Ι. Κ. Ψαρομήλιγκου: Το πρακτικό συμβιβασμού του νέου άρθρου 209 ΚΠολΔ ως πιθανό μέσο διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής
Το πρακτικό συμβιβασμού του νέου άρθρου 209 ΚΠολΔ
ως πιθανό μέσο διόρθωσης ανακριβούς
πρώτης κτηματολογικής εγγραφής
Ιωάννη Κων. Ψαρομήλιγκου
Δικηγόρου
Στην πληθώρα παρεμβάσεων του αστικοδικονομικού νομοθέτη των τελευταίων ετών, με φερόμενο κύριο πρόταγμα την διαρκώς επιδιωκόμενη, αλλά ουδέποτε επιτυγχανόμενη, επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, ήρθε να προστεθεί, μεσούντος του θέρους, και ο πρόσφατος ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α΄ 133/28.7.2025). Μεταξύ, δε, των εισαχθεισών δι’ αυτού καινοτομιών, επανήλθε σε ισχύ, μάλλον «αθόρυβα»1, η μόλις προ έτους καταργηθείσα συμβιβαστική επέμβαση του άρθρου 209 ΚΠολΔ.
Πιο συγκεκριμένα, με το τιτλοφορούμενο «συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου πρωτοδίκη - προσθήκη άρθρου 209 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»άρθρο 23 του εν λόγω νομοθετήματος, προστέθηκε στον ΚΠολΔ άρθρο 209, σύμφωνα με την § 1 του οποίου «όποιος έχει την πρόθεση να ασκήσει αγωγή μπορεί πριν από την κατάθεσή της να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής πρωτοδίκη. Για τον σκοπό αυτόν, υποβάλλεται αίτηση προς τον αρμόδιο Πρωτοδίκη, στην οποία αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ή εμφανίζονται αυθόρμητα οι ενδιαφερόμενοι ενώπιόν του», ενώ, κατά την § 2 του ιδίου άρθρου, τα συμβιβαζόμενα μέρη «μπορούν να εμφανιστούν αυθόρμητα ενώπιον του προέδρου υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου και να ζητήσουν τη συμβιβαστική επέμβασή του». Κατά δε την οικεία περικοπή της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 5221/2025, ο μάλλον προφανής σκοπός της διάταξης δεν είναι άλλος από «την ενίσχυση των εναλλακτικών μορφών επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, μέσω της επαναφοράς της δυνατότητας συμβιβαστικής επέμβασης του αρμόδιου πρωτοδίκη πριν από την άσκηση αγωγής. Με τον τρόπο αυτό, παρέχεται στους διαδίκους ένα επιπλέον εργαλείο για την ειρηνική διευθέτηση της διαφοράς τους, με την υποστήριξη ενός δικαστικού λειτουργού που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην προσέγγιση και γεφύρωση των θέσεων των μερών. Επιπλέον, η ρύθμιση αποσκοπεί στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, δίνοντας τη δυνατότητα προδικαστικής παρέμβασης από τον πρόεδρο υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου, εφόσον τα μέρη προσέλθουν αυθόρμητα, ενισχύοντας τη διαθεσιμότητα και την ευελιξία της διαδικασίας».
Επαναφερθείσας λοιπόν σε ισχύ της δυνατότητας συμβιβαστικής επέμβασης και επίλυσης της διαφοράς και πριν ακόμη από την άσκηση αγωγής, φυσικά όχι πλέον από τον καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδίκη, όπως στην προηγούμενη ρύθμιση (υπό την τελευταία, πριν καταργηθεί, διατύπωσή της), αλλά από αρμόδιο Πρωτοδίκη (ή τον πρόεδρο υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου), δεδομένης της ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης, με τους ν. 5108/2024 και 5134/2024, εύλογα ανακύπτει προβληματισμός αναφορικά με το εάν θα μπορούσε το σχετικώς συνταχθησόμενο πρακτικό να αποτελέσει «όχημα» διόρθωσης τυχόν ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών. Πριν όμως από την ανάπτυξη του εν λόγω προβληματισμού και την πρόκριση της όποιας επ’ αυτού απάντησης, χρήσιμο είναι να διατρέξουμε, εν τάχει, τόσο την προϊστορία της εν θέματι δικονομικής ρύθμισης όσο και την εν γένει προβληματική της συμβιβαστικής διόρθωσης ανακριβών αρχικών2 κτηματολογικών εγγραφών.
1. Η προηγούμενη διάταξη: η συμβιβαστική επέμβαση του Ειρηνοδίκη
Πριν την κατάργησή του, με τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν. 5134/2024, το άρθρο 209 ΚΠολΔ προέβλεπε ότι όποιος είχε την πρόθεση να ασκήσει αγωγή μπορούσε, πριν από την κατάθεσή της, να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του αρμόδιου για την εκδίκασή της Ειρηνοδίκη, υποβάλλοντας προς αυτόν σχετική αίτηση, στην οποία έπρεπε να αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ενώ προβλεπόταν και η αυθόρμητη εμφάνιση των ενδιαφερομένων ενώπιόν του. Υπό την αρχική της διατύπωση, η ρύθμιση αρκούνταν στην κατά τόπο αρμοδιότητα του Ειρηνοδίκη, ο οποίος είχε τη δυνατότητα επέμβασης ακόμη κι αν ήταν καθ’ ύλην αναρμόδιος, ωστόσο, με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, η εμβέλεια της διάταξης περιορίστηκε στις περιπτώσεις υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου.
Περαιτέρω, το παλαιό άρθρο 209 κατέστρωνε με αρκετή λεπτομέρεια τον τρόπο επίσπευσης της όλης διαδικασίας, ορίζοντας ότι, μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης, ο Ειρηνοδίκης καλούσε το συντομότερο ενώπιόν του όλους τους ενδιαφερομένους, σε ορισμένη ημέρα και ώρα, με πρόσκληση, η οποία έπρεπε να αναφέρει με συντομία τη διαφορά, ενώ, σε περίπτωση αυθόρμητης προσέλευσης των ενδιαφερομένων, ο Ειρηνοδίκης μπορούσε να προχωρήσει αμέσως σε συμβιβαστική επέμβαση. Για την επέμβαση του Ειρηνοδίκη τηρούνταν πρακτικά, ενώ στην μεν περίπτωση που δεν εμφανιζόταν ο αιτών η αίτηση θεωρείτο ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ και αυτός καταδικαζόταν στα δικαστικά έξοδα, στην δε περίπτωση μη εμφάνισης οποιουδήποτε άλλου κλητευθέντος διαλαμβανόταν σχετική μνεία στα πρακτικά και η συμβιβαστική επέμβαση του Ειρηνοδίκη θεωρείτο ότι απέτυχε.
Με τις ίδιες διατάξεις του ν. 5134/2024 καταργήθηκε και το άρθρο 214 ΚΠολΔ3, το οποίο προέβλεπε ότι «η υποβολή αίτησης για συμβιβαστική επέμβαση του ειρηνοδίκη έχει όλες τις συνέπειες της άσκησης αγωγής, εφόσον αυτή ασκηθεί μέσα σε τρεις μήνες από την αποτυχία της συμβιβαστικής επέμβασης», διατύπωση που είχε προκαλέσει έντονη διχοστασία περί του εάν για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί η κατάθεση της οικείας αίτησης ή προσαπαιτείται και η επίδοση της ίδιας ή της σχετικής κλήσης του δικαστή στους λοιπούς ενδιαφερόμενους, με τελικώς κρατήσασα την πρώτη άποψη4.
2. Συγκριτική επισκόπηση των δύο ρυθμίσεων: παλαιό και νέο άρθρο 209 ΚΠολΔ
Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 5134/ 2024 δεν προκύπτει κάποια ειδική αιτιολόγηση της κατάργησης του άρθρου 209 ΚΠολΔ, οπότε φαίνεται πως μάλλον ακολούθησε, από κοινού με το άρθρο 214, την τύχη της κατάργησης των Ειρηνοδικείων, ως δικαστηρίων πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς ο νομοθέτης προφανώς έκρινε ότι δεν απαιτείται να μεταβιβασθεί στο Πρωτοδικείο η δυνατότητα συμβιβαστικής επέμβασης πριν από την άσκηση αγωγής, με δεδομένο άλλωστε ότι η πρακτική αξία και χρησιμότητα της εν λόγω δυνατότητας ουδέποτε αξιολογείτο ως σημαντική από τη θεωρία5.
