Α. Γέροντα: Τα οργανωμένα ταξίδια. Η καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης (Επιστροφή του αντιτίμου που είχε καταβληθεί ακόμη και όταν παρασχέθηκαν μέρος των υπηρεσιών). Η απόφαση της 23.10.2025, C-469/24 του ΔΕΕ
Τα οργανωμένα ταξίδια. Η καταβολή αποζημίωσης
σε περίπτωση μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης
(Επιστροφή του αντιτίμου που είχε καταβληθεί
ακόμη και όταν παρασχέθηκαν μέρος των υπηρεσιών).
Η απόφαση της 23.10.2025, C-469/24 του ΔΕΕ
Αποστόλη Γέροντα
Καθηγητή Διοικητικού Δικαίου
Ι. Ιστορικό:
Στις 22.7.2022 δύο πολωνοί προέβησαν στη σύναψη σύμβασης με συγκεκριμένο ταξιδιωτικό γραφείο με αντικείμενο ταξίδι και διαμονή «με όλα τα έξοδα πληρωμένα» σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων στην Αλβανία για το χρονικό διάστημα από την 1.9. έως τις 8.9.2023.
Την πρώτη ημέρα της διαμονής τους οι ενάγοντες της κύριας δίκης ξύπνησαν εξαιτίας του θορύβου από τις εργασίες κατεδάφισης και καταστροφής δύο κολυμβητικών δεξαμενών του ξενοδοχείου, οι οποίες διήρκεσαν από την 1.9. έως και την 4.9.2023 προκαλώντας θόρυβο και αναστάτωση. Περαιτέρω κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών άρχισαν να εκτελούνται εργασίες για την προσθήκη πέμπτου ορόφου στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, τα δε υλικά μεταφέρονταν με τους ανελκυστήρες που χρησιμοποιούσαν οι πελάτες του ξενοδοχείου.
Στη συνέχεια οι ενάγοντες (ταξιδιώτες) αξίωσαν από το ταξιδιωτικό γραφείο την καταβολή αποζημίωσης ύψους 5.346 ευρώ και των οποίων περίπου 2.048 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω μη εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασης και ποσό περίπου 3.298 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση για την ηθική βλάβη που είχαν υποστεί. Η εναγομένη της κύριας δίκης υποστήριξε ότι οι εργασίες κατεδάφισης ήταν συνέπεια απόφασης των αλβανικών αρχών προς την οποία έπρεπε να συμμορφωθεί και επομένως απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στους ενάγοντες.
Στο πλαίσιο της διαφοράς το δικαστήριο διερωτήθηκε εάν το άρθρο 50 § 3 σημείο 2 του νόμου περί ταξιδίων εναρμονίζεται με την Οδηγία 2015/2302, καθόσον η συγκεκριμένη εθνική διάταξη προβλέπει ότι ο ταξιδιώτης δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης, εάν ο διοργανωτής ταξιδίων αποδείξει ότι η έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε υπαιτιότητα τρίτου προσώπου ξένου προς την παροχή των ταξιδιωτικών υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση οργανωμένου ταξιδίου και έχει απρόβλεπτο και αναπότρεπτο χαρακτήρα.
ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 14 § 3 στοιχ. β΄της Οδηγίας 2015/23021
α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 § 3 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 2015/2302 ο ταξιδιώτης δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης, εάν ο διοργανωτής αποδείξει ότι η έλλειψη συμμόρφωσης καταλογίζεται σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των ταξιδιωτικών υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση οργανωμένου ταξιδίου και έχει απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο χαρακτήρα. Επειδή η Οδηγία δεν ορίζει την έννοια της φράσης «καταλογίζεται σε» απαιτείται αυτοτελής ερμηνεία της, λαμβάνοντας υπόψη τη συνήθη σημασία στην καθομιλουμένη γλώσσα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται και ο σκοπός που επιδιώκεται με τη συγκεκριμένη Οδηγία (ΔΕΕ απόφ. της 8.6.2023, C-407/21). Η παραπάνω φράση δηλώνει ότι ένα γεγονός είναι αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του εν λόγω προσώπου, χωρίς να προϋποθέτει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστά παράβαση, διαπραχθείσα από πρόθεση ή εξ αμελείας υποχρέωσης επιβαλλομένης στο πρόσωπο αυτό είτε βάση του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου είτε βάσει συμβατικής ρήτρας. Σύμφωνα με το δικαστήριο η παραπάνω διάταξη της Οδηγίας επιτρέπει στον διοργανωτή των ταξιδίων να απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης που υπέχει έναντι ταξιδιώτη, σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης ως προς τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, εάν αποδείξει ότι η εν λόγω έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε τρίτους χωρίς να απαιτείται να αποδείξει ότι η έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του τρίτου προσώπου. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και στο πλαίσιο της συστηματικής ερμηνείας και ειδικότερα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 της Οδηγίας θεσπίζεται εναρμονισμένο καθεστώς ενδοσυμβατικής ευθύνης των διοργανωτών οργανωμένων ταξιδίων, χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι η αντικειμενική ευθύνη του διοργανωτή και ο περιοριστικός καθορισμός των περιπτώσεων στις οποίες αυτός μπορείς να απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη ευθύνη (ΔΕΕ απόφ. της 12.1.2023, C-396/21).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 της Οδηγίας προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο διοργανωτής ταξιδίων να είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των ταξιδιωτικών υπηρεσιών που αναφέρονται στη σύμβαση οργανωμένου ταξιδίου, ανεξάρτητα αν οι υπηρεσίες αυτές πρόκειται να εκτελεσθούν από τον διοργανωτή ή από άλλους παρόχους ταξιδιωτικών υπηρεσιών. Σε περίπτωση που κάποια υπηρεσία δεν εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση, ο διοργανωτής υποχρεούται να αποκαταστήσει την πλημμελή εκτέλεση, σε αντίθετη δε περίπτωση ο οικείος ταξιδιώτης δικαιούται μείωση του τιμήματος και αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 §§ 1 και 2 της Οδηγίας. Συνεπώς, ο διοργανωτής των ταξιδίων ευθύνεται κατ’ αρχήν, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υπηρεσιών οργανωμένου ταξιδίου, ανεξάρτητα αν υφίσταται υπαιτιότητά του ή υπαιτιότητα των παρόχων του υπηρεσιών κατά την εκτέλεση των εν λόγω υπηρεσιών.
Αν και η διάταξη του άρθρου 14 § 2 της Οδηγίας 2015/2302 θεσπίζει την αρχή της αντικειμενικής ευθύνης του διοργανωτή ταξιδίων για κάθε ζημία που υφίσταται ο ταξιδιώτης λόγω έλλειψης συμμόρφωσης ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες, ο διοργανωτής μπορεί να απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη ευθύνη, αν αποδείξει ότι η έλλειψη συμμόρφωσης εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 14 § 3 στοιχ. α΄εως γ΄. Το κοινό στοιχείο αυτών των περιπτώσεων συνίσταται στο ότι η έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε αίτιο εξωτερικό προς τον διοργανωτή, ήτοι στον ίδιο τον ταξιδιώτη, σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των ταξιδιωτικών υπηρεσιών ή σε έκτακτες περιστάσεις. Περαιτέρω η διάταξη προβλέπει τη συνδρομή της προϋπόθεσης ότι η οφειλόμενη σε τρίτο πρόσωπο ή σε εξαιρετικές περιστάσεις έλλειψη συμμόρφωσης πρέπει να έχει αναπότρεπτο χαρακτήρα, σε καμία όπως περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα «υπαιτιότητας». Επίσης ο επιδιωκόμενος από την Οδηγία σκοπός της παροχής υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών δεν δικαιολογεί την υποχρέωση του διοργανωτή ταξιδίων να αποδείξει την υπαιτιότητα τρίτου προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του έναντι του οικείου καταναλωτή σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν διατάξεις βάσει των οποίων οι διοργανωτές ταξιδίων απαλλάσσονται από την υποχρέωσή τους αποζημίωσης σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης ως προς τις υπηρεσίες οργανωμένου ταξιδίου, η οποία καταλογίζεται σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, μόνον εφόσον αποδείξουν ότι η έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του τρίτου και έχει απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο χαρακτήρα. Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις η διάταξη του άρθρου 14 της Οδηγίας δεν ανέχεται διάταξη του εθνικού δικαίου, ή δεν θεσπίζει υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του οικείου διοργανωτή ταξιδίων σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης ως προς τις παρασχεθείσες υπηρεσίες οργανωμένου ταξιδίου. Προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του έναντι του ταξιδιώτη, πρέπει ο διοργανωτής ταξιδίων να αποδείξει ότι η συγκεκριμένη έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του τρίτου προσώπου.
