περιουσίας), σ. 22 επ., 233 επ. και passim· ιδιαιτέρως οξεία όσο και εντυπωσιακή η κριτική Σ.Η. Αφουξενίδου, Ποία τα εις την περιουσίαν ή την επιχείρησιν ανήκοντα χρέη, ΝοΒ 1954. 1160 (1163).
- 3
Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο (ΓενΕνοχ Δ), 5η έκδ. 2018, § 28 αριθ. 42, σ. 1775.
- 4
Μπαλής, Ενοχικόν Δίκαιον (ΕνοχΔ), 3η εκδ., ανατύπωσις 1969, § 174 στοιχ. 1· Σταθόπουλος, Γεν ΕνοχΔ, § 28 αριθ. 44: «Βασική προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης είναι η μεταβιβαστική σύμβαση. Πρόκειται για την εκποιητική σύμβαση …».
- 5
Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 45 με άλλες παραπομπές.
- 6
Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος (ΕνοχΔ-Γεν. Μέρος), 2η έκδ. 2015, § 43 αριθ. 60· ΑΠ 1384/2005 (Δημ. Σουλτανιάς / Ιω. Βερέτσος) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 7
Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος (ΕνοχΔ-Γεν. Μέρος), 2η έκδ. 2015, § 43 αριθ. 60· ΑΠ 1384/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 8
ΑΠ 702/2003 (Π. Κακκαλής / Στ. Γιακουμέλος) Ελλ Δνη 2003. 1319.
- 9
Μπαλής, ΕνοχΔ, § 174 σ. 528 στοιχ. 1 και σ. 529 στοιχ. 4: Προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρ. 479 ΑΚ είναι να υπάρχει κατ’αποτέλεσμα «μεταβίβασις της περιουσίας συνολική …. (όμως) δεν παύει να υπάρχει μεταβίβασις ολοκλήρου περιουσίας εκ του ότι στοιχεία τινα (ασήμαντα σχετικώς) εξηρέθησαν ταύτης».
- 10
Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, % 28 αριθ. 51.
- 11
Ο Μπαλής, ό.π. υποσ. 14, υποστήριζε ότι εφαρμογή του άρθρ. 479 ΑΚ προϋποθέτει μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας ή της επιχείρησης και ότι η προϋπόθεση αυτή συντρέχει και όταν ακόμα εξαιρούνται της μεταβιβάσεως ορισμένα ασήμαντα σχετικώς στοιχεία. Οι θέσεις αυτές είχαν επιρροή στη θεωρία κυρίως των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών (βλ. Ζέπος, Ενοχικόν Δίκαιον, 1955, σ. 647· Μαίρη Ζαφείρη-Σταυροπούλου, Το άρθρον 479 του Αστικού Κώδικος, 1965, σ. 8 επ.· Κορδογιαννόπουλος, ΝοΒ 10. 340). Η άποψη αυτή δεν επικράτησε, αντίθετα επικράτησε η κριτική που άσκησε στις θέσεις Μπαλή η δικηγόρος Σ.Η. Αφουξενίδου, Ποία τα εις την περιουσίαν ή την επιχείρησιν ανήκοντα χρέη, ΝοΒ 1954. 1160 (1161) και σήμερα πλέον και η νομολογία δέχεται την εφαρμογή της διάταξης και όταν η μεταβίβαση αφορά σημαντικό ποσοστό από το ενεργητικό της περιουσίας, βλ. σχετικώς στο κείμενο και τις εκεί παραπομπές.
- 12
ΑΠ 1384/2005 (Δημ. Σουλτανιάς / Ιω. Βερέτσος) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1151/2014 (Αθ. Κουτρομάνος / Βασ. Πέππας) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1228/2014 (Γεώργ. Χρυσικός / Δημ. Κράνης) ΧρΙδΔ 2015. 109 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Ομοίως Γεωργιάδης, ΕνοχΔ-Γεν. Μέρος, 2η έκδ. 2015, § 43 αριθ. 60: «Η ΑΚ 479 εφαρμόζεται όμως και όταν μεταβιβάζονται ορισμένα μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία ή και ένα μόνον αντικείμενο (π.χ. ακίνητο ή πλοίο), αρκεί αυτά να αποτελούν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής ή μεταβιβάζεται ποσοστό περιουσίας, οπότε η ευθύνη του αποκτώντος είναι ανάλογη του ποσοστού αυτού».
- 13
Μιχαηλίδης-Νουάρος, Ερμηνεία του Αστικού Κώδικος (ΕρμΑΚ), 1949, άρθρ. 479 αριθ. 9.
- 14
ΑΠ 1179/2020 (Γ. Αποστολάκης / Μ. Ανδρικοπούλου) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 15
ΑΠ 1948/2008 (Ρήγας / Γιαννακόπουλος) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Ομοίως ΑΠ 1039/2010 (Βασ. Ρήγας / Γεώργ. Γεωργέλλης) ΕλλΔνη 2011. 778 = ΕπισκΕμπΔικ 2010. 1084 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 16
Μπαλής, ΕνοχΔ, § 174 στοιχ. 1· Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 44· Βαρελά, ΣΕΑΚ-Γεωργιάδης, άρθρ. 479 αριθ. 2.