Κι ενώ η άνω νομοθετική στάθμιση μεταβλήθηκε άρδην, όπως υποδηλώνει η επανεισαγωγή της σχετικής ευχέρειας και μάλιστα σε ελάχιστο χρόνο από την κατάργησή της, μάλλον από αβλεψία του νομοθέτη δεν επανήλθε σε ισχύ και η διάταξη του άρθρου 214 ΚΠολΔ, παράλειψη που μετά βεβαιότητος αναμένεται να δημιουργήσει ερμηνευτικά προβλήματα και ως εκ τούτου ευκταίο θα ήταν να θεραπευτεί το ταχύτερο δυνατόν. Μάλλον σε παραδρομή, επίσης, πρέπει να οφείλεται και η παράλειψη συμπερίληψης του εν θέματι πρακτικού στη χορεία των πρακτικών της § 1 του άρθρου 293 ΚΠολΔ που καλύπτουν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, χωρίς πάντως η εν λόγω αστοχία να φαίνεται ικανή να ανακινήσει αμφισβητήσεις περί του εάν το πρακτικό του άρθρου 209 ΚΠολΔ καλύπτει τον τύπο αυτόν, αφού το ζήτημα έχει προ πολλού κριθεί υπέρ της καταφατικής εκδοχής6, και μάλιστα πριν την τροποποίηση του άρθρου 293 με το άρθρο 33 του ν. 3994/2011, που καθιέρωσε ρητά την υποκατάσταση του τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου από τον δικαστικό συμβιβασμό.
Περαιτέρω, απλή συγκριτική επισκόπηση μεταξύ της παλαιάς και της νέας διατύπωσης του άρθρου 209 ΚΠολΔ, καταδεικνύει ευχερώς ότι η σημαντικότερη διαφορά τους, εκτός φυσικά από την αυτονόητη αντικατάσταση του δικαστηρίου υποδοχής του συμβιβασμού, δηλαδή του Πρωτοδικείου αντί του (καταργηθέντος) Ειρηνοδικείου, συνίσταται στη δυνατότητα αυθόρμητης εμφάνισης των συμβιβαζομένων μερών7 ενώπιον «του προέδρου υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου», με σκοπό να αιτηθούν τη συμβιβαστική επέμβασή του, ενώ, παράλληλα, απουσιάζουν από τη νέα ρύθμιση λεπτομερείς προβλέψεις ανάλογες εκείνων του παλαιού δικαίου για την κλήτευση των λοιπών, πλην του αιτούντος, ενδιαφερομένων και τις συνέπειες της τυχόν μη εμφάνισής τους.
Κατά τα λοιπά, δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να αποστούμε μιας σειράς κοινώς παραδεδεγμένων, υπό το καθεστώς της προϊσχύσασας διατύπωσης του άρθρου, ερμηνευτικών πορισμάτων της θεωρίας και της νομολογίας, όπως λόγου χάριν:
α) ότιως «ενδιαφερόμενοι» νοούνται τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων υφίσταται η προς επίλυση διαφορά, πριν όμως από την άσκηση της αγωγής8,
β) ότι ως «συνοπτική» αναγραφή του αντικειμένου της διαφοράς στην οικεία αίτηση πρέπει να εκληφθεί η περιγραφή του πράγματος ή του δικαιώματος κατά τρόπο γενικό, ώστε να μην προκύπτει εύλογα αμφιβολία ως προς το ποια διαφορά άγεται προς επίλυση στο πλαίσιο του επιδιωκόμενου συμβιβασμού9, ή, με άλλα λόγια, η στοιχειώδης περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε ο μεν δικαστής να μπορεί να διαγνώσει το αντικείμενο της διαφοράς, οι δε υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να προσδιορίσουν επί ποιας διαφοράς καλούνται να συμβιβαστούν10,
γ) ότι για να είναι έγκυρος ο συμβιβασμός απαιτείται να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου (213, 293 § 1 ΚΠολΔ), όπως η εξουσία διάθεσης του αντικειμένου11, τυχόν στέρηση της οποίας μπορεί να υφίσταται τόσο σε επίπεδο ουσιαστικού όσο και σε επίπεδο δικονομικού δικαίου12, ή
δ) ότι, λόγω του χαρακτήρα του συμβιβασμού ως διαδικαστικής πράξης, απαιτείται, για το έγκυρο της κατάρτισής του, η σύμπραξη δικηγόρου, με εξαίρεση της διαδικασίες στις οποίες επιτρέπεται αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου13.
3. Συμβιβαστική διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής: (άλλη) μια περίπτωση νομολογιακής κάλυψης νομοθετικών κενών
Όπως και σε άλλη θέση έχω επισημάνει14, ήδη πριν ακόμη περατωθεί οποιαδήποτε κτηματογράφηση στη χώρα, η επιστήμη είχε προβληματισθεί για τη δυνατότητα διόρθωσης ανακριβούς αρχικής κτηματολογικής εγγραφής με πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού, μια περίπτωση που, τουλάχιστον βάσει της τρέχουσας κτηματολογικής νομοθεσίας, μοιάζει να κείται στο μεταίχμιο μεταξύ δικαστικής και εξωδικαστικής διόρθωσης των ανακριβών αρχικών κτηματολογικών εγγραφών15, καθ’ όσον ο δικαστικός συμβιβασμός, από τη σκοπιά του κτηματολογικού δικαίου, εκτός του αναμφισβήτητου χαρακτήρα του ως διαδικαστικής πράξης, προσομοιάζει, ταυτόχρονα, με τη συναινετική διόρθωση πρόδηλων σφαλμάτων.
Έτσι, πολύ νωρίς υποστηρίχθηκε πως, παρ’ ότι η ratio που εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 6 § 2 του ν. 2664/1998 φαίνεται, κατ’ αρχήν, να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι διόρθωση της εγγραφής με βάση πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού δεν είναι δυνατή, δεδομένου ότι η παρεμβολή της δικαστικής κρίσης στο μηχανισμό της κτηματογράφησης και ειδικά στο στάδιο πριν από τη δημιουργία του αμάχητου τεκμηρίου των πρώτων εγγραφών αποτελεί τμήμα του μηχανισμού ελέγχου της νομιμότητας, ήτοι μιας από τις βασικότερες αρχές του κτηματολογικού δικαίου16, με αποτέλεσμα να φαίνεται πειστικότερη η άποψη ότι η διόρθωση της εγγραφής δεν μπορεί να επιχειρηθεί με βάση το πρακτικό συμβιβασμού, εν τούτοις, εν όψει του πρακτικού αδιεξόδου της άποψης αυτής, ορθότερο τελικά κρίθηκε να γίνει δεκτό ότι η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής μπορεί να συντελεσθεί και επί τη βάσει του εν λόγω πρακτικού17. Ως τέτοιο δε αδιέξοδο, εντοπίσθηκε το γεγονός ότι η αντίθετη άποψη καθιστά, χωρίς καμία ουσιαστική θεμελίωση, ανεπίδεκτες συμβιβασμού διαφορές για περιουσιακής φύσης ζητήματα, που από τη φύση τους είναι δεκτικά συμβιβασμού, πρόβλημα που παρίστατο ακόμη εντονότερο, συνεπεία της θεσμοθέτησης της (τότε υποχρεωτικής) απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, που είχε ήδη εισαχθεί στο αστικοδικονομικό μας σύστημα18,19 .
Από την άλλη πλευρά, μια πιο αμφίθυμη στάση στο θέμα, καίτοι εκτιμά ότι τα επιχειρήματα υπέρ της άποψης για τη διόρθωση των πρώτων εγγραφών με πρακτικό συμβιβασμού είναι ισχυρά, εμμένει στην κατά τα ανωτέρω επισημανθείσα σημασία του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των αρχικών εγγραφών, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη θέση ότι το όλο σύστημα της κτηματογράφησης στο στάδιο των πρώτων εγγραφών απαιτεί την κρίση της δικαστικής αρχής για όλες τις διαφορές που ανακύπτουν πριν από τη δημιουργία του αμάχητου τεκμηρίου των πρώτων εγγραφών, ως μέρος του ελέγχου νομιμότητάς τους. Καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι η προσθήκη και άλλων μέσων για τη διόρθωση των πρώτων εγγραφών, αν και τελεολογικά είναι ορθή, δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στις υπάρχουσες νομοθετικές διατάξεις, παρά τις επανειλημμένες τροποποιήσεις που υπέστη ο ν. 2664/1998, γεγονός μάλιστα από το οποίο εξάγει το επιχείρημα ότι ο κτηματολογικός νομοθέτης δεν επικροτεί μία τέτοια προσθήκη, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, θα την προέβλεπε ρητά σε κάποια από τις τροποποιήσεις αυτές20. Ωστόσο και η άποψη αυτή συντάχθηκε τελικά με τη δυνατότητα διόρθωσης της ανακρίβειας με το πρακτικό που υποβάλλουν νόμιμα οι διάδικοι, κατά τη διαδικασία του άρθρου 214Α του ΚΠολΔ.
Ο όλος προβληματισμός δεν άργησε να απασχολήσει και τη νομολογία, με αφορμή την άσκηση αντιρρήσεων κατά αρνήσεων Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων να καταχωρήσουν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα πρακτικά συμβιβαστικής επίλυσης διαφορών Πολυμελών Πρωτοδικείων, με την αιτιολογία ότι το πρακτικό του άρθρου 214Α του ΚΠολΔ δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, η δε διόρθωση της εγγραφής, κατά τα άρθρα 6§2 και 17 του ν. 2664/1998, απαιτεί έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει διόρθωση της εγγραφής με βάση το εν λόγω πρακτικό, αφού μάλιστα- πάντα κατά την ίδια αιτιολογία- δεν υπάρχει εξουσία διαθέσεως των συμβαλλομένων ως προς το «διαπλαστικό» αίτημα της αγωγής του άρθρου 6§221.