β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 § 1 της Οδηγίας 2015/2302, ο ταξιδιώτης «δικαιούται κατάλληλη μείωση της τιμής για οποιαδήποτε περίοδο έλλειψης συμμόρφωσης, εκτός εάν ο διοργανωτής αποδείξει ότι η έλλειψη συμμόρφωσης καταλογίζεται στον ταξιδιώτη». Η μείωση της τιμής πρέπει να είναι αντίστοιχη του συνόλου της περιόδου κατά την οποία διαπιστώθηκε έλλειψη συμμόρφωσης. Επιπλέον η νομολογία έχει κρίνει ότι η εκτίμηση της καταλληλότητας της μείωσης της τιμής πρέπει, όπως και η διαπίστωση της έλλειψης συμμόρφωσης, να διενεργείται αντικειμενικώς, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων του οικείου διοργανωτή ταξιδίων με γνώμονα τη συναφθείσα σύμβαση οργανωμένου ταξιδίου (ΔΕΕ απόφ. της 12.1.2023, C-396/21, σκέψη 39).
Από τη σχετική διάταξη του άρθρου 14 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 σημείο 13 της Οδηγίας 2015/2302 προκύπτει ότι η υποχρέωση του διοργανωτή ταξιδίων να προβεί σε μείωση της τιμής εκτιμάται αποκλειστικά σε σχέση με τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες, οι οποίες περιλαμβάνονται στη σύμβαση οργανωμένου ταξιδίου και οι οποίες δεν εκτελέστηκαν ή έχουν εκτελεστεί πλημμελώς. Επομένως, η εκτίμηση της καταλληλότητας της επίμαχης μειώσεως πρέπει να στηρίζεται σε υπολογισμό της αξίας των ταξιδιωτικών υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στο πακέτο και δεν εκτελέσθηκαν ή εκτελέσθηκαν πλημμελώς, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής διάρκειας της εν λόγω μη εκτέλεσης ή πλημμελούς εκτέλεσης και της αξίας του πακέτου. Όσο σοβαρότερη είναι η μη εκτέλεση ή η πλημμελής εκτέλεση τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η μείωσης της τιμής προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη.
Σε περίπτωση κατά την οποία η έλλειψη συμμόρφωσης αφορά το σύνολο των ταξιδιωτικών υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σε ταξιδιώτη, ο δε οικείος διοργανωτής ταξιδίων δεν αποδεικνύει ότι η έλλειψη συμμόρφωσης καταλογίζεται στον πρώτο, ο ταξιδιώτης μπορεί να αξιώσει από τον διοργανωτή την επιστροφή του συνόλου του αντιτίμου που καταβλήθηκε για το οικείο πακέτο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 § 1 της Οδηγίας 2015/2302. Σε περίπτωση κατά την οποία το εύρος της έλλειψης συμμόρφωσης είναι τέτοιο, ώστε, λαμβανομένης υπόψη του αντικειμένου του εν λόγω πακέτου, να καθιστά άνευ ενδιαφέροντος και άνευ αξίας τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, η συγκεκριμένη έλλειψη συμμόρφωσης εξομοιώνεται με μη εκτέλεση του πακέτου, λόγω της οποίας παρέχεται δικαίωμα επιστροφής του συνόλου του αντιτίμου, κατά εφαρμογήν του άρθρου 14 § 1 της Οδηγίας.