- 17
Πολλές φορές απαντάται η θέση ότι προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρ. 479 ΑΚ είναι ήδη η σύναψη ενοχικής σύμβασης για τη μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης, βλ. π.χ. Κρητικό εις ΑΚ-Γεωργιάδη/Σταθοπούλου, άρθρ. 479 αριθ. 2 («αρχικά απαιτείται σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη που μεταβιβάζει …. και του κτήτορα αυτής»· ΑΠ 275/1975 ΝοΒ 1975. 1068: «Προϋπόθεσιν άρα της εφαρμογής της διατάξεως ταύτης (ενν. ΑΚ 479) αποτελεί σύμβαση ενοχική μεταξύ του μεταβιβάζοντος την περιουσίαν ή επιχείρησιν, εις ην ανήκουν τα χρέη, και του αποκτώντος»). Οι τοποθετήσεις αυτές προκαλούν σύγχυση και δεν φαίνονται ορθές, αφού, άλλωστε, γίνεται γενικώς δεκτό ότι σημείο αναφοράς του άρθρ. 479 ΑΚ είναι η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχεία, ακόμα και αν η υποκειμένη ενοχική σύμβαση είναι άκυρη ή ανύπαρκτη (Μιχαηλίδης-Νουάρος, ΕρμΑΚ, άρθρ. 479 αριθ. 5 – 6).
- 18
ΑΠ 1129/1983 (Γ. Κώνστας / Ι. Πρεμετής) ΝοΒ 1984. 667· ΑΠ 1384/2005 (Δημ. Σουλτανιάς / Ιω. Βερέτσος) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1948/2008 (Βασ. Ρήγας / Διον. Γιαννακόπουλος) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1151/2014 (Αθ. Κουτρομάνος / Βασ. Πέππας) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1228/2014 (Γεώργ. Χρυσικός / Δημ. Κράνης) ΧρΙδΔ 2015. 109.
- 19
Γεωργιάδης, ΕνοχΔ Γεν. Μέρος, § 43 αριθ. 66· Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας, σ. 238 – 239.
- 20
Έτσι ρητώς και ΑΠ 1228/2014 (Γεώργ. Χρυσικός / Δημ. Κράνης) ΧρΙδΔ 2015, 109· ΑΠ 1530/2022 (Θ. Κανελλόπουλος / Αγαθή Δερέ) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 21
Μιχαηλίδης-Νουάρος, ΕρμΑΚ, άρθρ. 479 αριθ. 22· Γεωργιάδης, ΕνοχΔ Γεν. Μέρος, § 43 αριθ. 71· Καράσης, Οφειλή εις ολόκληρον Ι, 2η εκδ. 1990, σ. 202 επ.
- 22
Μπαλής, ΕνοχΔ, § 174 στοιχ. 5, σ. 530.
- 23
ΑΠ 14/1966 ΝοΒ 1966. 656· ΑΠ 366/1969 ΝοΒ 1969. 1203· ΑΠ 522/1972 ΝοΒ 1972. 1322· ΑΠ 684/1993 ΕΕΝ 1994. 452· ΑΠ 424/1995 ΝοΒ 1996. 969· Φραγκίστας, ΕρμΑΚ, Γεν. Εις. Ενοχ., αριθ. 47 υπό ββ· Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης, 1997, 372 επ.· Ζαφείρη-Σπυροπούλου, Το άρθρον 479 ΑΚ, 1965, σ. 31 επ.· Αλεξ. Καλαβρός, Η στερητική αναδοχή χρέους, 2012, σ. 33 επ. (36)· Παναγιώτου, Η μεταβίβαση της επιχείρησης και η ευθύνη για τα χρέη της, 2011, σ. 174 υπό στοιχ. 3· Κ. Σούρλας, Μεταβίβασις περιουσίας ή επιχειρήσεως, ΑρχΝ 1953. 121 (128).
- 24
Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 62.
- 25
ΑΠ 1228/2014 (Γεώργ. Χρυσικός / Δημ. Κράνης) ΧρΙδΔ 2015, 109· ομοίως ΑΠ 909/2010 (Δημ. Δαλιάνης / Χαρ. Ζώης) ΝοΒ 2011. 294 = ΧρΙδΔ 2011. 335 = Αρμ 2011. 1842.
- 26
Μπαλής, ΕνοχΔ § 174 αριθ. 7.
- 27
Μπαλής, ΕνοχΔ, § 4 αριθ. 4· ομοίως Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 58: Τα χρέη «πρέπει να υπήρχαν ήδη κατά τον χρόνο μεταβίβασης, τουλάχιστον κατά τον γενεσιουργό τους λόγο, έστω και αν (τελούντα υπό αίρεση ή προθεσμία κ.λπ.) κατέστησαν απαιτητά μετά τη μεταβίβαση (π.χ. τόκοι για τον χρόνο μετά τη μεταβίβαση από χρέη που προϋπήρχαν».