Ωστόσο, στην κτηματολογική νομολογία μας, πολύ γρήγορα παγιώθηκε η άποψη ότι: «α) μόνος αρμόδιος να αποφανθεί για το αν μία διαφορά είναι δεκτική συμβιβασμού, είναι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών ενώπιον του οποίου υποβάλλεται το πρακτικό συμβιβασμού προς επικύρωση· αφ’ ής στιγμής επικυρωθεί και δεν προσβληθεί κατ’ άρθρο 214Α § 11 του ΚΠολΔ, το κύρος αυτού (πρακτικού συμβιβασμού) ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει, β) η αγωγή του άρθρου 6 § 2 του ν. 2664/1998 έχει πρωτίστως αναγνωριστικό ή διεκδικητικό χαρακτήρα, διότι το βασικό αίτημα αυτής είναι η αναγνώριση του θιγόμενου δικαιώματος ή και η διεκδίκησή του (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 2664/1998), το δε παρεπόμενο αίτημα αυτής (αγωγής) περί διορθώσεως της σχετικής πρώτης εγγραφής δεν μπορεί να προσδώσει σε αυτήν διαπλαστικό χαρακτήρα, διότι η εγγραφή δεν έχει τέτοιο, δηλ. η εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία δεν διαπλάσει έννομη σχέση (βλ. εκτενώς εις Λ. Κιτσαρά ο.π. σ. 161 επ.), γ) το ίδιο το άρθρο 6 § 2 του ν. 2664/1998 ορίζει ότι σε περίπτωση που η διαφορά εισάγεται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης λόγω ποσού, τότε ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 270 επ., η οποία όμως προϋποθέτει ως υποχρεωτική την τήρηση της προδικασίας του άρθρου 214Α του ΚΠολΔ, δ) ενδεχόμενη αποδοχή της αντίθετης άποψης, θα οδηγούσε σε κατάλυση των επιδιωκομένων σκοπών με την θέσπιση τόσο της εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, όσο και του Εθνικού Κτηματολογίου, θα απέβαινε δε σε βάρος της ασφάλειας των συναλλαγών, ε) όσον αφορά το θέμα του ελέγχου της "εσωτερικής" νομιμότητας του πρακτικoύ συμβιβασμoύ- παρόλο πoυ οι εκτιθέμενοι στην ανωτέρω απορριπτική πράξη λόγοι είναι βάσιμοι- εντούτοις, όπως ειπώθηκε ανωτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν νoμιμoπoιείται η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου να εισέλθει σε τέτοιου είδους έλεγχο· ενδεχόμενη απoδoχή της αντίθετης άπoψης- πoυ υπoστηρίζει ότι ο έλεγχος νομιμότητας μπoρεί να επεκταθεί και στα εσωτερικά ελαττώματά του πρoς καταχώρηση πρακτικoύ συμβιβασμού-, θα κατέληγε στο άτoπo, το μεν πρακτικό να μην καταχωρείται και να μην επέρχoνται οι επιδιωκόμενες διορθώσεις των κτηματολογικών εγγραφών, η δε αναφυηθείσα διαφορά μεταξύ των διαδίκων να μην μπoρεί να επιλυθεί ούτε δικαστικά, καθότι το Δικαστήριο κωλύεται να εκδικάσει την αγωγή για την oπoία εκδόθηκε πρακτικό συμβιβασμού κατ’ άρθρο 214Α του ΚΠολΔ»22.
Έκτοτε, η εν λόγω νομολογιακή θέση έχει πλέον καταστεί απολύτως κρατούσα23 και συνεπώς η δυνατότητα διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής με πρακτικό συμβιβασμού δεν μπορεί πλέον να τίθεται εν αμφιβόλω, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι υφίσταται ταυτότητα διαδίκων και ακινήτου μεταξύ του προς καταχώριση πρακτικού και των οικείων κτηματολογικών φύλλων24. Εξάλλου, παρά την κατάργηση της υποχρεωτικής απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, έχει πλέον κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι των δυνατοτήτων διόρθωσης της ανακριβούς αρχικής κτηματολογικής εγγραφής, με αποτέλεσμα η κτηματολογική νομοθεσία να γνωρίζει ήδη αρκετούς εναλλακτικούς τρόπους διόρθωσης των εν λόγω εγγραφών, πλην της δικαστικής απόφασης της § 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998. Με άλλα λόγια, δηλαδή, είναι μεν ακριβές ότι ο ιστορικός νομοθέτης, κατά την αρχική κατάστρωση των ρυθμίσεων του ν. 2664/1998, επαφιόταν κατά κύριο λόγο στον δικαστικό έλεγχο της ακρίβειας των αρχικών εγγραφών, και μάλιστα κατά την τακτική διαδικασία, πολύ γρήγορα, όμως, οι ανάγκες της πρακτικής επέβαλαν πιο ευέλικτες λύσεις, οι οποίες και προωθήθηκαν τόσο με την υπαγωγή σειράς υποθέσεων στις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (περιπτώσεις ένδειξης «αγνώστου ιδιοκτήτη» και § 8 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998) όσο και- κυρίως- με τη διεύρυνση των δυνατοτήτων εξωδικαστικής διόρθωσης πλείστων όσων ανακριβειών των αρχικών εγγραφών (δια της εισαγωγής των ρυθμίσεων του άρθρου 6 § 4 του ν. 2664/1998, αλλά και της επέκτασης της δυνατότητας διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων, κατ’ άρθρο 18 του ιδίου νόμου)25. Η δε επισημαινόμενη από μέρος της θεωρίας αδράνεια του νομοθέτη να παρέμβει ευθέως στο ζήτημα26, παρά το πλήθος των τροποποιήσεων του ν. 2664/1998 που μεσολάβησαν, μάλλον δεν πρέπει πλέον να αποδίδεται στην αποδοκιμασία της εν λόγω εκδοχής, αλλά, αντίθετα, στη σιωπηρή αποδοχή της από τον νομοθέτη ως αυτονόητης.
4. Το πρακτικό του νέου άρθρου 209 ΚΠολΔ: ένα ακόμη μέσο διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής;
Υπό την ισχύ του παλαιού άρθρου 209 ΚΠολΔ, ήταν αυτονόητη η αδυναμία χρήσης του οικείου πρακτικού συμβιβαστικής επέμβασης ως «οχήματος» διόρθωσης ανακριβούς αρχικής κτηματολογικής εγγραφής, αφού είχε δικαστήριο υποδοχής το Ειρηνοδικείο, ήτοι δικαστήριο αναρμόδιο για διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής27,28 . Ωστόσο, μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης και τη συνακόλουθη κατάργηση των Ειρηνοδικείων, εύλογα θα μπορούσε να ανακύψει το ερώτημα εάν το επίμαχο πρακτικό, προερχόμενο πλέον από Πρωτοδίκη και δη Κτηματολογικό Δικαστή, θα μπορούσε να επιτελέσει τέτοιο ρόλο29.
Παρ’ ότι είναι δεδομένη η ευρύτητα δυνατοτήτων εξώδικης επίλυσης της διαφοράς που προσφέρει η νυν ισχύουσα διατύπωση της § 1 του άρθρου 214Α ΚΠολΔ, βάσει της οποίας ο συμβιβασμός μπορεί να επιτευχθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας (ακόμη και όταν αυτή έχει αναβιώσει λόγω της άσκησης έφεσης) και χωρίς την κατ’ αρχάς επέμβαση δικαστηρίου (οπότε και δεν χρειάζεται οι διάδικοι να αναμένουν την επόμενη στάση της εκκρεμούς δίκης, καλύπτοντας έτσι και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτυγχάνεται συμβιβασμός με πρωτοβουλία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους)30, το ερώτημα αυτό κάθε άλλο στερείται πρακτικού ενδιαφέροντος. Πράγματι, η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ του πρακτικού του άρθρου 214Α ΚΠολΔ και εκείνου του άρθρου 209 του ιδίου Κώδικα υπήρξε ανέκαθεν η δυνατότητα συμβιβασμού κατά τις διατάξεις του τελευταίου και πριν ακόμη την άσκηση της αγωγής, χωρίς δηλαδή να υπάρχει εκκρεμοδικία, ήδη, δε, υπό τη νέα διατύπωση του άρθρου 209, προστέθηκε και μία ακόμη, κάθε άλλο παρά αμελητέα: η ευχέρεια των «ενδιαφερομένων» μερών να συνάψουν τον σχετικό συμβιβασμό ακόμη και σε κατά τόπο αναρμόδιο δικαστήριο, εμφανιζόμενοι αυθόρμητα ενώπιον του προέδρου υπηρεσίας.