Όταν ο ταξιδιώτης έκανε χρήση μέρους των παρεχομένων από τον διοργανωτή ταξιδίων υπηρεσιών, η κατάλληλη μείωση της τιμής που δικαιούται ο ταξιδιώτης σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης ως προς τις εν λόγω υπηρεσίες μπορεί να αντιστοιχεί σε επιστροφή του συνόλου του αντιτίμου για το οικείο οργανωμένο ταξίδι, εφόσον η έλλειψη συμμόρφωσης είναι τόσο σοβαρή ώστε το συγκεκριμένο οργανωμένο ταξίδι, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου του, να καθίσταται πλέον αντικειμενικώς άνευ ενδιαφέροντος για τον εν λόγω ταξιδιώτη.
γ. Ως προς το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος, το δικαστήριο έκρινε ότι το εθνικό δικαστήριο φέρει την ευθύνη να εκτιμήσει με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων, που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και συνεπώς το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί για τα ζητήματα που τίθενται με τα ερωτήματα (ΔΕΕ απόφ. της 27.6.2024, C-148/23, σκέψη 30. Το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί του προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία κανόνα του δικαίου της Ένωσης δεν έχει σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία του έχουν υποβληθεί). Το Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 14 §§ 1 και 2 της Οδηγίας 2015/2302 τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι για οποιαδήποτε περίοδο έλλειψη συμμόρφωσης όσον αφορά τις παρεχόμενες υπηρεσίες και για οποιαδήποτε ζημία που προκαλείται λόγω της έλλειψης συμμόρφωσης, οι ταξιδιώτες δικαιούνται κατάλληλη μείωση της τιμής και κατάλληλη αποζημίωση εκ μέρους των διοργανωτών ταξιδίων και με αυτόν τον τρόπο αποκαθίσταται η συμβατική ισορροπία που υφίστατο κατά τη σύναψη της σύμβασης οργανωμένου ταξιδίου. Η καταβολή της αποζημίωσης επιδιώκει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι ταξιδιώτες λόγω της μη συμμόρφωσης ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Αντίθετα, δεν προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του προαναφερόμενου άρθρου της Οδηγίας η επιβολή κυρώσεων στους διοργανωτές ταξιδίων σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης. Συνεπώς, η Οδηγία επιτάσσει, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, την καταβολή αποζημίωσης για κάθε ζημία που προκλήθηκε λόγω έλλειψης συμμόρφωσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η συμβατική ισορροπία μεταξύ του διοργανωτή ταξιδίων και του ταξιδιώτη και δεν προβλέπεται η επιβολή κυρώσεων σε βάρος του διοργανωτή. Αυτό όμως δεν αποκλείει ότι σε περίπτωση που εμφανίζονται συχνά φαινόμενα κακής διοργάνωσης ή πλημμελούς παροχής των υπηρεσιών, το κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει συγκεκριμένες κυρώσεις σε βάρος του διοργανωτή ταξιδίων.