- 28
ΑΠ 909/2010 (Δημ. Δαλιάνης / Χαρ. Ζώης) ΝοΒ 2011. 294 = ΧρΙδΔ 2011. 335 = Αρμ 2011. 1842.
- 29
Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 62· Γεωργιάδης, ΕνοχΔ Γεν. Μέρος, § 70 υποσ. 73.
- 30
Μιχαηλίδης-Νουάρος, ΕρμΑΚ, άρθρ. 479 αριθ. 24 με παραπομπή και σε μερίδα της γερμανικής θεωρίας.
- 31
Ενδεικτικά ΑΠ 1530/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 32
Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1179/2020 (Γ. Αποστολάκης / Μ. Ανδρικοπούλου) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΑΠ 1407/2018 (Γ. Σακκάς / Μιλτ. Χατζηγεωργίου) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 33
Μπαλής, ΕνοχΔ, § 174 αριθ. 1.
- 34
Σταθόπουλος, ΓενΕνοχΔ, § 28 αριθ. 40.
- 35
Βλ. σχετικώς Αυγουστιανάκη, Η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, 1991, σ. 59 επ.
- 36
Καργάδος, ΕρμΑΚ, Εισαγ. άρθρ. 939 – 946 αριθ. 70 επ.
- 37
Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, (Ειδ ΕνοχΔ Ι), 2002, § 116 ΙΙ.1, σ. 715· Καργάδος, ΕρμΑΚ, Εισαγ. άρθρ. 939 – 946 αριθ. 70 – 80· Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας, § 4 ιδίως σ. 124 επ.· Τζέμος, Σχέσις του άρθρ. 479 ΑΚ προς την καταδολίευσιν δανειστών (παυλιανή αγωγή), ΝοΒ 1963. 617 επ.
- 38
Κορνηλάκης, ΕιδΕνοχΔ Ι, § 118 3 Ι, σ. 735.
- 39
Δεληγιάννης/Κορνηλάκης, ΕιδΕνοχΔ ΙΙΙ, § 410 σ. 390.
- 40
Δεληγιάννης/Κορνηλάκης, ΕιδΕνοχΔ ΙΙΙ, § 411 σ. 393 – 394 με πλήθος άλλων παραπομπών.
- 41
Κορνηλάκης, ΕιδΕνοχΔ Ι, § 118 ΙΙ 2δ, σ. 738.
- 42
Κορνηλάκης, ΕιδΕνοχΔ Ι, § 120 Ι σ. 748.
- 43
ΑΠ 552/2011 (Εμμ. Καλούδης / Νικ. Λεοντής) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ομοίως ΑΠ 822/2017 (Γ. Φουρλάνος / Αγγ. Τζαβάρα) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 44
ΑΠ 552/2011· ΑΠ 822/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
- 45
ΑΠ 797/2021 (Ασπ. Μαγιάκου / Μ. Μουλιανιτάκη) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΕφΑθ 900/2023 (Αικ. Ρέτσα / Ευάγγ. Χριστιάς) ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 46
Βλ. ενδεικτικά την πιο πρόσφατη ΑΠ 1530/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
- 47
Βλ. αναλυτικά ιδίως Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας, § 4 σ. 121 επ.
- 48
Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου (ΓενΑρχ), εκδ. 5η 2019, § 21 ΙΙ 2 αριθ. 14 – 15.
- 49
Βλ. ήδη ΑΠ 434/1972 ΝοΒ 1972. 1175 (1176).
- 50
Αρχανιωτάκης, Μεταβίβαση περιουσίας, σ. 126, τρόπον τινα κατά παράφραση των τεμνομένων κύκλων που δέχονται ότι σχηματίζει το πραγματικό των δύο ρυθμίσεων οι Δεληγιάννης/Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο ΙΙΙ, 1992, § 404 σ. 370.
- 51
Κρητικός εις ΑΚ-Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, άρθρ. 479 αριθ. 38· Μπανάκας εις ΑΚ-Γεωργιάδης/ Σταθόπουλος, άρθρ. 939 αριθ. 8· Παπαδημητρόπουλος, ΣΕΑΚ-Γεωργιάδης, άρθρ. 939 αριθ. 3· ΑΠ 434/1972 ΝοΒ 1972. 1175 (1176).
- 52
Κορνηλάκης, ΕιδΕνοχΔ Ι, § 116 ΙΙ 1, σ. 715· ομοίως Καργάδος, ΕρμΑΚ, Εισαγ. άρθρ. 939 – 946 αριθ. 77· Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος (ΕνοχΔ-Γεν. Μέρος), 2η έκδ. 2015, § 67 Ι 3 αριθ. 8· Τζέμος, ΝοΒ 1965. 617 (618).