Γεγονός βέβαια είναι ότι, με εξαίρεση τις δυνατότητες εξωδικαστικής διόρθωσης των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών που ρητά προβλέπει ο ν. 2664/1998, κυρίως δια της υποβολής των αιτήσεων της § 4 του άρθρου 6 και των άρθρων 18 και 19, ουδεμία άλλη δυνατότητα διόρθωσης χορηγείται χωρίς να προηγηθεί η άσκηση αγωγής (ή έστω αίτησης κατά την εκούσια δικαιοδοσία). Πιο συγκεκριμένα, μάλλον αδιαστίκτως μέχρι τώρα γίνεται δεκτό, ότι η διόρθωση ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής προϋποθέτει αναγκαίως την άσκηση αγωγής κατά τους ορισμούς της σχετικής νομοθεσίας, ιδίως για λόγους τήρησης της αρχής της δημοσιότητας και προστασίας των συμφερόντων τρίτων31. Ακόμη και η ευχέρεια διόρθωσης με πρακτικό διαμεσολάβησης, που εισήγαγε το πρώτον ο ν. 4821/202132, πάντως προϋποθέτει την άσκηση της αγωγής του άρθρου 6 § 2 του ν. 2664/1998, καθώς και την καταχώρισή της στα οικεία κτηματολογικά φύλλα33.
Από την άλλη πλευρά, ίσως δεν στερείται ερείσματος ένας αντίλογος εδραζόμενος κυρίως στην κεντρική επιλογή του νομοθέτη των τελευταίων ετών να προωθήσει, με κάθε τρόπο, συμβιβαστικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών, εισάγοντας μάλιστα στο κεφάλαιο των θεμελιωδών δικονομικών αρχών του ΚΠολΔ νέο άρθρο 116Α, σύμφωνα με το οποίο «το δικαστήριο ενθαρρύνει σε κάθε στάση της δίκης και σε κάθε διαδικασία τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, την επιλογή της διαμεσολάβησης ως μέτρο εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, υποστηρίζει σχετικές πρωτοβουλίες των διαδίκων και μπορεί να διατυπώνει προτάσεις συμβιβασμού με συνεκτίμηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης», καθιστώντας την συμβιβαστική επίλυση των διαφορών κρίσιμη δικαιοπολιτική απόφαση34. Την επιλογή αυτή άλλωστε υπηρετεί και ο νεοπαγής θεσμός της κτηματολογικής διαμεσολάβησης. Εν προκειμένω, μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι, ήδη πριν την εισαγωγή του θεσμού της διαμεσολάβησης στην κτηματολογική μας νομοθεσία, είχε υποστηριχθεί στη νομολογία πως, καίτοι «λόγοι τηρήσεως της αρχής της δημοσιότητας, προστασίας των τρίτων και αποφυγής κρυπτόμενων μεταβιβάσεων35, θεμελιώνουν επαρκώς την υποστήριξη της γνώμης, ότι υπό το νομοθετικό καθεστώς του ν. 4640/2019, επί κτηματολογικής διαφοράς, η οποία επιλύεται μέσω διαμεσολαβήσεως, επιβάλλεται πριν την καταχώριση του σχετικού πρακτικού να έχει προηγουμένως καταχωριστεί στο κτηματολογικό φύλλο η σχετική αγωγή», ωστόσο «η μη καταχώριση του επίμαχου πρακτικού διαμεσολάβησης στα κτηματολογικά φύλλα των ανωτέρω γεωτεμαχίων λόγω μη προηγηθείσας άσκησης αγωγής του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998, θα οδηγούσε σε νομικό αδιέξοδο, διότι μετά την κατάθεση του ανωτέρω πρακτικού διαμεσολάβησης στο παρόν Δικαστήριο η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής κατά ρητή επιταγή του άρθρου 8§2 του ν. 4640/2019, η δε άρνηση καταχώρισης του επίμαχου πρακτικού και η αξίωση για επίλυση της διαφοράς διά της δικαστικής οδού με την άσκηση της αγωγής του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998, ενώ έχει ήδη επιτευχθεί συμφωνία εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς με την τήρηση των διατυπώσεων του ν. 4640/2019, θα ήταν αντίθετη αφενός μεν στην κοινωνική επιταγή για την οικονομική και χρονική διευκόλυνση των πολιτών στην επίλυση των σχετικών μεταξύ τους διαφορών, με τρόπο ισοδύναμο προς την δικαστική απόφαση ή τον δικαστικό συμβιβασμό και αφετέρου στις διατάξεις του ν. 4640/2019 και τον σκοπό τον οποίο εξυπηρετεί η θέσπισή τους με τις οποίες επιχειρείται εκ νέου από τον νομοθέτη η ενθάρρυνση και κατεύθυνση των διαδίκων σε τρόπους συναινετικής, πολιτισμένης και σύγχρονης επίλυσης των διαφορών τους, με σκοπό τον περιορισμό κοινωνικών ερίδων και φιλονικιών και την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων»36.
Και ναι μεν, όπως προείδαμε, η εκκρεμοδικία επί αγωγής του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998, ως προϋπόθεση επίτευξης της κτηματολογικής διαμεσολάβησης, έχει πλέον νομοθετικά επιβληθεί, το σχετικό πρακτικό όμως εκφεύγει οποιουδήποτε προληπτικού δικαστικού ελέγχου, αντίθετα από εκείνο του άρθρου 209 ΚΠολΔ, που όχι μόνο αποτελεί προϊόν δικαστικής επέμβασης, αλλά, επιπροσθέτως, αφενός μεν επιφέρει και «όλα τα αποτελέσματα δικαστικού συμβιβασμού», σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 212 § 4 ΚΠολΔ, αφετέρου, δε, αναπληρώνει ισοδύναμα τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Συνεπώς, θα παρίστατο μάλλον ανεπιεικές να αναγνωρίζουμε διορθωτική ισχύ σε ένα πρακτικό διαμεσολάβησης, αλλά όχι σε ένα πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού, με μοναδικό κριτήριο ότι για το πρώτο υπάρχει εκκρεμοδικία, εν όψει μάλιστα και της σχετικοποίησης της αναγκαιότητας δικαστικής παρέμβασης για τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών που επέφεραν οι δεκάδες τροποποιήσεις του ν. 2664/1998, με σκοπό την απλούστευση των σχετικών διαδικασιών. Όσο δε για κάθε ερειδόμενο στις αρχές της προστασίας των συμφερόντων τρίτων και της δημοσιότητας εύλογο προβληματισμό της θεωρίας, ίσως θα αρκούσε για τη διασκέδασή του αφενός μεν η επίκληση της, ούτως ή άλλως συντρέχουσας, ισόκυρης αρχής της χρονικής προτεραιότητας, που μάλλον προστατεύει ικανοποιητικά τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου επέτυχε καταχώριση εγγραπτέας πράξης προηγουμένως του επίμαχου πρακτικού, αφετέρου, δε, ο περιορισμός του διορθωτικού της κτηματολογικής εγγραφής αποτελέσματος μόνο σε πρακτικό του άρθρου 209 που προήλθε κατόπιν υποβολής ήδη καταχωρηθείσας στα οικεία κτηματολογικά φύλλα αίτησης της § 1 αυτού37, εφόσον βέβαια, κατ’ ορθή ερμηνεία, γίνει δεκτή η δυνατότητα μιας τέτοιας καταχώρισης, κατ’ άρθρο 12 του ν. 2664/1998.
Στην περίπτωση βέβαια που δεχθούμε τη δυνατότητα διόρθωσης αρχικής κτηματολογικής εγγραφής με χρήση του εν θέματι πρακτικού, είτε μόνο κατόπιν υποβολής αίτησης συμβιβαστικής επέμβασης, είτε και ύστερα από αυθόρμητη προσέλευση των ενδιαφερομένων, αυτονόητο τυγχάνει ότι, εφόσον πρόκειται για διόρθωση που επιφέρει γεωμετρικές μεταβολές στα κτηματολογικά διαγράμματα (διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων), θα πρέπει απαραιτήτως να επισυνάπτονται στο οικείο πρακτικό τόσο το εκ του νόμου προβλεπόμενο τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών στο οποίο αποτυπώνεται η όποια γεωμετρική μεταβολή επέρχεται με την επίμαχη διόρθωση όσο και το οικείο αποδεικτικό ηλεκτρονικής υποβολής του στον ψηφιακό υποδοχέα που λειτουργεί στη βάση δεδομένων του Φορέα «Ελληνικό Κτηματολόγιο» (άρθρο 57 ν. 4602/201938). Οίκοθεν βέβαια νοείται ότι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου αλλά και για το σαφές και ορισμένο της αίτησης του άρθρου 209§1 ΚΠολΔ, τα ίδια ως άνω διάγραμμα και αποδεικτικό θα πρέπει να προσαρτώνται και στην τελευταία.
Επίσης, αναφορικά με τη διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 2 ν. 2664/ 1998, και με δεδομένες αφενός μεν την, ήδη επισημανθείσα, αστοχία του νομοθέτη, ενσυνείδητη ή μη, να παραλείψει την επαναφορά σε ισχύ και του (προϊσχύσαντος) άρθρου 214 ΚΠολΔ, και μέχρις ότου αυτή αποκατασταθεί, αφετέρου, δε, την ενδεχόμενη αμφισβήτηση για το εάν η αίτηση του άρθρου 209 § 1 ΚΠολΔ πληροί την έννοια της εγγραπτέας πράξης κατ’ άρθρο 12 του ν. 2664/1998, η προφανώς ασφαλέστερη επιλογή θα είναι να θεωρήσουμε, ως μόνη διακοπτική της άνω προθεσμίας ενέργεια, αυτήν την ίδια την καταχώριση του σχετικού πρακτικού στα οικεία κτηματολογικά φύλλα και όχι απλά και μόνο τη σύνταξή του, προς εξυπηρέτηση των αρχών της δημοσιότητας και της δημόσιας πίστης και εν γένει της ασφάλειας των συναλλαγών, αφού οι τρίτοι που θα ελέγξουν τα κτηματολογικά φύλλα θα πρέπει να μπορούν να λάβουν γνώση του λόγου διακοπής της προθεσμίας39,40.