δ. Με το προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, αν το άρθρο 3 σημείο 12 της Οδηγίας έχει την έννοια ότι οι οφειλόμενες σε πράξεις δημοσίων αρχών καταστάσεις, περιλαμβανομένης της κατεδάφισης τουριστικής υποδομής προς εκτέλεση απόφασης δημόσιας αρχής, δεν εμπίπτουν στην έννοια των «αναπόφευκτων και έκτακτων περιστάσεων». Σύμφωνα με το άρθρο 3 σημείο 12 της Οδηγίας οι «αναπόφευκτες και έκτακτες περιστάσεις» ορίζονται ως οι «καταστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχο του μέρους που επικαλείται τέτοια κατάσταση, και οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα». Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 31 της Οδηγίας το περιεχόμενο της έννοιας αυτής «μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, πόλεμο, άλλα σοβαρά προβλήματα ασφαλείας, όπως η τρομοκρατία, σημαντικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, όπως η εκδήλωση κρουσμάτων σοβαρής ασθένειας στον ταξιδιωτικό προορισμό, ή φυσικές καταστροφές όπως πλημμύρες, σεισμοί ή καιρικές συνθήκες που καθιστούν αδύνατη την ασφαλή μετάβαση στον προορισμό κατά τα συμφωνηθέντα στη σύμβαση οργανωμένου ταξιδιού».
Σύμφωνα με τη νομολογία η έννοια των «αναπόφευκτων και έκτακτων περιστάσεων» συγκεκριμενοποιεί την έννοια της «ανωτέρας βίας», δηλαδή πρόκειται για περιστάσεις ξένες προς αυτόν που την επικαλείται, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, όση επιμέλεια και αν είχε καταβληθεί. (ΔΕΕ απόφ. της 8.6.2023, C-407/21, της 29.2.2024, C-299/22). Καταστάσεις που οφείλονται σε πράξεις δημόσιας αρχής εμπίπτουν στην έννοια των αναπόφευκτων και έκτακτων περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 3 σημείο 12 της Οδηγίας, μόνον αν εκφεύγουν του ελέγχου του μέρους που τις επικαλείται και έχουν συνέπειες που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα.
Επειδή η έκδοση πράξεων δημόσιας αρχής διέπεται από διαδικαστικούς και ουσιαστικούς κανόνες που διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω πράξεις εκδίδονται με διαφάνεια μετά από στάθμιση των διαφόρων συμφερόντων, η δε εκτέλεση αυτών των πράξεων προϋποθέτει δημοσιότητα και συνεπώς οι καταστάσεις που οφείλονται σε τέτοιες πράξεις δεν είναι εν γένει απρόβλεπτες. Το δικαστήριο έκρινε ότι η κατεδάφιση των επίμαχων υποδομών δεν μπορεί να θεωρηθεί απρόβλεπτη και ειδικότερα η κατεδάφιση της τουριστικής υποδομής προς εκτέλεση απόφασης δημόσιας αρχής δεν εμπίπτει στην έννοια των αναπόφευκτων και έκτακτων περιστάσεων, κατά την εν λόγω διάταξη, σε περίπτωση κατά την οποία οι συγκεκριμένες πράξεις εκδόθηκαν μετά από διαδικασία, η οποία παρέχει στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση ο οικείος διοργανωτής ταξιδίων ή οι ενδεχόμενοι πάροχοί του ταξιδιωτικών υπηρεσιών, τη δυνατότητα να λάβουν εγκαίρως γνώση της απόφασης πριν από την εκτέλεσή της. Συμπερασματικά εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να προβεί στον έλεγχο αν ο διοργανωτής ταξιδίων ή ο διαχειριστής τουριστικής υποδομής είχαν ενημερωθεί για τη διαδικασία, η οποία κατέληξε στην έκδοση της απόφασης για την κατεδάφιση, ενδεχομένως δε και αν είχαν συμμετάσχει στην εν λόγω διαδικασία, ή, ακόμη, αν είχαν λάβει γνώση του περιεχομένου της απόφασης πριν από την εκτέλεσή της. Εφόσον υπήρξε τέτοια συμμετοχή ή ενημέρωση, η κατεδάφιση των επίμαχων υποδομών δεν θεωρείται απρόβλεπτη.
Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Με την απόφαση αυτή το ΔΕΕ «αποχαιρέτησε» οριστικά μια «γκρίζα ζώνη» που ταλαιπωρεί για χρόνια τους καταναλωτές και αποφάνθηκε ότι σε οργανωμένα ταξίδια, όταν η εμπειρία υποβαθμίζεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να χάνει το αντικειμενικό της ενδιαφέρον και δεν ικανοποιεί τις συγκεκριμένες προσδοκίες που έχει καλλιεργήσει ο ταξιδιώτης, αυτός έχει δικαίωμα να ζητήσει και να λάβει ολόκληρη την αξία του ταξιδιού πίσω, ακόμη και όταν ορισμένες υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί. Το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε ότι ο ταξιδιώτης μπορεί να απαιτήσει επιστροφή του πλήρους αντιτίμου, όχι μόνο όταν οι υπηρεσίες ελλείπουν ή είναι ελαττωματικές, αλλά και όταν το σύνολο των ελλείψεων ακυρώνει στην πράξη την αξία του ταξιδιού. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν την πραγματική εμπειρία του ταξιδιώτη, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τον βαθμό της ταλαιπωρίας όσο και την απώλεια της απόλαυσης και να μην περιορίζονται απλώς στα τυπικά συμβατικά στοιχεία, δηλαδή αποκλειστικά και μόνο στη συμβατική σχέση2.
Η απόφαση του ΔΕΕ επηρεάζει σημαντικά τα δεδομένα της τουριστικής βιομηχανίας και ειδικότερα θωρακίζει τα δικαιώματα των ταξιδιωτών απέναντι στα τουριστικά πρακτορεία, οριοθετεί την έννοια πότε ένα ταξίδι κρίνεται ουσιαστικά αποτυχημένο, δηλαδή δεν διασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο παροχής υπηρεσιών που ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των ταξιδιωτών, με άλλα λόγια οι διακοπές δεν είναι απλά μια συναλλαγή, αλλά ουσιαστικά πρόκειται για μια μοναδική εμπειρία και όταν αυτή καταρρέει ή ματαιώνεται, ο ταξιδιώτης δεν οφείλει να πληρώσει το τίμημα.
- 1
Η Οδηγία αυτή έχει μεταφερθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 7/2018 (Οργανωμένα ταξίδια-ταξιδιωτικοί διακανονισμοί, βλ. ενδεικτικά ΔΠρΘ 6129/ 2024) και στις βασικές υποχρεώσεις του διοργανωτή στα οργανωμένα ταξίδια ανήκουν η κατάρτιση σύμβασης με τον ταξιδώτη για το ταξίδι και η ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής επαγγελματικής ευθύνης του διοργανωτή για τον επαναπατρισμό των ταξιδιωτών και την επιστροφή των χρημάτων τους σε περίπτωση αφερεγγυότητάς του, καθώς και για την επιστροφή χρημάτων και τυχόν αποζημιώσεις σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή πλημμελούς εκτέλεσης της σύμβασης του οργανωμένου ταξιδίου από την πλευρά του διοργανωτή.
- 2
Για τη ξενοδοχειακή σύμβαση ΑΠ 1179/2023. Σύμφωνα με το π.δ. 339/96 είναι υποχρεωτική η σύναψη σχετικής συμβασης (άρθρο 4) μεταξύ του παρόχου της υπηρεσίας και του πελάτη/τουρίστα. Στην σύμβαση αυτή πρέπει να γίνεται αναλυτικά μνεία όλων των όρων των παρεχομένων υπηρεσιών, όπως η τιμή, η κατηγορία του καταλύματος, τα μέσα μεταφοράς, τα παρεχόμενα γεύματα, πληροφορίες σχετικά με τα διαβατήρια, προϋποθέσεις ακύρωσης, ξεναγήσεις, επίσκεψη σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία κ.λπ. Σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης μέρους ή του συνόλου του συμφωνημένου τουριστικού πακέτου ο καταναλωτής έχει έναντι του αντισυμβαλλομένου διοργανωτή σειρά δικαιωμάτων ή και υποχρεώσεων, όπως περιγράφονται στα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 339/96.