Τέλος, από μακρού υποστηρίζεται ότι, κατά την καταχώριση πρακτικού συμβιβασμού στα κτηματολογικά βιβλία, θα πρέπει να συνυποβληθούν, εκτός του εν λόγω πρακτικού, και όλα εκείνα τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου41. Εν προκειμένω, όμως, όπως και αλλού έχω υποστηρίξει42, φρονώ ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ των πρακτικών που επιφέρουν διόρθωση των αρχικών εγγραφών, όπως το ενταύθα εξεταζόμενο, και εκείνων με τα οποία συνίσταται, μετατίθεται, καταργείται ή αλλοιώνεται εμπράγματο δικαίωμα43. Πράγματι, οι περισσότερες (καίτοι όχι όλες) φορολογικές, πολεοδομικές κ.λπ. διατάξεις που επιβάλλουν να επισυνάπτονται στις συμβολαιογραφικές πράξεις διάφορα έγγραφα αφορούν και αναφέρονται στις περιπτώσεις σύστασης, μετάθεσης, κατάργησης ή αλλοίωσης εμπραγμάτου δικαιώματος. Αξιωματικά, όμως, η διόρθωση της ανακριβούς αρχικής εγγραφής δεν φέρει τέτοιο χαρακτήρα44, οπότε, και εφόσον βέβαια δεν ορίζεται αντίθετα από τον νόμο με σχετική ειδική διάταξη45, μοιάζει μάλλον υπερβολική η απαίτηση επισύναψης και σε πρακτικό συμβιβασμού που επιφέρει τέτοια διόρθωση εγγράφων που, κατά τις σχετικές διατάξεις, απαιτούνται μόνο για τη σύσταση, τη μετάθεση, την κατάργηση ή την αλλοίωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
5. Αντί επιλόγου: επιτακτική η ανάγκη αναστοχασμού του κτηματολογικού νομοθέτη και κωδικοποίησης του κτηματολογικού δικαίου
Κάθε άλλο παρά πρόσφατη είναι η επισήμανση ότι το κτηματολογικό μας δίκαιο χρήζει επειγόντως κωδικοποίησης. Ήδη από το μακρινό 2014, είχε εμφατικά υπογραμμισθεί, πως οι συνεχείς επεμβάσεις στον ν. 2664/1998 «κατέστησαν το νομικό καθεστώς σχεδόν διάτρητο και εν πολλοίς δύσβατο. Χαρακτηρίζεται από την ανάγκη μιας θεμελιώδους ανασυγκροτήσεώς του. Κατά τη γνώμη μας, υπάρχει ήδη έντονη πίεση για την κωδικοποίησή του»46. Πράγματι, ο σύγχρονος εφαρμοστής της κτηματολογικής νομοθεσίας που θα ανατρέξει στο αρχικό κείμενο του ν. 2664/1998 ευχερέστατα θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για ένα ουσιωδώς διαφορετικό από το ισχύον σήμερα νομοθέτημα, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται για την εσωτερική συνοχή και- συνακόλουθα- την ερμηνευτική επεξεργασία του.
Μάλιστα, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι επιτέλους καιρός ο νομοθέτης, στο πλαίσιο μιας τέτοιας κωδικοποίησης, να αναστοχαστεί αρκετές από τις κατά καιρούς επιλογές και ρυθμίσεις του, τουλάχιστον αναφορικά με εριζόμενα επί μακρά σειρά ετών θέματα, τα οποία, καίτοι απασχολούν συχνότατα την κτηματολογική νομολογία47, είτε παραμένουν σφόδρα στασιαζόμενα, είτε οι επ’ αυτών τείνουσες να κρατήσουν νομολογιακά λύσεις ρηγματώνονται, περισσότερο ή λιγότερο συχνά, από αντίθετες ερμηνευτικές εκδοχές, με αποτέλεσμα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να προκαλείται αφόρητη ανασφάλεια δικαίου, ανεπίτρεπτη για έναν τόσο σημαντικό για τη χώρα και τους πολίτες θεσμό. Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις συνιστούν λ.χ., τελείως ενδεικτικά, η ευχέρεια απευθείας άσκησης αγωγής της § 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998, δηλαδή η άσκησή της χωρίς να έχει προηγηθεί άσκηση αίτησης της § 3 του ιδίου άρθρου48, η δυνατότητα ή μη άσκησης αίτησης του άρθρου 6 § 3 του ν. 2664/1998 σε περίπτωση αρχικής εγγραφής δικαιώματος που έχει καταχωριστεί μερικά με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου, όταν δεν αμφισβητείται το δικαίωμα του τελευταίου από τον αιτούντα49, ή η συνταγματικότητα της διάταξης της περ. στ΄ του άρθρου 6 § 3 του ν. 2664/1998, με την οποία ορίσθηκε ότι η συμπλήρωση του χρόνου της νομής της χρησικτησίας υπολογίζεται κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής του άρθρου 6 § 2 ή της αίτησης του άρθρου 6 § 3 ν. 2664/1998 και όχι κατά τον χρόνο της έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογίου50.
Κοντολογίς, επ’ ευκαιρία μιας προ πολλού αναγκαίας κωδικοποίησης του ν. 2664/1998, έχει φτάσει πλέον το πλήρωμα του χρόνου και για έναν συνολικό αναστοχασμό επί αρκετών ρυθμίσεών του, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσε να κυρωθεί νομοθετικά μια σειρά ερμηνευτικών επιλογών, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Και βέβαια, από μια τέτοια προσπάθεια δεν θα μπορούσε να απουσιάσει η εδώ και καιρό απαιτούμενη συστηματοποίηση και του νομοθετικού πλαισίου των δυνατοτήτων διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών που κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ δικαστικής και εξωδικαστικής διόρθωσης (συμβιβασμός/ διαμεσολάβηση), ώστε να απαντηθούν, με εγκυρότητα και ασφάλεια, προβληματισμοί, όπως αυτοί που μας απασχόλησαν στο παρόν πόνημα.
- 1
Καθώς ούτε είχε προηγηθεί στον σχετικό επιστημονικό ή θεσμικό διάλογο οποιαδήποτε νύξη περί της ανάγκης επαναφοράς της, ούτε και απασχόλησε, έστω κατ’ ελάχιστον, την οικεία διαβούλευση. Ήδη, μάλιστα, η επανεισαγωγή του θεσμού δεν φαίνεται να αντιμετωπίζεται ευμενώς από τη θεωρία, που είτε την χαρακτηρίζει «αμφισβητήσιμη επιλογή» (Μουζάκη Δ., Η επαναφορά του άρθρου 209 ΚΠολΔ, της συμβιβαστικής επέμβασης του Ειρηνοδίκη, στο πρόσωπο του δικαστή, ΕλλΔνη 2025. 1325 επ.), είτε θεωρεί βέβαιο ότι η νέα ρύθμιση θα καταστεί «γράμμα κενό» (Κατράς Ι., Οι νέες ρυθμίσεις με τον ν. 5221/2025 σε ειδικά θέματα, ΕλλΔνη 2025. 1374-1375).
- 2
Ο γράφων συντάσσομαι με την άποψη που θεωρεί ταυτόσημες τις έννοιες της «αρχικής» και της «πρώτης» εγγραφής και ως εκ τούτου τις χρησιμοποιώ εναλλακτικά στις αναπτύξεις που ακολουθούν (βλ. Πυλαρινού Π., Μελέτες Κτηματολογικού Δικαίου I: Η νομική φύση του αιτήματος για διόρθωση των αρχικών εγγραφών στην αγωγή του άρθρου 6 § 2 ν. 2664/1998, Ιούνιος 2015, σ. 94 επ. Έτσι και Πλιάτσικας Κ., Η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 6 § 2 ν. 2664/1998, 2η έκδ., 2024, σ. 30, αριθ. 39, Κοτρώνης Σ., Η οριστικοποίηση και το αμάχητο τεκμήριο των πρώτων εγγραφών στο Εθνικό Κτηματολόγιο, 2022, σ. 19- 20 κ.λπ.).
- 3
Αλλά όχι και τα άρθρα 210 και 212 ΚΠολΔ, προφανώς εκ παραδρομής του νομοθέτη.
- 4
ΕφΑθ 936/2015, ΝοΒ 2015. 1691 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 901/2015, Αρμ. 2016, σ. 799 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ κ.λπ. Έτσι και Πολυζωγόπουλος Κ., Οι κατ’ άρθρ. 214 ΚΠολΔ έννομες συνέπειες της υποβολής αιτήσεως για συμβιβαστική επέμβαση του Ειρηνοδίκη, γνμδ σε ΕλλΔνη 2016. 383 επ., σύμφωνα με τον οποίο όλες οι συνέπειες της αίτησης του άρθρου 209§1 ΚΠολΔ επέρχονται από τη χρονική στιγμή της υποβολής της στον Ειρηνοδίκη και δεν εξαρτώνται από τον χρόνο περιέλευσης της κλήσης αυτού στους ενδιαφερομένους. Για την αντίθετη άποψη βλ. ιδίως Γιαννακάκι Ε./Γιαννακάκη Μ., Η διακοπή της παραγραφής, 4η έκδ., 2024, σ. 97.
- 5
Πράγματι, σχεδόν ομόφωνα γινόταν δεκτό ότι η σχετική ρύθμιση ευλόγως δεν βρήκε απήχηση στην πράξη (Νίκας Ν., Πολιτική Δικονομία, τ. 2, 2η έκδ., 2021, σ. 140, αριθ. 6), ότι γνώρισε σπάνια ή ελάχιστη εφαρμογή (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου), ΚΠολΔ Ι, 2000, σ. 210, αριθ. 2, Κεραμεύς Κ., Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, 1986, σ. 201, Καλαβρός Κ., Πολιτική Δικονομία, 4η έκδ., 2016, σ. 8, αριθ. 10), ή ότι παρουσίασε πολύ περιορισμένη πρακτική σημασία (Μακρίδου Κ., Τακτική διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, 2019, σ. 4, αριθ. 2).
- 6
Βλ. ιδίως ΟλΑΠ 2092/1986 (ΝοΒ 1987. 1629 = Δ 1988. 82 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Βλ. και Διαμαντόπουλος Γ., Ισοδύναμη εναλλαγή του πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού προς τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σε: Γ. Διαμαντόπουλος, Η Συμβολαιογραφία στο σύγχρονο νομικό περιβάλλον, 2025, σ. 188 επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές στη συναφή θεωρία και νομολογία. Στο πλαίσιο του νέου 209 ΚΠολΔ, ήδη έτσι και Νίκας Ν., Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 5η έκδ., 2025, σ. 437.
- 7
Είναι κάτι παραπάνω από προφανές, ότι η χρήση του όρου «οι διάδικοι» στην § 2 του νέου άρθρου 209 ΚΠολΔ οφείλεται σε πρόδηλο lapsus calami του νομοθέτη, όπως αβίαστα προκύπτει από την ήδη προμνησθείσα σχετική περικοπή της αιτιολογικής έκθεσης, που ρητά κάνει λόγο για ρύθμιση η οποία «αποσκοπεί στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, δίνοντας τη δυνατότητα προδικαστικής παρέμβασης από τον πρόεδρο υπηρεσίας οποιουδήποτε Πρωτοδικείου, εφόσον τα μέρη προσέλθουν αυθόρμητα, ενισχύοντας τη διαθεσιμότητα και την ευελιξία της διαδικασίας». Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης εν προκειμένω δεν κυριολεκτεί, δηλαδή δεν αναφέρεται σε (διάδικα) μέρη εκκρεμούς ήδη δίκης, αλλά εννοεί απλώς τα συμβιβαζόμενα μέρη, υπό την έννοια των «ενδιαφερομένων» της § 1.
- 8
Βαθρακοκοίλη Β., Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική- Νομολογιακή Ανάλυση, τ. Α΄, 1994, σ. 1091, αριθ. 2.
- 9
Πολυζωγόπουλου Κ., ό.π.
- 10
Απαλαγάκη Χ./Σταματόπουλος Σ. (- Θεοχάρης Δ.), Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τ. 1, 2022, σ. 817, αριθ. 2.
- 11
Γίνεται δεκτό ότι η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μπορεί να αφορά ακόμα και διαπλαστικά δικαιώματα, εάν η επιδιωκόμενη διάπλαση μπορεί να γίνει και με συμφωνία των μερών. Διαφορετικά, αν δηλαδή η διάπλαση δεν μπορεί να επέλθει παρά μόνο με δικαστική απόφαση, η διαφορά από τη φύση της δεν είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης (Καλαβρός Κ., ό.π., σ. 6, υποσ. 7. Βλ. και Ματθία Σ., Απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, ΕλλΔνη 2000. 1509 επ.).
- 12
Απαλαγάκη Χ./Σταματόπουλος Σ. (- Θεοχάρης Δ.), ό.π., σ. 823-824.
- 13
Απαλαγάκη Χ./Σταματόπουλος Σ. (- Άνθιμος Δ.), ό.π., σ. 1082, αριθ. 6.
- 14
Ψαρομήλιγκος Ι., Μελέτες Κτηματολογικού Δικαίου IΙ: Ζητήματα διόρθωσης αρχικών κτηματολογικών εγγραφών (Περιπτωσιολογία- Παράρτημα κειμένων), Σεπτέμβριος 2017, σ. 147 επ., όπου και εν πολλοίς εδράζονται οι αναπτύξεις του παρόντος κεφαλαίου.
- 15
Ίσως και λόγω της διττής φύσης του δικαστικού συμβιβασμού, ως σύμβασης του ιδιωτικού δικαίου και ταυτόχρονα ως διαδικαστικής πράξης (δικονομικής σύμβασης), που τον φέρει πρωτίστως σε ένα άλλο μεταίχμιο, εκείνο μεταξύ ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου (βλ. ιδίως Νίκα Ν., Ο δικαστικός συμβιβασμός, 1984, σ. 36 επ., καθώς και του ιδίου, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 5η έκδ., 2025, σ. 700- 701). Μάλιστα, παγίως διδάσκεται ότι ο διφυής χαρακτήρας του δικαστικού συμβιβασμού εκδηλώνεται και στην αλληλεπίδραση μεταξύ των δικονομικών και των ουσιαστικών ελαττωμάτων του, αφού η ύπαρξη δικονομικού ελαττώματος συμπαρασύρει και την ουσιαστική πλευρά του δικαστικού συμβιβασμού και αντιστρόφως (Καλαβρός Κ., ό.π., σ. 582, αριθ. 69).
- 16
Κατά την πλειονότητα μάλιστα των συγγραφέων στη διεθνή βιβλιογραφία, την ανώτατη κτηματολογική αρχή (βλ. Κιτσαρά Λ., Οι πρώτες εγγραφές στο Εθνικό Κτηματολόγιο, 2001, σ. 81).
- 17
Κιτσαρά Λ., ό.π., σ. 217- 218. Σύμφωνοι και οι Διαμαντόπουλος Γ.- Εμμανουηλίδου Κ., Ζητήματα Κτηματολογικού Δικονομικού Δικαίου, 2014, σ. 19 και 82 επ., Παπαστερίου Δ., Κτηματολογικό Δίκαιο, 2η έκδ., 2019, σ. 919 επ., Αργυρίου Δ., Το Δίκαιο του Κτηματολογίου, 2η έκδ., 2013, σ. 186 επ. κ.λπ.
- 18
Κιτσαράς Λ., ό.π., σ. 218.
- 19
Ο θεσμός της υποχρεωτικής απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών εισήχθη το πρώτον στο δικονομικό μας δίκαιο με τις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του ν. 2298/1995, με τις οποίες προστέθηκε στον ΚΠολΔ άρθρο 214Α, σύμφωνα με την § 1 του οποίου «διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενες στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς και του μονομελούς πρωτοδικείου, για τις οποίες επιτρέπεται να γίνει συμβιβασμός κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δεν επιτρέπεται να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων». Εν συνεχεία, το εν λόγω άρθρο 214Α υπέστη σειρά τροποποιήσεων, έως ότου, τελικά, να αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου, με τις διατάξεις του άρθρου 19 του ν. 3994/2011, κατά δε τη νέα διατύπωση της § 1 αυτού «οι διάδικοι μπορούν να συμβιβάζονται, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης, όταν αντικείμενό της είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, για την οποία επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός», καταργούμενης έτσι της υποχρεωτικότητας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς.
- 20
Μαγουλάς Γ., Κτηματολογικές Εγγραφές, 1η έκδ., 2007, σ. 35 επ., θέση που επαναλαμβάνει και στις τρεις (από τις τέσσερις εν συνόλω) επόμενες εκδόσεις του έργου του (2η έκδ., 2008, σ. 38 επ., 3η έκδ., 2015, σ. 46 επ., 4η έκδ., 2019, σ. 54 επ.).
- 21
Περί της νομικής φύσης του εν λόγω αιτήματος, βλ. ιδίως Πλιάτσικα Κ., ό.π., σ. 150 επ. και 212 επ., Πυλαρινού Π., ό.π., passim.
- 22
ΜΠρΘ 32049/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου και το κείμενο της προσβληθείσας άρνησης.
- 23
ΜΠρΑθ 1292/2019, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΑθ 2222/ 2018, Αρμ 2018. 1090, ΜΠρΘ 2721/2013 (όπως παρατίθεται σε Διαμαντόπουλου Γ., Εφαρμογές Δικαίου Κτηματολογίου, 2015, σ. 236), ΜΠρΘ 9762/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘ 32056/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ κ.λπ. Έτσι και Σπυριδάκης Ι./Σπυριδάκης Μ., Δίκαιο Κτηματολογίου, 2η έκδ., 2020, σ. 198, Διαμαντόπουλος Γ., Η δίκη των αντιρρήσεων ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή, 2015, σ. 199 επ., Κοτρώνης Σ., ό.π., σ. 101-102 κ.λπ.
- 24
Μαγουλά Γ., ό.π., 5η έκδ., 2021, σ. 72, Αργυρίου Δ., ό.π., σ. 186.
- 25
Βλ. τις αιτιολογικές εκθέσεις ιδίως του ν. 3127/ 2003, σύμφωνα με την οποία «η εμπειρία που αποκτήθηκε μέχρι σήμερα από τα πιλοτικά προγράμματα του κτηματολογίου απέδειξε ότι οι βασικές νομοθετικές επιλογές που αφορούν στο σχεδιασμό της διαδικασίας κτηματογράφησης υπήρξαν επιτυχείς. Όπως ήταν αναμενόμενο όμως, η εφαρμογή του θεσμού στην πράξη κατέδειξε και ορισμένες αδυναμίες, τις οποίες άλλωστε είχαν σκοπό να αναδείξουν τα πιλοτικά προγράμματα. Διαπιστώθηκε κυρίως […] η ανάγκη να προβλεφθούν διατάξεις που θα επέτρεπαν, εκεί όπου επιβάλλεται από τη φύση του πράγματος, την κατ’ εξαίρεση διόρθωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία χωρίς την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης» (σ. 1), αλλά και του ν. 3481/2006, κατά την οποία «οι προτεινόμενες διατάξεις των παραγράφων 11-12 αποσκοπούν, όπως και οι προαναφερθείσες παράγραφοι 3- 6 (σημ.: του άρθρου 2), στην απλοποίηση της διοικητικής διαδικασίας διορθώσεως των εγγραφών και ιδίως των αρχικών εγγραφών. Με τη διάταξη αυτή επιχειρείται η διεύρυνση της έννοιας του πρόδηλου σφάλματος, το οποίο διορθώνεται με πολύ απλή διαδικασία. Με αναγωγή στις ιδιαίτερες κατ’ ιδίαν περιπτώσεις που ανέδειξε η πράξη και ύστερα από λεπτομερή κατηγοριοποίηση αυτών, αφού δε ελήφθη υπόψη η εμπειρία από το ήδη από μακρού χρόνου λειτουργούν Κτηματολόγιο της Δωδεκανήσου, επιχειρείται η παροχή δυνατότητας διόρθωσης των πρώτων εγγραφών με τον τρόπο αυτόν (δηλαδή διοικητικά, χωρίς δικαστική παρέμβαση) προκειμένου να διευκολυνθούν οι συναλλαγές, χωρίς όμως παράλληλα να απαξιώνεται το κτηματολόγιο ή να τίθεται εν αμφιβόλω η δημόσια πίστη που αυτό παρέχει» (σ. 3). Μάλιστα, με την υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΠ 8217/4319 οικ./ 6.10.2006 ερμηνευτική εγκύκλιο της Νομικής Διεύθυνσης της (τότε) ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε., επισημαίνεται ότι «σε κάθε περίπτωση πάντως η απαρίθμηση στο νόμο των περιπτώσεων αυτών εξακολουθεί να είναι ενδεικτική και τούτο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση των αιτημάτων διόρθωσης, η οποία είναι απαραίτητο να γίνεται με βάση τις ειδικότερες συνθήκες που ισχύουν κατά περίπτωση. Για τους λόγους αυτούς κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18 που αφορούν στη διόρθωση πρόδηλων σφαλμάτων των αρχικών εγγραφών θα πρέπει οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων να εξαντλούν όλες τις δυνατότητες που παρέχονται δι’ αυτών (των διατάξεων) για την αντιμετώπιση ζητημάτων διόρθωσης που ανακύπτουν κατά τη λειτουργία του Κτηματολογίου».
- 26
Μαγουλάς Γ., ό.π., 3η έκδ., 2015, σ. 47 και 4η έκδ., 2019, σ. 55.
- 27
Ψαρομήλιγκος Ι., ό.π., σ. 31 επ. και σ. 160, υποσ. 192.
- 28
Χωρίς πάντως να συνάγεται εκ του λόγου αυτού ότι δεν θα μπορούσαν να καταχωρηθούν στα κτηματολογικά βιβλία πρακτικά συμβιβασμού Ειρηνοδικείου που δεν επέφεραν διορθώσεις κτηματολογικών εγγραφών, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για αμφισβήτηση αρχικής εγγραφής κατά το άρθρο 6 του ν. 2664/1998, αλλά για επιγενόμενη εγγραφή κατά το άρθρο 8 του ιδίου Νόμου (Ψαρομήλιγκου Ι., ό.π., σ. 161). Ωστόσο, είχε υποστηριχθεί πως, ειδικά οι διαφορές με τις οποίες επιδιώκεται γεωμετρική μεταβολή, δηλαδή διαφοροποίηση των ορίων των γεωτεμαχίων, καίτοι δεν υπήρχε ρητή νομοθετική πρόβλεψη, εξέφευγαν της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου και έπρεπε να δικάζονται από κτηματολογικό δικαστή, κατά διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 13Α § 1 ν. 2664/1998 (Λιόντας Ν., Οι επερχόμενες σε συνέχεια εκδοθείσας δικαστικής απόφασης γεωμετρικές μεταβολές, στο συλλογικό Εθνικό Κτηματολόγιο: Ισχύον Δίκαιο, Στρεβλώσεις και θετέον δίκαιο, 2018, σ. 51- 52, Εμμανουηλίδου Κ., Η επεξεργασία εκ μέρους του Ειρηνοδίκη των συνηθέστερων αιτημάτων παροχής δικαστικής προστασίας εμπραγμάτου δικαίου, https://www.esdi.gr/nex/images/stories/pdf/epimorfosi/2020/emmanouolidou_2020.pdf, σ. 1- 2, Χατζηδημητρίου Ι.- Χ., Η λειτουργική αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου για την εκδίκαση εμπράγματων διαφορών σε καθεστώς λειτουργούντος Κτηματολογίου, ΕπΑκ 2023. 17- 18). Βλ. πρόσφατη περίπτωση καταχώρισης πρακτικού συμβιβασμού Ειρηνοδικείου κατ’ άρθρο 209 ΚΠολΔ στην ΜΠρΛεβ 54/2023 (ΕπΑΚ 2024. 614 επ., με σύμφωνο σχόλιο Χριστοδούλου Π.), η οποία, κρίνοντας αντιρρήσεις κατά απόφασης της Προϊσταμένης του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου που είχε αρνηθεί την καταχώριση, με το επιχείρημα ότι το εν λόγω πρακτικό δεν συνιστά εγγραπτέα πράξη κατ’ άρθρο 12 του ν. 2664/ 1998, διέταξε τελικά την καταχώρισή του στα οικεία κτηματολογικά φύλλα.
- 29
Πρόδηλο, βέβαια, τυγχάνει ότι, μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης, ουδεμία αντίρρηση μπορεί πλέον να εγερθεί για την καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα του πρακτικού του άρθρου 209 ΚΠολΔ ως μεταγενέστερης εγγραφής, για τη μετάθεση, σύσταση κ.λπ. εμπράγματου δικαιώματος, εφόσον βέβαια πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις νομιμότητας του ουσιαστικού δικαίου.
- 30
Αιτιολογική έκθεση ν. 3994/2011, σ. 11. Βλ. και Νίκα Ν., Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 5η έκδ., 2025, σ. 438.
- 31
Διαμαντόπουλου Γ., Το κτηματολόγιο ως σύστημα δημοσιότητας αφενός και ως σύστημα διόρθωσης των ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών αφετέρου, στο συλλογικό Εθνικό Κτηματολόγιο και Διαμεσολάβηση, 2021, σ. 42. Βλ. επίσης στο ίδιο Πλεύρη Α., Διαμεσολάβηση σε κτηματολογικές διαφορές, σ. 105 και Κουκούτση Ρ., Εθνικό Κτηματολόγιο και Διαμεσολάβηση, σ. 244- 245. Έτσι και Λανταβού Ε., Τα τεκμήρια του κτηματολογικού δικαίου στην πολιτική δίκη, σ. 46, αριθ. 56.
- 32
Για τον όλο προβληματισμό περί της δυνατότητας διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής με πρακτικό διαμεσολάβησης πριν τον ν. 4821/2021, βλ. ιδίως Εθνικό Κτηματολόγιο και Διαμεσολάβηση, 2021, passim.
- 33
Πλιάτσικα Κ., Διαμεσολάβηση για τη διόρθωση ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών, ΕφΑΔΠολΔ 2022. 814-815. Βλ. και Πλεύρη Α., Διαμεσολάβηση κτηματολογικών διαφορών και διενέργεια από κτηματολογικό διαμεσολαβητή υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολαβήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 2 περ. δ΄ ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 ν. 4821/2021, ΕφΑΔΠολΔ 2022. 794 επ.
- 34
Απαλαγάκη Χ./Σταματόπουλος Σ. (- Πανταζόπουλος Α.), ό.π., σ. 492.
- 35
Ειδικά ο κίνδυνος εμφιλοχώρησης «κρυπτόμενων μεταβιβάσεων», στο πλαίσιο φερόμενης διόρθωσης ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής, είναι ένα ενδεχόμενο που διαχρονικά κατατρύχει τον κτηματολογικό νομοθέτη, αιτιολογώντας ρυθμίσεις όπως εκείνη της υποπερ. αα΄ της περ. β΄ του άρθρου 18 § 1 του ν. 2664/ 1998, δηλαδή ότι η συναίνεση τρίτου στη διόρθωση προδήλου σφάλματος πρέπει να μην «υποκρύπτει άτυπη μεταβίβαση ή μεταβολή τίτλου του ακινήτου», ή την ανάλογη της περ. ε’ της ίδιας παραγράφου, ήτοι ότι η επίλυση της διαφοράς με πρακτικό διαμεσολάβησης «απαγορεύεται να υποκρύπτει άτυπη μεταβίβαση του ακινήτου». Μόλις βέβαια που χρειάζεται να αναφερθεί το περιττόν του πράγματος, αφού, με δεδομένο τον διαπιστωτικό χαρακτήρα των πρώτων εγγραφών (βλ. ΑΠ 1342/2015, Ελλ Δνη 2017. 105, ΑΠ 1500/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 62/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 600/2016, ΕλλΔνη 2017. 125, ΕφΑθ 618/2015, ΕλλΔνη 2017. 123, ΜΠρΚερ 710/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠατ 63/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ κ.λπ.), είναι πασιφανές ότι οποιαδήποτε διόρθωσή τους δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην ακριβή απεικόνιση των υφιστάμενων δικαιωμάτων και όχι βέβαια στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο μετάθεση ή αλλοίωσή τους, οπότε κάθε συναφής ρητή απαγόρευση παρέλκει. Προφανώς, πάντως, ούτε η εν λόγω διαπίστωση ούτε οι ανωτέρω, ως εκ περισσού εισαχθείσες απαγορεύσεις, μπορούν να αποτρέψουν αποτελεσματικά τον προκείμενο κίνδυνο, αποτροπή που μάλλον μόνο έμμεσα θα μπορούσε να επιδιωχθεί, με μέτρα όπως λ.χ. η απαγόρευση διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής με πρακτικά συμβιβασμού ή διαμεσολάβησης, όταν τίτλος κτήσης του φερόμενου δικαιούχου μνημονεύεται η έκτακτη χρησικτησία, καίτοι και πάλι θα ήταν δυνατόν να μεθοδευτεί (ωστόσο δυσχερέστερα) καταστρατήγηση της απαγόρευσης, μέσω της έκδοσης δικαστικών αποφάσεων ερήμην των εναγομένων.
- 36
ΜΠρΚοζ 214/2021, ΕπΑκ 2022. 680 (βλ. και σχολιασμό της σε Ελαία - Βλαχάκη Σ., Ζητήματα από την καταχώριση στα κτηματολογικά γραφεία εμπράγματου δικαιώματος με τίτλο κυριότητας χρησικτησία, ΕπΑκ 2024. 525- 526).
- 37
Και άρα όχι και στην περίπτωση της αυθόρμητης εμφάνισης των ενδιαφερομένων.
- 38
Βλ. και την εκδοθείσα για την εφαρμογή του υπ’ αριθ. ΥΠΕΝ/ΔΝΕΠ/110243/4885 (ΦΕΚ Β' 4765/24.12. 2019 Υπουργική Απόφαση («Καθορισμός της μορφής και του περιεχομένου του Τοπογραφικού Διαγράμματος Γεωμετρικών Μεταβολών που προσαρτάται σε δικόγραφα του ν. 2664/1998 (Α' 275) ενώπιον Δικαστηρίων που επιφέρουν μεταβολές στα κτηματολογικά διαγράμματα- Δήλωση συντάκτη Μηχανικού- Έναρξη ισχύος υποχρεώσεων και συνεπειών»).
- 39
Υπενθυμίζεται ότι η αναγνώριση του δικαιώματος του αληθούς δικαιούχου από τον ανακριβώς αναγραφόμενο στην πρώτη κτηματολογική εγγραφή διακόπτει την προθεσμία του άρθρου 6 §2 (260 ΑΚ σε συνδ. με άρθρο 7§3 ν. 2664/1998).
- 40
Πλιάτσικας Κ., Η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ό.π., σ. 183, αριθ. 298. Βλ. και Γάτσιος Γ., σε: Διαμαντόπουλου Γ., ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ, κατ’ άρθρο ερμηνεία του ν. 2664/ 1998, 2020, σ. 136.
- 41
Διαμαντόπουλος Γ., σε Διαμαντόπουλου Γ. - Εμμανουηλίδου Κ., ό.π., σ. 84.
- 42
Ψαρομήλιγκος Ι., ό.π., σ. 162- 163.
- 43
Μάλιστα, μια ακόμα πιο αυστηρή άποψη θεωρεί αναγκαίο να προσκομίζονται και ενώπιον του δικαστηρίου και να ελέγχονται όλα εκείνα τα έγγραφα που απαιτούνται για την κατάρτιση της αντίστοιχης δικαιοπραξίας με συμβολαιογραφικό τύπο και που, σε περίπτωση μη επισύναψης, καθιστούν άκυρο το συμβολαιογραφικό έγγραφο (Εμμανουηλίδου Κ., Πρακτικά συμβιβασμού ενώπιον Ειρηνοδίκη για υποθέσεις εμπραγμάτου δικαίου, ό.π., σ. 6- 7).
- 44
Βλ. υποσ. 35.
- 45
Βλ. λ.χ. άρθρο 83 ν. 4495/2017.
- 46
Παπαστερίου Δ., Η εκρηκτική νομοθετική παραγωγή στην κτηματολογική έννομη τάξη (στο συλλογικό ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: Νομοθετική έκρηξη και νομολογιακή πραγματικότητα, ΕΝΟΒΕ, 2014, σ. 13).
- 47
Για τον καίριο ρόλο που διαδραμάτισε η νομολογία στη διαμόρφωση του κτηματολογικού δικαίου, ήδη από τα πρώτα βήματα της λειτουργίας του Κτηματολογίου στη χώρα, βλ. Εμμανουηλίδου Κ., σε Διαμαντόπουλου Γ. - Εμμανουηλίδου Κ, ό.π., σ. 1 επ.
- 48
Θέμα για το οποίο, ενώ φαινόταν ήδη από το 2015 να παγιώνεται η νομολογιακή τάση που δέχεται τη διαζευκτική δυνατότητα άσκησης για τη διόρθωση της εγγραφής «αγνώστου ιδιοκτήτη» είτε της αγωγής της § 2, είτε της αίτησης της § 3 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαιούχου του εγγραπτέου δικαιώματος, έρχεται πλέον να αναζωπυρωθεί ο διάλογος, μετά την έκδοση της ΑΠ 780/2024 (ΕπΑκ 2025, σ. 458, με αντίθετο σχολιασμό Διαμαντόπουλου Γ., ΕπΑκ 2025, σ. 374 επ.), η οποία συντάσσεται με την άποψη που απαιτεί να προηγηθεί υποχρεωτικά η άσκηση της άνω αίτησης και μόνο εφόσον αυτή απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη να ασκηθεί αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. αντί άλλων Τσιλιγγερίδου Μ., Ένδικη προστασία για ακίνητο φερόμενο ως «άγνωστου» ιδιοκτήτη, 2η έκδ., 2022, σ. 104 επ., όπου και εξαντλητική ανάπτυξη των εκατέρωθεν απόψεων).
- 49
Υπέρ της καταφατικής εκδοχής, βλ. ιδίως ΜΕφ Αιγ 106/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑιγ 57/2021, αδημ., ΜΕφΠειρ 312/2020, ΕπΑκ 2020. 565 (με σύμφωνο σχόλιο Διαμαντόπουλου Γ.) κ.λπ. Υπέρ της αντίθετης άποψης, βλ. ενδεικτικά ΜΠρΧίου 206/2020, ΕπΑκ 2021. 128, σ. 236, ΜΠρΚαστ 100/2017, ΕπΑκ 2019. 49 (με αντίθετες παρατηρήσεις Τσιλιγγερίδου Μ.), ΜΠρ Ηρ 60/2016, ΕλλΔνη 2017. 236 (βλ. αντίθετες παρατηρήσεις του γράφοντος, σε Μελέτες Κτηματολογικού Δικαίου ΙΙ, ό.π., σ. 55 επ.) κ.λπ.
- 50
Βλ. κυρίως, υπέρ μεν της αντισυνταγματικότητας Πλιάτσικα Κ., Η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, ό.π., σ. 160 επ., για δε την αντίθετη άποψη Κοτρώνη Σ., Κρίσιμος χρόνος ύπαρξης του δικαιώματος που προσβάλλεται με ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή, όταν επικαλούμενος τίτλος κτήσης είναι η χρησικτησία - Το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 6§3 περ. στ΄ ν. 2664/1998 (Παρατηρήσεις υπό την ΜΕφΘ 1916/ 2023), ΕλλΔνη 2024. 1100 επ., αμφότεροι με πλούσιες παραπομπές στη σχετική θεωρία και νομολογία.